
Θησαυρός Δαμασκηνού
Λόγος στην Κυριακή των θεοφόρων Πατέρων της εν Νικαία πρώτης Συνόδου
Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/agios-damaskinos-stouditis-i-enarxi-tis-a-oikoumenikis-synodou-kai-ta-thavmata-ta-pou-vevaiosan-tin-alitheia/
Η Νίκαια σώζεται από τους βαρβάρους
Αφού λοιπόν τελείωσε η Σύνοδος και θέλησαν οι Αρχιερείς να σκορπίσουν στις επαρχίες τους, στάθηκε ο βασιλιάς ανάμεσά τους και τους είπε: «Άγιοι Αρχιερείς, μια χάρη ζητώ από την αρχιεροσύνη σας· κάστρο έχτισα μεγάλο με τη βοήθεια του Θεού, και σας παρακαλώ, κοπιάστε να το ευλογήσετε και να του βγάλετε και όνομα· να δείτε και τον Πνευματικό μου Πατέρα, τον Πατριάρχη Μητροφάνη, γιατί είναι βαριά ασθενής».
Υπάκουσαν οι Αρχιερείς τον βασιλιά και θέλησαν να πάνε στην Κωνσταντινούπολη· και την ημέρα που θέλησαν να ξεκινήσουν, στάθηκαν όλοι για να κάνουν δέηση προς τον Θεό, ώστε να κατευοδωθούν καλά στις επαρχίες τους και να στερεώσουν τα δόγματά τους. Και ο Θεός, ως μεγάλο θαύμα, τι θαυματούργησε; Μια πέτρα μεγάλη ήταν κάτω από έναν στύλο του παλατιού, και παρευθύς την ώρα εκείνη που προσεύχονταν οι Πατέρες, ανέβλυσε λάδι άφθονο, τόσο που βράχηκε όλο το έδαφος του παλατιού· γι’ αυτό ονόμασαν και εκείνο το κάστρο Νίκαια, επειδή νίκησαν οι Πατέρες, ή μάλλον ο αληθινός Θεός.
Αλλά ακούστε, σας παρακαλώ, τι θαύμα έγινε κάποτε σε αυτό το κάστρο εξαιτίας των προσευχών των αγίων Πατέρων. Οι Ασσύριοι κάποτε, κουρσεύοντας τα κάστρα της Ανατολής και της Δύσης, έκαναν και μεγάλη αιχμαλωσία· ομοίως πήγαν και σε αυτή τη Νίκαια για να την κουρσεύσουν, και οι άνθρωποι της Νίκαιας, μην έχοντας τι να κάνουν, προσέτρεξαν στον Ναό των Αγίων Πατέρων και κλαίγοντας παρακαλούσαν τους Αγίους, λέγοντας: «Άγιοι τριακόσιοι δέκα και οκτώ Θεοφόροι Πατέρες, που συγκεντρωθήκατε σε τούτο το κάστρο και στερεώσατε την ευσέβεια, εσάς παρακαλούμε οι δούλοι σας, να μας ελευθερώσετε από την πικρή αιχμαλωσία».
Αυτά έλεγαν οι άνθρωποι.
Ο δε Θεός τι οικονόμησε με τις ευχές των Αγίων; Μια ημέρα ο αρχηγός του στρατεύματος των Ασσυρίων μπήκε σε αυτή την Εκκλησία των αγίων Πατέρων, η οποία ήταν έξω από το κάστρο, για να κάνει κάποιες δαιμονικές μαγείες· φάνηκαν λοιπόν οι άγιοι Πατέρες και του λέγουν: «Γρήγορα να φύγεις από τούτο το κάστρο, γιατί αύριο πνίγεσαι και εσύ και όλο το στράτευμά σου». Αυτά μόλις άκουσε ο βασιλιάς των Ασσυρίων έφυγε από εκεί, και διέταξε να ασφαλίσουν την Εκκλησία· αλλά και ύστερα έκανε ειρήνη με τους ανθρώπους της Νίκαιας, και αν τυχόν αιχμαλωτιζόταν κανείς ξένος άνθρωπος, μόνο αν ήθελε να πει ότι είναι από τη Νίκαια, τον ελευθέρωνε· και λάδι δε πολύ άφησαν σε εκείνο το κάστρο, για να καίει μια καντήλα στον Ναό των Αγίων. Αλλά ας έρθουμε πάλι στην υπόθεσή μας.
