Θησαυρός Δαμασκηνού
Λόγος στην Κυριακή των θεοφόρων Πατέρων της εν Νικαία πρώτης Συνόδου
Τον παλαιό καιρό οι Έλληνες είχαν τη συνήθεια, αν κάποιος άνθρωπος πετύχαινε νίκη στον πόλεμο και νικούσε τους εχθρούς εκείνου του κάστρου (της πόλης) όπου βρισκόταν, να του φτιάχνουν στήλη και να τον ζωγραφίζουν εκεί για τιμή και έπαινο. Έπειτα έστηναν την εικόνα εκείνη στο μέσο του κάστρου, για να τη βλέπουν οι υπόλοιποι άνθρωποι και να παρακινούνται στο καλό.
Από αυτό προήλθε και η πολυθεΐα στους Έλληνες, διότι σιγά-σιγά παρακινήθηκαν οι άνθρωποι και νόμισαν ότι εκείνοι οι ζωγραφισμένοι άνθρωποι ήταν θεοί, και τους προσκυνούσαν.
Αν λοιπόν εκείνοι ήταν Έλληνες και πολύθεοι άνθρωποι, που δεν γνώριζαν τον αληθινό Θεό και δεν ήλπιζαν σε κρίση και ανταπόδοση των έργων τους, και όμως τιμούσαν τόσο πολύ τους αγαθούς και καλούς ανθρώπους, πόσο μόνo εμείς οι ευσεβείς Χριστιανοί, που πιστεύουμε στον αληθινό Θεό, να μην τιμούμε και να μην επαινούμε τους καλούς και αγίους άνδρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι δεν νίκησαν εχθρούς σωματικούς, αλλά τον ίδιο τον διάβολο, τον εχθρό της ψυχής μας;
Επειδή, λοιπόν, είναι πρέπον να τιμούμε τους ευεργέτες μας, γι’ αυτό και οι νομοθέτες της Εκκλησίας μας όρισαν να τιμούμε τους αγίους και θείους Πατέρες, που αγωνίστηκαν και κοπίασαν για να μας ελευθερώσουν από την αιχμαλωσία του πονηρού διαβόλου. Και ποια να είναι η τιμή τους; Κάθε χρόνο να εορτάζουμε τη μνήμη τους, καθώς και σήμερα εορτάζουμε την πρώτη αγία και Οικουμενική Σύνοδο για μια τέτοια αιτία.
Επειδή ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός φόρεσε σάρκα από την αγία Θεοτόκο και ολοκλήρωσε όλη την οικονομία Του για τους ανθρώπους, έπειτα αναλήφθηκε και πήγε στους ουρανούς ως Θεός αληθινός, οι νομοθέτες της Εκκλησίας μας, θέλοντας να δείξουν ότι αληθινά ο Υιός του Θεού έγινε υιός ανθρώπου, και ότι αναλήφθηκε τέλειος, και ότι Αυτός είναι ο αληθινός και άκτιστος Θεός, γι’ αυτό έθεσαν και όρισαν να εορτάζουμε και εμείς σήμερα αυτή την αγία Σύνοδο· επειδή οι τριακόσιοι δεκαοκτώ Πατέρες που εορτάζονται σήμερα [την Κυριακή], έτσι Τον κήρυξαν και έτσι όρισαν να Τον ομολογούμε και εμείς.
Πώς όμως έγινε αυτή η αγία και Οικουμενική πρώτη Σύνοδος των Πατέρων, να το διηγηθώ από την αρχή. Αλλά πρώτα παρακαλώ την αφεντιά σας, ευλογημένοι Χριστιανοί, μην αμελείτε και νυστάζετε, διότι οι λόγοι μου δεν είναι για υποθέσεις κοσμικές, αλλά για την ψυχική μας σωτηρία· και αν μεν τους ακούσετε με προθυμία και τους καρποφορήσετε, έχετε μισθό από τον Θεό· αν όμως τους αμελήσετε, έχετε μεγάλο κίνδυνο στην ψυχή σας.
Γι’ αυτό σας παρακαλώ, δεχθείτε τους λόγους μου με όλη σας την καρδιά, για να λάβετε μισθό από τον Θεό και από τους […] εορταζομένους αγίους Πατέρες.
Εμφάνιση του μεγάλου Κωνσταντίνου
Αφότου πέρασαν τριακόσια πέντε χρόνια από την ένσαρκη οικονομία του Χριστού, στο δέκατο ένατο έτος της βασιλείας του ασεβεστάτου Διοκλητιανού, κινήθηκε πάλι ο διωγμός των Χριστιανών, και μάλιστα ενδυναμώθηκε περισσότερο από τους προηγούμενους καιρούς, περισσότερο λέγω παρά στον καιρό του Τραϊανού και του Δεκίου. Κατά εκείνον τον καιρό ζούσε και ο μέγας Κωνσταντίνος, νέος μεν στην ηλικία, αλλά πιο φρόνιμος από τους γέροντες εκείνης της εποχής. Αλλά ακούστε πώς βασίλευσε και πώς συγκάλεσε αυτή την αγία Σύνοδο.
