
Θησαυρός Δαμασκηνού
Λόγος στην Κυριακή των θεοφόρων Πατέρων της εν Νικαία πρώτης Συνόδου
Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/agios-damaskinos-o-stouditis-apo-tin-polytheia-ston-christo-i-a-oikoumeniki-synodos-o-megas-konstantinos/
Ο αιρετικός Άρειος
Κατά το εικοστό έτος της βασιλείας του ευσεβέστατου βασιλιά Κωνσταντίνου, υπήρχε κάποιος άνθρωπος από τη Λιβύη, ονόματι Άρειος, πολύ μορφωμένος (μαθηματικός). Αυτός λοιπόν κατέληξε στην Αλεξάνδρεια, και ο Αρχιερέας του καιρού εκείνου τον χειροτόνησε Διάκονο· Αρχιερέας τότε ήταν ο άγιος Πέτρος ο μάρτυρας.
Και αφότου χειροτονήθηκε, άρχισε και έλεγε λόγια βλάσφημα κατά του Θεού, ότι ο Χριστός δεν είναι αληθινός Θεός, παρά είναι κτίσμα και δημιούργημα του Θεού.
Ο άγιος Πέτρος λοιπόν, μόλις είδε ότι ο Άρειος είναι βλάσφημος, τον καθαίρεσε, διότι είδε στον ύπνο του πως ο Χριστός στεκόταν πάνω στην Αγία Τράπεζα σαν μικρό βρέφος και φορούσε σκισμένο ρούχο.
Τότε τον ρώτησε: «Ποιος σου έσκισε, Κύριε, το φόρεμά σου;»
Και του είπε: «Ο Άρειος, που λέει ότι δεν είμαι Θεός αληθινός, αυτός μου το έσκισε»· γι’ αυτόν τον λόγο τον καθαίρεσε.
Και λοιπόν ο τρισάθλιος Άρειος ήταν αποκλεισμένος από τη διακονική τάξη.
Μετά δε τον θάνατο του αρχιερέως Πέτρου, αρχιεράτευσε στην Αλεξάνδρεια κάποιος Αχιλλάς το όνομά του, ο οποίος επανέφερε τον Άρειο στην ευσέβεια· έπειτα τον χειροτόνησε μάλιστα και πρωτοπαπά της Αλεξάνδρειας, αλλά και Δάσκαλο τον εγκατέστησε στο διδασκαλείο της Αλεξάνδρειας.
Όσο λοιπόν ζούσε ο αρχιερέας Αχιλλάς, ο ασεβέστατος Άρειος ήταν ευσεβής και ορθόδοξος· αφότου όμως πέθανε ο Αχιλλάς και αρχιεράτευσε ο εν αγίοις Αλέξανδρος, άρχισε πάλι να βλασφημεί τα ίδια και περισσότερα, τόσο που παρέσυρε με τα λόγια του τον Ευσέβιο, ο οποίος πρώτα ήταν Μητροπολίτης στη Βηρυτό και ύστερα μετατέθηκε στη Νικομήδεια.
Είχε δε μαζί του και τον Θεωνά και τον Σεκούνδο, τους πρώην Επισκόπους, και τον Παυλίνο τον Επίσκοπο της Τύρου, και κάποιον άλλον Ευσέβιο, Μητροπολίτη της Καισαρείας· και όχι μόνο αυτούς, αλλά και άλλους πολλούς κληρικούς και αρχιερείς.
Βλέποντάς τον λοιπόν έτσι ο Αρχιερέας Αλέξανδρος, συγκέντρωσε εκατό Επισκόπους από την Αίγυπτο (Μησύρι) και από τη Λιβύη, και καθαίρεσε τον Άρειο και όλους τους οπαδούς του.
Ο δε βασιλιάς Κωνσταντίνος, ακούγοντας τη σύγχυση των Εκκλησιών των Χριστιανών, έστειλε στην Αλεξάνδρεια τον Επίσκοπο της Κορδούης, Όσιο στο όνομα, με δικά του παρακλητικά γράμματα προς τον αρχιερέα Αλέξανδρο και προς τον Άρειο· προς μεν τον Άρειο, να αφήσει την αίρεσή του και να επιστρέψει στην ευσέβεια, προς δε τον Αλέξανδρο, να δεχθεί τον Άρειο και να τον αποκαταστήσει στο πρώτο του αξίωμα της ιερωσύνης· και ο Αλέξανδρος δέχτηκε να δεχθεί τον Άρειο.
Αλλά αυτός ο τρισάθλιος δεν άλλαζε τη γνώμη του, αλλά όσο έβλεπε ότι τον παρακαλούν να επιστρέψει στην ευσέβεια, τόσο αυτός αγρίευε εναντίον της Εκκλησίας και του αρχιερέως Αλεξάνδρου. Μόλις όμως είδε ο Όσιος, ο Επίσκοπος της Κορδούης, ότι δεν καταφέρνει τίποτα, επέστρεψε στον Βασιλιά και του είπε την υπόθεση.
