
Θησαυρός Δαμασκηνού
Λόγος στην Κυριακή των θεοφόρων Πατέρων της εν Νικαία πρώτης Συνόδου
Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/agios-damaskinos-stouditis-peri-tou-areiou-kai-tis-sygklisis-tis-a-oikoumenikis-synodou-apo-ton-agio-konstantino/
Προσευχή εναρκτήριος
Τότε εσηκώθησαν όλοι οι Πατέρες, και αυτός ο Βασιλεύς, και μετά δακρύων επαρακαλούσαν τον Θεόν, λέγοντες·
«Πάτερ αγέννητε και αθάνατε, γιε μονογενές και άκτιστε, Πνεύμα πανάγιον και άφθαρτον, μία Θεότης, και μία ουσία εν τρισί Προσώποις, οπού έκτισες τον σύμπαντα κόσμον, οπού έπλασες τον άνθρωπον από του μη όντος εις το είναι, οπού ένευσες και εις την καρδίαν του ευσεβούς Βασιλέως, και εσυνάθροισε την αγίαν ετούτην Σύνοδον· εσένα προσκυνούμεν, εσένα δοξάζομεν, εσένα κηρύττομεν Θεόν αληθινόν, σου δεόμεθα και σε παρακαλούμεν, Θεέ και Κύριε του ελέους, επάκουσον ημών των αμαρτωλών δούλων σου, και κατάπεμψον το Πανάγιόν σου Πνεύμα, ως και εις τους Αποστόλους σου, να μας φωτίση, και να μας καθοδηγήση, να είπωμεν την αλήθειαν, να σε κηρύξωμεν Θεόν αληθινόν και άκτιστον εις όλον τον κόσμον· προς τούτοις δε δος την χάριν σου εις τον κράτιστον Βασιλέα, και άνοιξον τους ψυχικούς του οφθαλμούς, να καταλάβη την αλήθειαν».
Και οι μεν θεοφόροι Πατέρες εκείνοι έτσι δέονταν στον Θεό· και ο Θεός, από μεγάλο θαύμα, σάλευσε όλο εκείνο το μέρος όπου στέκονταν οι Αρχιερείς με τοπικό σεισμό, όπως ακούμε ότι έγινε και στον καιρό των Αποστόλων, καθώς το διηγούνται οι Πράξεις τους.
Τότε πήραν θάρρος οι Πατέρες και άρχισαν να διαλέγονται με τον Άρειο· και πότε μεν αποκρινόταν ο Πατριάρχης της Αντιοχείας Ευστάθιος, πότε δε ο Επίσκοπος της Κουδρούβης ο Όσιος, πότε και άλλοι σοφοί από τους Αρχιερείς. Ο δε Άρειος πρώτα μεν αποκρινόταν μοναχός του, μετά όμως από αυτά εξασθένησε και έβαλε έναν φιλόσοφο ειδωλολάτρη να αποκρίνεται αντί γι’ αυτόν· και όμως ο Φιλόσοφος, ως πολύ μορφωμένος που ήταν, έκανε πολύ δυνατή τη συζήτηση, τόσο που και οι Αρχιερείς βαρέθηκαν να αποκρίνονται.
Ένας δε από τους Αρχιερείς, ο άγιος λέγω Σπυρίδων Επίσκοπος Τριμιθούντος της Κύπρου, βλέποντας ότι με λόγια δεν επιστρέφει ο Φιλόσοφος, αποκρίθηκε και λέγει προς αυτόν:
«Ω Φιλόσοφε, πιστεύεις ότι η αγία Τριάδα είναι ένας Θεός και τρία Πρόσωπα;»
Ο Φιλόσοφος αποκρίθηκε: «Δεν πιστεύω, διότι πώς είναι δυνατόν τα τρία πρόσωπα να είναι ένας Θεός;»
Του λέει ο Άγιος: «Εγώ να σου το αποδείξω, ότι ένας Θεός είναι και τρία Πρόσωπα· φέρτε ένα κεραμίδι».
