Γεώργιος Μαντζαρίδης: Άγιος Σάββας ο διά Χριστόν σαλός, Η συνέχιση της σκληρής άσκησής του, ο θαυμασμός των πιστών, η λύση της υποψίας ότι ήταν πλανεμένος

Άγιος Σάββας ο Βατοπαιδινός ο διά Χριστόν σαλός.

Οι «διά Χριστόν σαλοί» στα αγιολογικά έργα του Αγίου Φιλοθέου
Γεωργίου Ι. Μαντζαρίδη
Καθηγητή της Θεολογική Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/georgios-mantzaridis-agio-savvas-o-dia-christon-salos-i-thavmasti-periplanisi-tou-stin-kypro-stous-agious-topous-sto-sina/

Μέσω Δαμασκού έφτασε στην Αντιόχεια, όπου παρέμεινε μερικές μέρες, και ξεκίνησε με πλοίο για την Κωνσταντινούπολη. Οι καιρικές όμως συνθήκες οδήγησαν το πλοίο που τον μετέφερε στην Κρήτη, όπου ο όσιος, χωρίς κανείς να τον αντιληφθεί, «ώσπερ άσαρκός τις και άυλος ων, ή πτηνόν μάλλον και ουκ άνθρωπος, μηδέν έχων μεθ’ εαυτού το παράπαν, ει μη το σώμα, τη φιλτάτη δίδωσιν εαυτόν ερημία» (§ 50)
[«Σαν να ήταν κάποιος άσαρκος και άυλος, ή μάλλον σαν πουλί και όχι άνθρωπος, μην έχοντας απολύτως τίποτα μαζί του παρά μόνο το σώμα του, παραδίδει τον εαυτό του στην πολυαγαπημένη του ερημιά»].

Έτσι για δύο ολόκληρα χρόνια περιπλανήθηκε σε βουνά και φαράγγια της Κρήτης, αμιλλόμενος κάθε σκληρή άσκηση που συνέβη να διαβάσει ή να ακούσει από την ιστορία των αγίων. Για την περίοδο αυτή ο άγιος Φιλόθεος διασώζει το εξής σχόλιο του ίδιου του οσίου Σάββα: «Ουδέποτε γαρ πολιτεία τις των αρχαίων έγγραφός τε και άγραφος επήλθέ μοι κατά νουν εν εκείνοις τοις χρόνοις, ην ουκ έσπευσα παντί τω της ψυχής αιρουμένω συν Θεώ παρευδοκιμήσαι, ή τέως αμιλληθήναι, και μη δεύτερος των άθλων εκείνων φανήναι» (§ 52)
[«Γιατί κανένας τρόπος ζωής και άσκησης των παλαιών ασκητών, είτε γραπτός είτε άγραφος, δεν πέρασε από τον νου μου εκείνο τον καιρό, που να μην επιδιώξω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, με τη βοήθεια του Θεού, να τον ξεπεράσω, ή τουλάχιστον να τον ανταγωνιστώ και να μη φανώ κατώτερος σε εκείνους τους πνευματικούς άθλους»].

Μετά την Κρήτη επισκέφθηκε την Εύβοια, όπου επίσης παρέμεινε δυο χρόνια ζώντας με τον ίδιο ασκητικό τρόπο στα βουνά και στις ερήμους της, μεταβιβάστηκε ακολούθως στην Πελοπόννησο, επισκέφθηκε την Αθήνα, την Πάτρα και την υπόλοιπη Ελλάδα, για να καταλήξει τελικά στην Ηράκλεια [της Ανατολικής Θράκης].

Εκεί άρχισε και πάλι να γίνεται αντικείμενο θαυμασμού από τους πιστούς για την ασκητική ζωή του, γι’ αυτό κατέφυγε και πάλι στην προσποίηση της μωρίας. Επειδή όμως πια δεν μπορούσε να πείσει τον κόσμο η προσποίηση αυτή, αλλά γινόταν ακόμα πιο θαυμαστός για την υπερβολική του ταπεινοφροσύνη, εγκατέλειψε την Ηράκλεια και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, που από καιρό ήθελε να επισκεφθεί. Εκεί περιόδευσε διάφορους ναούς και μοναστήρια, για να καταλήξει στη μονή του μάρτυρος Διομήδους.

Κλείστηκε σε ένα κελλί της μονής και επιδόθηκε στην ησυχαστική ζωή «άγνωστος το παράπαν και ανομίλητος» (§ 54) [«εντελώς άγνωστος και χωρίς να έχει επικοινωνία με κανέναν»]. Τελικά όμως έγινε και εκεί αντιληπτός. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας και ο Πατριάρχης ζήτησαν να τον δουν, αλλά αυτός αρνήθηκε.

Η επιμονή της αρνήσεώς του αυτής προκάλεσε την υποψία, μήπως έχει κάποια πλάνη. Γι’ αυτό έστειλαν επιτροπή να διαπιστώσει την ορθοδοξία του φρονήματός του.

Τότε ο όσιος, που και πάλι απέφυγε να μιλήσει, «πρώτα μεν όλη ψυχή τους εκείνων επ᾿ εδάφους πεσών κατεφίλει πόδας· ειτ᾿ εκείθεν εξαναστάς και χείρας και οφθαλμούς και πρόσωπα περιπλακείς ομοίως εφίλει και τη σφετέρα κεφαλή τας εκείνων επιτιθείς χείρας σφραγίζειν ιερώς εκείνους ηξίου, το τε περί αυτούς φίλτρον και την κοινωνίαν της δόξης και την προς την Εκκλησίαν ευλάβειαν άμα δια των ειρημένων δεικνύων» (§ 56)

[«Πρώτα απ’ όλα, έπεσε στο έδαφος και τους φιλούσε τα πόδια με όλη του την ψυχή· έπειτα, αφού σηκώθηκε, τους αγκάλιαζε και φιλούσε με τον ίδιο τρόπο τα χέρια, τα μάτια και τα πρόσωπά τους, και βάζοντας τα δικά τους χέρια πάνω στο κεφάλι του, τους ζητούσε να τον ευλογήσουν ιερά, δείχνοντας έτσι με όλα αυτά, ταυτόχρονα, τη μεγάλη του αγάπη γι’ αυτούς, τη μετοχή του στη δόξα τους και τον σεβασμό του προς την Εκκλησία»].

Στη συνέχεια ζήτησε χαρτί και έγραψε πάνω σ’ αυτό το σύμβολο της πίστεως και την υπόλοιπη ορθόδοξη ομολογία, για να δοθεί και στον Πατριάρχη και στον Αυτοκράτορα η διαβεβαίωση της ορθοδοξίας του. Αλλά και οι ίδιοι οι απεσταλμένοι τόσο συγκινήθηκαν και αλλοιώθηκαν από την επικοινωνία τους με τον όσιο, ώστε έλεγαν ότι οι ίδιοι πλέον ήταν μάρτυρες της αγιότητάς του (ό.π.).

Η αναγνώρισή του όμως αυτή και η ραγδαία διάδοση της φήμης του τον οδήγησαν και πάλι στο Άγιον Όρος. Εκεί εγκαταβίωσε, όπως και πριν, στη μονή του Βατοπεδίου, όπου έλυσε την εικοσαετή σιωπή του και έζησε κοινοβιακή ζωή απόλυτα υποδειγματική (§ 58).

Συνεχίζεται

Από την έκδοση της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης «Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν του εν αγίοις πατρός ημών Φιλοθέου αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Θεσσαλονικέως» (14-16 Νοεμβρίου 1983).

Κύλιση στην κορυφή