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος
Ο δε χριστιανικότατος και ευσεβέστατος βασιλιάς Κωνσταντίνος, ως ήμερος άνθρωπος που ήταν, δεν οργίστηκε με τον Άρειο ώστε να τον σκοτώσει, αλλά έστειλε διατάγματα σε κάθε πόλη και τόπο να συγκεντρωθούν οι Αρχιερείς και οι πρώτοι από τους καλογέρους στο κάστρο της Νίκαιας, για να σταθούν μαζί με τον Άρειο σε συζήτηση, ώστε να δουν ποιος είναι ο φταίχτης και ο βλάσφημος.
Συγκεντρώθηκαν λοιπόν στη Νίκαια όλοι τους· και οι μεν Αρχιερείς ήσαν διακόσιοι τριάντα δύο, οι δε ιερείς και διάκονοι και καλόγεροι ήσαν ογδόντα έξι, όλοι τους συνολικά τριακόσιοι δεκαοκτώ. Και γιατί συζήτησαν τόσοι μόνο; Επειδή από τον καιρό της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού έως εκείνη τη Σύνοδο είχαν περάσει τριακόσια δεκαοκτώ χρόνια. Ο δε Βασιλιάς, μόλις άκουσε ότι συγκεντρώθηκαν οι Αρχιερείς, τους έστειλε βασιλικά φαγητά και ποτά και πλούσια δώρα.
Ήσαν δε οι πρώτοι και έξαρχοι της Συνόδου αυτοί εδώ οι Άγιοι:
ο Σίλβεστρος ο Πάπας της Ρώμης, ο Μητροφάνης ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως -ο οποίος όμως ήταν ασθενής και είχε επίτροπο άλλον αρχιερέα στη Σύνοδο- ο Αλέξανδρος ο Πατριάρχης της Αλεξάνδρειας μαζί με τον Μέγαν Αθανάσιο, ο Ευστάθιος ο Πατριάρχης της Αντιοχείας, ο Μακάριος ο Πατριάρχης των Ιεροσολύμων, ο άγιος Παφνούτιος ο ομολογητής, ο άγιος Σπυρίδων ο Επίσκοπος της Τριμυθούντος (Κύπρου), ο μέγας Νικόλαος ο Θαυματουργός, ο άγιος Ιάκωβος ο Επίσκοπος της Νισίβεως, ο όσιος Παύλος ο αρχιερεύς της Νεοκαισαρείας -ο οποίος ήταν καμμένος στα κάτω μέρη από τον ασεβέστατο Λικίνιο- και άλλοι μεγάλοι και εκλεκτοί θεοφόροι Πατέρες.
Άλλοι με κομμένα τα χέρια, άλλοι τη μύτη, άλλοι τα αυτιά, άλλοι τυφλοί από το ένα μάτι για το όνομα του Χριστού, οι οποίοι μαρτύρησαν στους προηγούμενους βασιλείς, τον Διοκλητιανό λέγω, και τον Μαξιμιανό, και τον Λικίνιο, και τον Μαξέντιο.
Μέσα δε σε εκείνους τους αγίους Πατέρες ήσαν και οι βοηθοί του Αρείου:
ο Μητροφάνης της Εφέσου, και ο Πατρόφιλος ο Σκυθοπολίτης, και ο Θεωνάς ο Μαρμαρίτης, και άλλοι τινές.
Ο Βασιλιάς λοιπόν τους έδωσε ξεχωριστό τόπο στο παλάτι για να καθίσουν να κάνουν τη συζήτηση· κάθισαν μάλιστα από το ένα μέρος οι εκατόν πενηνταεννέα Πατέρες, και από το άλλο οι άλλοι εκατόν πενηνταεννέα.
Τότε σηκώθηκε και ο Βασιλιάς ο ίδιος και πήγε στη Σύνοδο· οι δε Αρχιερείς, μόλις τον είδαν, σηκώθηκαν όλοι όρθιοι και τον χαιρέτησαν, και αυτός τους προσκύνησε· έπειτα πήγε και κάθισε ανάμεσά τους, όχι στον θρόνο που καθόταν συνήθως, αλλά σε σκαμνί χαμηλό, για ταπείνωση.
Τότε ο Πατριάρχης της Αντιοχείας Ευστάθιος, ως ο πιο εκλεκτός από τους άλλους και σε γνώση και σε μόρφωση, αποκρίθηκε και είπε προς τον Βασιλέα:
«Ευχαριστούμε τον Θεό, κραταιέ Βασιλιά, που σου χάρισε την επίγεια βασιλεία, που αφάνισε την πλάνη των ειδώλων μέσω της δικής σου ευσέβειας και έδωσε χαρά και ευτυχία στους πιστούς Χριστιανούς. Ιδού, έπαψαν οι θυσίες των δαιμόνων, καταργήθηκαν τα μυστήρια των ειδωλολατρών, το σκοτάδι της πολυθεΐας έσβησε, και επιτέλους ο κόσμος φωτίστηκε με το φως της θεογνωσίας.