Όταν βασίλευαν ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός, οι άνθρωποι της Αλεξανδρείας απίστησαν και έκαναν δική τους βασιλεία, μη θέλοντας να υποτάσσονται σε αυτούς τους δύο βασιλείς. Ο βασιλέας λοιπόν της ανατολής Διοκλητιανός, έχοντας γαμπρό στην κόρη του τον Μαξιμιανό, βασιλέα της δύσεως, τον πήρε μαζί του για να πάνε στην Αλεξάνδρεια με τα στρατεύματά τους να την κουρσέψουν. Τότε ήταν και ο πατέρας του αγίου Κωνσταντίνου, ο Κώνστας λέγω ο Χλωρός, μικρός βασιλιάς στα μέρη της Πορτογαλίας, διορισμένος από αυτούς τους δύο βασιλείς· και καθώς άκουσε ότι συγκεντρώνονται οι βασιλείς σε πόλεμο, έστειλε και αυτός τον υιό του, τον μέγαν Κωνσταντίνο, με μέρος του στρατού για να πάει σε βοήθεια των βασιλέων.
Πήγαν λοιπόν στην Αλεξάνδρεια και τα τρία στρατεύματα, του βασιλέως Διοκλητιανού, του Μαξιμιανού και του μεγάλου Κωνσταντίνου, και έκαναν πόλεμο. Σε εκείνον δε τον πόλεμο, ο Μαξιμιανός, βλέποντας τον μέγαν Κωνσταντίνο, αν και νέο στην ηλικία, να νικά τους εχθρούς του περισσότερο από όλα τα στρατεύματά τους, τον φθόνησε και θέλησε να τον φονεύσει.
Ο δε μέγας Κωνσταντίνος, μόλις κατάλαβε την επιβουλή, έφυγε και πήγε κρυφά στην Πορτογαλία στον πατέρα του· και αυτό ήταν οικονομία Θεού να πάει, για να μην πάρει άλλος τη βασιλεία του πατέρα του από τους αδελφούς που είχε· διότι ο πατέρας του αγίου Κωνσταντίνου είχε και άλλους υιούς: από μεν την αγία Ελένη είχε τον μέγαν Κωνσταντίνο, από δε τη Θεοδώρα, την κόρη του βασιλέως Μαξιμιανού, είχε τον Δαλμάτο, τον Ανακαλλιανό και τον Κωνστάντιο, τον πατέρα του Γάλλου και του παραβάτου Ιουλιανού.
Την ημέρα λοιπόν που πήγε ο μέγας Κωνσταντίνος στον πατέρα του, τον βρήκε να είναι βαριά ασθενής. Και ο πατέρας του, μόλις τον είδε να έρχεται, τον εγκατέστησε βασιλέα στον θρόνο του και τον άφησε να βασιλεύει στα μέρη της Πορτογαλίας.
Τότε του είπε: «Τέκνο μου Κωνσταντίνε, εγώ βλέποντάς σε ότι είσαι πιο φρόνιμος από όλους τους αδελφούς σου, σε κάνω βασιλέα στον θρόνο μου· αλλά σε παρακαλώ, υιέ μου, να μην αφήσεις αυτόν τον μιαρότατο Μαξιμιανό να ζει και να βασιλεύει, διότι όλος ο κόσμος της δύσεως είναι κατεστραμμένος από αυτόν· μόνο φρόντισε όσο μπορείς να κάνεις καλό στους πτωχούς και να τον εξαφανίσεις από το πρόσωπο της γης, επειδή αυτός επιβουλεύτηκε εσένα για να σε φονεύσει». Δεν πέρασαν λοιπόν πολλές ημέρες αφότου βασίλευσε ο μέγας Κωνσταντίνος, και πέθανε ο πατέρας του.
Το όραμα του Σταυρού
Μετά δε τον θάνατο του Κώνστα, του πατέρα του αγίου Κωνσταντίνου, ο βασιλιάς Λικίνιος, ο γαμπρός του αγίου Κωνσταντίνου (στην αδελφή του), σήκωσε διωγμό εναντίον των Χριστιανών και δεν άφηνε πουθενά Χριστιανός να ονομάζεται ή να ακούγεται. Αλλά και ο Μαξέντιος, ο ανιψιός του βασιλέως Μαξιμιανού, βασιλεύοντας στη Ρώμη, έκανε πολλές αδικίες και παρανομίες: τις γυναίκες τις καταδυνάστευε, τους άρχοντες τους φόνευε αδίκως για να παίρνει την περιουσία τους, και έκανε άλλες μύριες συμφορές.