Οι πατριάρχες Αλέξανδρος και Μητροφάνης
Αφού πήγαν οι Αρχιερείς με τον βασιλιά στην Κωνσταντινούπολη, το μεν κάστρο το ονόμασαν Κωνσταντινούπολη, στο όνομα του κτίτορα, το αφιέρωσαν δε στην Παναγία. Μετά από μία ημέρα πήγαν και προς τον Πατριάρχη Μητροφάνη, ο οποίος ήταν ασθενής, όπως προείπαμε. Μίλησε λοιπόν ο Βασιλιάς και του λέγει: «Ω τιμιώτατε Πάτερ, σε βλέπω ότι είσαι βαριά ασθενής, γι’ αυτό σε παρακαλώ, αφενός να μου δώσεις την ευχή σου, αφετέρου να μας ορίσεις ποιον αφήνεις διάδοχο του θρόνου».
Του λέγει ο άγιος Μητροφάνης:
«Τώρα γνώρισα, Βασιλιά, ότι στο χέρι του Θεού είναι η ψυχή μου· καλά κάνεις και μεριμνάς για την Εκκλησία του Χριστού· πλην, επειδή ορίζεις ποιον να αφήσω στον τόπο μου, να σου το πω: επτά ημέρες έχω, αφότου δέομαι στον Θεό να μου αποκαλύψει ποιον να αφήσω, και μου είπε Άγγελος Κυρίου ότι εγώ μεν μετά από δέκα ημέρες πεθαίνω, να αφήσω δε τον Αλέξανδρο, τον οποίο στείλατε στον Μοριά για να στερεώσει τα δόγματα των Πατέρων· γι’ αυτό σου λέγω, αυτόν αφήνω στον τόπο μου, διότι είναι άξιος να ποιμάνει τον λαό τούτο· ύστερα δε από αυτόν θέλει γίνει ο Παύλος ο αναγνώστης μου».
Τότε κοίταξε και τον Πατριάρχη της Αλεξάνδρειας τον Αλέξανδρο και του λέγει: «Και εσύ καλόν διάδοχο έχεις να αφήσεις τούτον τον Διάκονο»· έπιασε από το χέρι τον μέγα Αθανάσιο και τον έδειχνε, λέγοντας:
«Τούτος, αφότου πάρει τον θρόνο σου, πολλούς κινδύνους πρόκειται να υπομείνει μαζί με τον αναγνώστη μου τον Παύλο για το όνομα του Χριστού».
Αυτά είπε ο άγιος Μητροφάνης, και με πολλή δυσκολία σηκώθηκε από το στρώμα του και πήγε με τους Αρχιερείς στην Εκκλησία για να λειτουργήσουν· και αφού διάβασαν το άγιο Ευαγγέλιο στη Λειτουργία, στάθηκε ο αρχιερεύς Μητροφάνης και δίδαξε τον λαό, έπειτα έβγαλε το ωμοφόριό του μόνος του, το έβαλε πάνω στην αγία Τράπεζα και είπε: «Ας στέκεται εδώ μέχρι μετά από επτά ημέρες, να έρθει ο επίτροπός μου ο Αλέξανδρος να το πάρει»· και έτσι έγινε στο τέλος.
Κοιμήθηκε λοιπόν ο άγιος Μητροφάνης στις τέσσερις του Ιουνίου μηνός, γέροντας εκατόν δεκαεπτά χρόνων.
Ο δε βασιλιάς Κωνσταντίνος έκανε τραπέζι μεγάλο και φιλοξένησε όλους τους άγιους Πατέρες, καθισμένος και ο ίδιος μαζί τους· την δε ημέρα που θέλησαν να σκορπίσουν στις επαρχίες τους, τους μοίρασε και περιουσία πολλή· σε άλλους μεν έδωσε για να χτίσουν Εκκλησίες, σε άλλους να χτίσουν νοσοκομεία, σε άλλους να θρέψουν φτωχούς, και σε άλλους να τραφούν οι ίδιοι· έπειτα τους είπε: «Είδατε, άγιοι Αρχιερείς, πώς εγώ από ειδωλολάτρης (Έλληνας) που ήμουν, έγινα Χριστιανός, και πώς αγωνίστηκα για να στερεώσω την ευσέβεια και τη χριστιανοσύνη· έτσι ορκίζω και εσάς στον Χριστό, τον φοβερό Κριτή, να αγωνίζεστε πάντοτε για το πώς θα αυξάνεται η πίστη των Χριστιανών, για να ακούω και εγώ ο δούλος σας και να δοξάζω τον Θεό».
Αυτά είπε ο Βασιλιάς και τους ξεπροβόδισε μέχρι έξω από το κάστρο. Οι δε Αρχιερείς στάθηκαν, τον ευλόγησαν, του έδωσαν την ευχή τους και τότε αναχώρησε ο καθένας στην επαρχία του.
Διασκευή από από το βιβλίο, «Θησαυρός Δαμασκηνού» των εκδόσεων Βασ. Ρηγόπουλου. Εισαγωγή, βιογραφία συγγραφέως Ευάγγελος [π. Ειρηναίος] Χρ. Δεληδήμος.