Ο Πατήρ δοξολογείται, ο Υιός συμπροσκυνείται, το Πνεύμα το άγιο συνδοξάζεται· ένας Θεός ομολογείται και κηρύττεται σε τρία Πρόσωπα και μία φύση· αυτός ανυψώνει τη βασιλεία σου, αυτός μεγαλώνει το κράτος σου, αυτός έβαλε και καλό λογισμό στην καρδιά σου να συναθροίσεις την αγία αυτή Σύνοδο· γι’ αυτό και εμείς, γαληνότατε Βασιλιά, υπακούοντας στο διάταγμά σου, ήρθαμε στα πόδια της βασιλείας σου.
Δεν ήταν πρέπον, Βασιλιά θειότατε, εμείς οι δούλοι σου να καθόμαστε μπροστά στη βασιλεία σου και να μιλάμε· πλην επειδή έτσι φάνηκε καλό στην αυθεντία σου, αποδεχόμαστε τη διαταγή σου. Καταλάβαμε δε ότι ο θεομίσητος Άρειος προκάλεσε αυτή τη σύγχυση ανάμεσά μας· γι’ αυτό παρακαλούμε όλοι τη βασιλεία σου να σταθεί και αυτός στη μέση, να συζητήσουμε με βάση τα Προφητικά και Αποστολικά λόγια, για να γνωρίσεις και εσύ, κραταιέ Βασιλιά, ότι αυτός είναι ο φταίχτης και ο βλάσφημος· τότε, αν μεν θελήσει να αφήσει τις βλασφημίες του και να ενωθεί με την Καθολική Εκκλησία, έχει καλώς· ειδάλλως, να τον εξορίσεις κακώς κακεντρέχως, για να μην βλάψει και τον υπόλοιπο κόσμο».
Αποκρίθηκε ο Βασιλιάς και λέει προς τη Σύνοδο:
«Αγία και Ιερά Σύνοδος, Όσιοι Πατέρες και τιμιότατοι Αδελφοί, ακούστε και τα δικά μου λόγια· γνωρίζετε όλοι πως εγώ εξ αρχής ήμουν ειδωλολάτρης και πολύθεος· πλην όταν γνώρισα την αληθινή πίστη των Χριστιανών, επέστρεψα και έγινα και εγώ Χριστιανός, και με τη βοήθεια του αληθινού Χριστού του Θεού νίκησα τους εχθρούς μου, και όχι με σπαθί ή με ασπίδα (σκουτάρι) ή με πόλεμο.
Λοιπόν ο διάβολος, που πάντοτε φθονεί το αγαθό, βλέποντας τη χαρά μου που είχα στη Χριστιανοσύνη, προκάλεσε αυτή τη σύγχυση στην Εκκλησία του Χριστού· γι’ αυτό παρακαλώ το ένθεο ύψος της αρχιερωσύνης σας, προσπαθήστε και εσείς με τη δύναμη του Χριστού να νικήσετε τα λόγια του Αρείου, για να γίνει ομόνοια και ειρήνη στην Εκκλησία του Χριστού· διότι απρεπές είναι, αν εγώ, ένας μονάχα άνθρωπος, προσπάθησα να νικήσω τους εχθρούς μου, και η Αρχιερωσύνη σας, τόσοι που είστε, να μην προσπαθήσετε πώς να νικήσετε τον εχθρό του Χριστού;
Πλην μήτε με έχθρα μήτε με φιλονικία να είναι η συζήτησή σας, παρά με τη δύναμη του Θεού και με ταπεινοφροσύνη· για ένα λόγο, επειδή δεν μαλώνετε για υλικά πράγματα ώστε να φιλονικείτε ανάμεσά μας, και για έναν άλλο, ώστε να ακούνε όλοι. Ελάτε λοιπόν όλοι οι Αρχιερείς και ας κάνουμε δέηση, να μας επισκιάσει η χάρη του παναγίου Πνεύματος, να φωτίσει και εμένα και την Αρχιερωσύνη σας· εμένα μεν, για να ακούσω τα θεία σας λόγια και να τα καταλάβω κιόλας, διότι δεν γνωρίζω καλά την ελληνική γλώσσα, αλλά στη ρωμαϊκή (λατινική) είμαι μορφωμένος, την δε Αρχιερωσύνη σας, για να μπορέσετε να συζητήσετε με τον Άρειο».
Διασκευή από από το βιβλίο, «Θησαυρός Δαμασκηνού» των εκδόσεων Βασ. Ρηγόπουλου. Εισαγωγή, βιογραφία συγγραφέως Ευάγγελος [π. Ειρηναίος] Χρ. Δεληδήμος.