Του έφεραν λοιπόν ένα κεραμίδι, και ο Άγιος το πήρε και είπε προς τον Φιλόσοφο: «Δες την αλήθεια, ω Φιλόσοφε»· και παρευθύς έσφιξε εκείνο το κεραμίδι με τα δύο του χέρια, και η μεν φωτιά με την οποία είχε ψηθεί το κεραμίδι ανέβηκε προς τα πάνω, το νερό που περιείχε χύθηκε κάτω, και το χώμα απέμεινε στα χέρια του.
Τότε του λέει: «Αυτό το κεραμίδι δεν ήταν φτιαγμένο από τρία πράγματα; Από φωτιά, από νερό και από χώμα; Και όμως πάλι ήταν ένα· έτσι είναι και η Αγία Τριάδα: Πατήρ, Υιός και άγιο Πνεύμα, τα τρία Πρόσωπα ένας Θεός αληθινός».
Λοιπόν ο Φιλόσοφος, όταν είδε αυτό το θαύμα, πίστεψε μεν ότι ο Θεός είναι τρισυπόστατος, πλην όμως δεν θέλησε να γίνει Χριστιανός, αλλά πάλι διαλεγόταν και συζητούσε για άλλες υποθέσεις. Και έτσι για πολλές ημέρες γινόταν η συζήτησή τους.
Τα θαύματα βεβαιώνουν την αλήθειαν
Μια δε από τις ημέρες, σε εκείνη τη συζήτηση των Πατέρων και του Φιλοσόφου, αποκρίθηκε ένας Αρχιερέας και του λέγει:
«Ω Φιλόσοφε, αν μεν λες την αλήθεια, να πλατυνθεί το στόμα σου και να λέγεις περισσότερα· αν όμως ψεύδεσαι, να φραχθεί το στόμα σου και να απομείνεις βουβός».
Και πλέον, δεν μπορούσε να αποκριθεί καθόλου, μόνο ζήτησε χαρτί και έγραψε έτσι: «Άγιοι Πατέρες, δεηθείτε στον Θεό να ανοιχτεί το στόμα μου για να μιλήσω, και εγώ να επιστρέψω στην ευσέβεια».
Τότε οι Αρχιερείς δεήθηκαν στον Θεό, και μίλησε ο Φιλόσοφος και παρευθύς βαπτίστηκε, και έγινε Χριστιανός αυτός και όλοι οι ακόλουθοί του.
Καθώς λοιπόν είδε ο Άρειος ότι νικήθηκε ο Φιλόσοφος, και αυτός ήταν ο δυνατότερος εναντίον του, μη θέλοντας να ταπεινωθεί ο τρισάθλιος, δεν υποχωρούσε να πει ότι σφάλλει, αλλά στεκόταν πάλι και βλαστημούσε. Όμως οι άγιοι Πατέρες, κινούμενοι από θείο ζήλο, καθώς είδαν ότι ο Άρειος μόνο φλυαρεί και δεν μπορεί να βεβαιώσει τις βλαστήμιες του, αναθεμάτισαν και αυτόν και τους λόγους του και τους ακολούθους του, και έγραψαν και το άγιο Σύμβολο της Πίστεώς μας, το «Πιστεύω εις ένα Θεόν» έως το «Και εις το Πνεύμα το άγιον»· διότι το υπόλοιπο η αγία δεύτερη Σύνοδος το τελείωσε.
Αλλά και νόμους έθεσαν πολλούς για το πώς να γιορτάζουμε το Πάσχα οι Χριστιανοί, αυτοί το νομοθέτησαν· διότι τον παλιό καιρό δεν είχαν κάποια ημέρα ορισμένη για το πότε να κάνουν οι Χριστιανοί Πάσχα, παρά μόνο άλλοι μεν άρχιζαν πρώτοι την Τεσσαρακοστή, άλλοι δε τη μεσουρανούσαν (έφταναν στη μέση) και άλλοι την τελείωναν, ενώ μερικοί γιόρταζαν το Πάσχα την ίδια ημέρα με τους Εβραίους.
Αλλά αυτοί όρισαν ότι την ερχόμενη Κυριακή μετά το Πάσχα των Εβραίων να κάνουμε εμείς το δικό μας, για να μη γιορτάζουμε μαζί με τους Εβραίους· και την Τεσσαρακοστή των αγίων Αποστόλων αυτοί τη διέταξαν, και άλλες υποθέσεις νομοθέτησαν, τις οποίες έγραψαν σε ένα χαρτί, και ύστερα υπέγραψαν από κάτω όλοι οι Αρχιερείς, στο δε τέλος υπέγραψε και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με κόκκινα γράμματα, καθώς και οι πρώτοι του παλατιού.
