Γεώργιος Μαντζαρίδης, Άγιο Σάββας ο διά Χριστόν σαλός, Η θαυμαστή περιπλάνηση του στην Κύπρο, στους Αγίους Τόπους, στο Σινά

Ο Θεσσαλονικιός Άγιος Σάββας ο διά Χριστόν σαλός.

Οι «διά Χριστόν σαλοί» στα αγιολογικά έργα του Αγίου Φιλοθέου
Γεωργίου Ι. Μαντζαρίδη
Καθηγητή της Θεολογική Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/georgios-i-mantzaridis-agios-nikodimos-o-dia-christon-salos-apo-to-atimotiko-telos-stin-anagnorisi-tis-agiotitas-tou/

Ο όσιος Σάββας ο Νέος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1283. Σε ηλικία 18 ετών έφυγε κρυφά από τους γονείς του στο Άγιον Όρος, όπου υποτάχθηκε σε αυστηρό γέροντα και έζησε σκληρή ασκητική ζωή. Θέλοντας να επισκεφθεί τους αγίους Τόπους πέρασε από διάφορα νησιά του Αιγαίου και τελικά από την Κύπρο.

Στο νησί αυτό υποκρίνεται ο Σάββας την «δια Χριστόν μωρίαν». Αποβάλλει όλα τα ρούχα του και περιφέρεται στους δρόμους γυμνός και αμίλητος (§ 17). Όπως παρατηρεί ο άγιος Φιλόθεος, η μωρία του οσίου Σάββα δεν ήταν απερίσκεπτη, αλλά σοφή. Σε αντίθεση με άλλους που υποκρίθηκαν απερίσκεπτα τη μωρία και κατέληξαν στην πραγματικότητα μωροί, αυτός υποκρίθηκε τη μωρία, αφού προηγουμένως υπέταξε με αυστηρή εγκράτεια και ταπεινοφροσύνη κάθε αδυναμία της ψυχής (§ 19).

Μερικά από τα επεισόδια της ζωής του στην Κύπρο είναι τα εξής. Κάποτε, ενώ βάδιζε γυμνός σ’ ένα δρόμο, άκουσε μια γυναίκα να εκφράζει το θαυμασμό της για την ομορφιά του σώματός του. Αμέσως κοίταξε γύρω του, είδε ένα δυσώδη βόθρο και έπεσε μέσα σ’ αυτόν. Έτσι, και τη γυναίκα βοήθησε να σωφρονιστεί, αλλά και τους άλλους ωφέλησε (§ 20).

Μια άλλη φορά τον συνάντησε στο δρόμο κάποιος πλούσιος και υπερόπτης Ιταλός με τη συνοδεία του, κι επειδή τον πήρε για κατάσκοπο, άρχισε να τον ρωτάει, ποιος είναι και από πού έρχεται. Ο όσιος Σάββας, χωρίς να πει λέξη, σηκώνει το καλάμι που κρατούσε στο χέρι του, ακουμπάει το καπέλο που φορούσε ο Ιταλός και το ρίχνει στη γη.

Ο Ιταλός εξαγριώθηκε για την προσβολή και έβαλε τους συνοδούς του να τον κακοποιήσουν άγρια. Τελικά τον γλίτωσαν από βέβαιο θάνατο μερικοί ορθόδοξοι που βρέθηκαν εκεί (§ 21).

Συνεχίζοντας την περιπλάνησή του στο νησί πήγαινε σε ερήμους και σε πόλεις έχοντας το νου του διαρκώς προσηλωμένο στο Θεό και υποκρινόμενος μωρία. Θέλοντας να σχηματίσει μια ιδέα για τον τρόπο ζωής των Λατίνων μοναχών επισκέφθηκε κάποιο μοναστήρι τους στην Κύπρο.

Ήταν η ώρα του φαγητού. Οι μοναχοί όχι μόνο δεν τον δέχθηκαν στην τράπεζά τους, αλλά βλέποντάς τον γυμνό και αμίλητο τον θεώρησαν κλέφτη, τον κακοποίησαν βάναυσα και τον πέταξαν αναίσθητο έξω από τη μονή (§ 24). Ο Θεός όμως θεράπευσε τον όσιό του με θαυμαστό τρόπο.
Στη συνέχεια τον φιλοξένησε κάποιος πιστός, στον οποίο και είπε το όνομά του, διακόπτοντας έτσι για μια στιγμή τη σιωπή του, την οποία συνέχισε και πάλι ως την επιστροφή του στο Άγιον Όρος, συμπληρώνοντας συνολικά είκοσι ολόκληρα χρόνια (§ 25-27).