Αυτά όταν τα άκουσε ο μέγας Κωνσταντίνος, έχοντας την παραγγελία του πατέρα του να εκδικηθεί για τους πτωχούς, και επιπλέον επειδή τον ζητούσαν και οι Ρωμαίοι για να τους ελευθερώσει, μάζεψε στρατό για να πάει στη Ρώμη να φονεύσει τον Μαξέντιον.
Πήγε λοιπόν, και την μεν πρώτη ημέρα που έγινε ο πόλεμος, νικήθηκε ο μέγας Κωνσταντίνος και υποχώρησε. Κατά τη διάρκεια της νύχτας είδε στον ουρανό αστέρια που ήταν σε σχήμα Σταυρού, και έγραφαν και γράμματα με αστέρια: «Κωνσταντίνε, εν τούτω νίκα». Τότε διέταξε να φτιάξουν έναν Σταυρό ασημένιο, να τον βάλουν σε ένα κοντάρι, και το πρωί, όταν θα έμπαιναν στον πόλεμο, αυτό το σημείο να προπορεύεται.
Ο δε βασιλιάς Μαξέντιος, ελπίζοντας ότι θα τον νικήσει όπως και την πρώτη φορά, έφτιαξε μια αδύναμη γέφυρα στον ποταμό της Ρώμης Τίβερη, πλησίον σε μια άλλη γέφυρα που την ονόμαζαν Φουλβία· ώστε, αν ιδεί ο μέγας Κωνσταντίνος ότι νικιέται και θελήσει να φύγει για δεύτερη φορά, να τον αποκλείσει σε εκείνη τη γέφυρα, και μόλις επιχειρήσει να περάσει από εκεί με τον στρατό του, να κοπεί η γέφυρα και να πνιγεί μέσα στον ποταμό.
Αλλά ο Θεός ο μεγαλοδύναμος, που γυρίζει το κακό προς εκείνον που το κάνει, τι οικονόμησε; Τη δεύτερη φορά, μετά από αρκετές ημέρες, όταν ανταμώθηκαν στον πόλεμο, με τη βοήθεια του Θεού και του τιμίου Σταυρού, νικήθηκε ο στρατός του Μαξεντίου, και τόσος φόβος έπιασε τον Μαξέντιο, ώστε όρμησε να φύγει από τη γέφυρα που είχε φτιάξει, και όχι μόνο αυτός, αλλά και μερικοί άνθρωποι του στρατού του, και παρευθύς κόπηκε εκείνη η γέφυρα και πνίγηκε ο ασεβέστατος βασιλιάς.
Λοιπόν, όταν είδε το θαύμα ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, δόξασε τον Θεό. Αλλά για να μην διηγούμαι τα περί του μεγάλου Κωνσταντίνου και πολυλογώντας βγω έξω από την υπόθεση της εορτής μας, ας συντομεύσω τον λόγο μου.
Τελικά, ο μέγας Κωνσταντίνος έγινε Χριστιανός και βασίλευε στη Ρώμη αγαπημένος από όλο τον κόσμο, και παρευθύς όρισε οι μεν ελληνικοί ναοί (τα είδωλα) να κλείνονται, οι δε χριστιανικοί να ανοίγονται, οι Χριστιανοί να πληθαίνουν και οι Έλληνες (οι ειδωλολάτρες) να λιγοστεύουν.
Αλλά ο διάβολος, βλέποντας τη Χριστιανοσύνη να αυξάνεται, παρακίνησε τον γαμπρό του μεγάλου Κωνσταντίνου, τον Λικίνιον λέγω, και καταδίωκε τους Χριστιανούς. Όμως ο μέγας Κωνσταντίνος, θέλοντας περισσότερο την αγάπη του Χριστού παρά την αγάπη του γαμπρού του, ξεκίνησε πόλεμο κατά του Λικινίου· και σε εκείνον τον πόλεμο νικήθηκε ο Λικίνιος, και φοβούμενος μήπως φονευθεί, πήγε οικειοθελώς και προσκύνησε τον μέγαν Κωνσταντίνο.
Ο δε μέγας Κωνσταντίνος τον έστειλε στη Θεσσαλονίκη, να κάθεται μέσα στο κάστρο και να μην τολμά να βγει έξω από την πόρτα του κάστρου, και όλο το εισόδημα της Θεσσαλονίκης να το έχει για τη διατροφή του. Και έτσι άντεξε για λίγο καιρό ο Λικίνιος, και πάλι επιβουλεύεται τον μέγαν Κωνσταντίνο· και όταν το έμαθε αυτό εκείνος, έστειλε και τον φόνευσαν.
Διασκευή από από το βιβλίο, «Θησαυρός Δαμασκηνού» των εκδόσεων Βασ. Ρηγόπουλου. Εισαγωγή, βιογραφία συγγραφέως Ευάγγελος [π. Ειρηναίος] Χρ. Δεληδήμος.