Σαν να υπέγραφαν και αυτοί στον κώδικα, οι δε άγιοι Πατέρες, αφού υπέγραψαν όλοι τους, πήραν εκείνο το χαρτί και πήγαν στο κοιμητήριο όπου ήταν θαμμένοι (οι δύο Επίσκοποι Χρύσανθος και Μουσώνιος) και λέγουν προς εκείνους:
«Ω Πατέρες και αδελφοί, εσείς αγωνισθήκατε μαζί μας τον καλόν αγώνα, τον δρόμο σας τελειώσατε και την πίστη τηρήσατε, όμως δεν προφθάσατε να υπογράψετε στα δόγματα που θέσαμε· για τούτο σας αφήνουμε αυτόν εδώ τον Τόμο και, αν σας φαίνεται καλό, υπογράψτε και εσείς».
Έτσι είπαν, και παρευθύς σφράγισαν εκείνο το χαρτί με τη βούλα του βασιλέως και το άφησαν στο κοιμητήριο. Και, κατά μεγάλο θαύμα, το πρωί όταν πήγαν και άνοιξαν το χαρτί, βρήκαν και των δύο εκείνων Επισκόπων τα ονόματα γραμμένα, και μάλιστα όχι με γράμματα κάποιου άλλου, αλλά ήταν τέτοια σαν να ήθελαν να τα γράψουν οι ίδιοι όσο ζούσαν.
Αυτό το θαύμα, μόλις το είδαν ο βασιλιάς και οι Αρχιερείς, δόξασαν μεγαλειωδώς τον Θεό· και παρευθύς ο τρισάθλιος Άρειος, μην υποφέροντας την ντροπή, κρύφτηκε μέσα στο κάστρο, μέχρι να σκορπίσουν οι Αρχιερείς.
Οι δε άλλοι βοηθοί του, καθώς αναζήτησαν τον Άρειο και δεν τον βρήκαν, ταπεινώθηκαν μπροστά στους Αρχιερείς και επέστρεψαν (στην ορθή πίστη)· μόνος δε ο Ευσέβιος ο Νικομηδείας δεν επέστρεψε με όλη του την ψυχή, αλλά μόνο επιφανειακά, εξαιτίας του φόβου του βασιλιά.
Τότε στάλθηκαν οι Αρχιερείς σε κάθε τόπο για να στερεώσουν τα δόγματα των Πατέρων· και στα μέρη της Δύσης στάλθηκε ο Όσιος Επίσκοπος της Κορδούης, στην δε Αίγυπτο και τη Λιβύη ο Άγιος Αθανάσιος, ο οποίος ήταν διάκονος τότε. Ο Αλέξανδρος, ο επίτροπος του Κωνσταντινουπόλεως, στάλθηκε μαζί με τον Παύλο τον αναγνώστη του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνους στα μέρη της Καβάλας, και σε όλα τα κάστρα του Μοριά (Πελοποννήσου)· αλλά και στη Θεσσαλονίκη, και στη Λάρισα, και στον Αυλώνα, και στα υπόλοιπα κάστρα, όσα είναι από τα μέρη της Θεσσαλονίκης μέχρι τον Μοριά.
Τελείωσε δε η αγία και ιερή πρώτη Σύνοδος σε τριάμισι χρόνια, κατά τον μήνα Απρίλιο· διότι τον Απρίλιο συγκεντρώθηκαν, και πάλι τον Απρίλιο συμπλήρωσαν τρία χρόνια· εργάστηκαν δε και μέχρι τον Σεπτέμβριο, οπότε πέρασε ο μισός χρόνος.
Διασκευή από από το βιβλίο, «Θησαυρός Δαμασκηνού» των εκδόσεων Βασ. Ρηγόπουλου. Εισαγωγή, βιογραφία συγγραφέως Ευάγγελος [π. Ειρηναίος] Χρ. Δεληδήμος.