Κι ενώ ασκούσε την απόλυτη αυτή σιωπή και τηρούσε ακρότατη νηστεία, «κοινωνικός τε και ευπρόσιτος ην», όπως σημειώνει ο άγιος Φιλόθεος, «και όλως ηδονή τις ψυχής και θυμηδία του προσώπου και των οφθαλμών εκείνων απέσταζεν» (§ 28).

Η σπουδαία φήμη του οσίου διαδόθηκε γρήγορα ως την Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη, και πλήθη πιστών προσέρχονταν για να πάρουν την ευλογία του. Αποφεύγοντας αυτές τις τιμές έπεσε πάλι σ’ ένα δυσώδη βόθρο, φορώντας τώρα τα ράκη του, κι έμεινε εκεί μιαν ολόκληρη μέρα προσποιούμενος τον παράφρονα.

Όταν βγήκε από εκεί, τον είδαν όλοι καθαρό και ανέγγιχτο από το βόρβορο.

Αυτό αύξησε ακόμα περισσότερο τη φήμη του και τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την Κύπρο και να φύγει κρυφά για τα Ιεροσόλυμα, όπου άλλωστε και εξαρχής προοριζόταν να πάει. Εκεί προσκύνησε ως «μανικώτατος εραστής» τον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου και τα άλλα προσκυνήματα, λούστηκε στον Ιορδάνη ποταμό, εκεί όπου βαπτίσθηκε ο Χριστός, και περιόδευσε την έρημο του Ιορδάνη, όπου έζησαν όσιοι ασκητές.

Ακολούθως πήγε στο Σινά και έμεινε δύο χρόνια ως απλός υποτακτικός, γύρισε πάλι στην Ιερουσαλήμ και αποσύρθηκε στη συνέχεια σ’ ένα σπήλαιο κοντά στον Ιορδάνη (§ 32). Στο σπήλαιο αυτό έμεινε τρία χρόνια με ακρότατη άσκηση, αδιάλειπτη προσευχή και παρόλη την απόκοσμη και αμίλητη ζωή του. Γι’ αυτό αποσύρθηκε στην ενδότατη έρημο, όπου έζησε με παντελή στέρηση, αλλά και με περισσότερο θαυμαστές φανερώσεις του Θεού (§ 37 κ.ε.).

Στη συνέχεια γύρισε στη μονή του αγίου Σάββα [στα Ιεροσόλυμα], όπου άρχισαν να συρρέουν πλήθη όχι μόνο από τα περίχωρα, αλλά και από ολόκληρη την Παλαιστίνη, για να τον επισκεφτούν (§ 41).

Ακολουθούν νέες σφοδρότερες επιθέσεις του πονηρού, αλλά και θαυμαστοί αγώνες του οσίου, που βραβεύονται με τη δόξα του Θεού. Μένει ακόμα τρία χρόνια στο σπήλαιο, εγκαταβιώνει ως αρχάριος μοναχός στη μονή του Τιμίου Προδρόμου, και τελικά παίρνει την πληροφορία ότι πρέπει να επιστρέψει στην πατρίδα του. Διατηρώντας πάντοτε τη σιωπή του ειδοποιεί με νεύμα τον ηγούμενο και τους αδελφούς της μονής ότι θα αναχωρήσει (§ 50).

Κατά την αναχώρησή του προπέμπεται με μεγάλη συγκίνηση και πολλές τιμές από τους αδελφούς της μονής, αλλά και από πλήθη ανθρώπων, ακόμα και αλλοθρήσκων, που συνέρρεαν μαθαίνοντας τη διέλευσή του. Ανάμεσα στα επεισόδια της πορείας του αυτής ο άγιος Φιλόθεος αναφέρει και ένα θαύμα νεκραναστάσεως που πραγματοποίησε ο όσιος (§ 51).

Συνεχίζεται

Από την έκδοση της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης «Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν του εν αγίοις πατρός ημών Φιλοθέου αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Θεσσαλονικέως» (14-16 Νοεμβρίου 1983).

Κύλιση στην κορυφή