
Καθηγητής Γρηγόριος Ζιάκας, Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.
Ο ρόλος της Εκκλησίας στον πολιτισμό της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας
Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/grigorios-ziakas-ta-prota-pnevmatikis-anodou-stin-thessaloniki-epi-tourkokratias/
7. Η ορθόδοξη παράδοση στην τέχνη και τον λαϊκό βίο
Παρά τις αμφιταλαντεύσεις της η εκκλησία δεν είναι απούσα των νέων καιρών και των νέων αναζητήσεων. Το πνεύμα της ορθόδοξης παράδοσης είναι προπαντός αισθητό στα έργα της εκκλησιαστικής, αλλά και της κοσμικής τέχνης που αναπτύσσεται κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Πράγματι η θρησκευτική αρχιτεκτονική και τέχνη της περιόδου αυτής, καθώς και ορισμένα εκλεκτά έργα και εκδηλώματα του λαϊκού βίου, είναι εμπνευσμένα από την πνοή της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης.
Ως τα τέλη του 17ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη, όπως και σε όλες τις μεγάλες τουρκοκρατούμενες πόλεις, δεν ευνοείται η ανάπτυξη της χριστιανικής τέχνης, και προπάντων της αγιογραφίας. Η τέχνη ευνοείται μόνο στα μεγάλα μοναστικά κέντρα, σε χώρους δηλαδή απομονωμένους, όπως το Άγιον Όρος, τα Μετέωρα κλπ.
Από το 1700 και ύστερα, επικρατούν καλύτερες συνθήκες για τους υπόδουλους χριστιανούς. Τότε ευνοείται η τέχνη και στη Θεσσαλονίκη, όπου σώζονται δώδεκα μικρές μεταβυζαντινές εκκλησίες. Εξωτερικώς είναι μικρές και ταπεινές, διότι έτσι επιβάλλει ο κατακτητής, ο οποίος τις θέλει φτωχότερες των τεμενών, με λίγο φωτισμό και λιτή εξωτερική διακόσμηση. Ωστόσο έχουν πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο και ατμόσφαιρα κατανυκτική.
Επτά από αυτές σώζονται στις γενικές τους γραμμές ανέπαφες (με τροποποιήσεις βέβαια που είχαν επιφέρει οι ανιστορήσεις του περασμένου αιώνα), οι εξής: Άγιος Αθανάσιος, Παναγούδα ή Γοργοεπήκοος, της Υπαπαντής του Σωτήρος, η Λαγουδιανή, η Νέα Παναγία (Παναγία η Τριανή), ο Άγιος Αντώνιος και ο Άγιος Μηνάς.
Οι υπόλοιπες πέντε: Άγιος Κωνσταντίνος στην πλατεία Ιπποδρομίου, Παναγία Δεξιά (Άγιος Υπάτιος τότε), Αγία Θεοδώρα, Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Άγιος Δημήτριος τότε) και Άγιος Νικόλαος στην πλατεία της αρχαίας Αγοράς, έχουν κατεδαφισθεί και ξαναχτισθεί μεγαλύτερες μετά το 1950. Κυρίως γύρω από τις εκκλησίες αυτές συγκεντρωνόταν η ζωή των χριστιανών της τουρκοκρατίας.
Οι μεταβυζαντινοί αυτοί ναοί αποτελούν πολύτιμα ιστορικά μνημεία της περιόδου της τουρκοκρατίας. Η αρχιτεκτονική τους ενότητα τους δίνει τη δική τους ξεχωριστή φυσιογνωμία. Ανήκουν στον ρυθμό της ξυλόστεγης βασιλικής, ο οποίος επικράτησε στον ελληνικό χώρο στη διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα.
Πρόκειται για μικρές συνήθως μονόχωρες εκκλησίες, καμαροσκέπαστες ή ξυλόστεγες, χωρίς να λείπουν και μεγαλύτερες τρίκλιτες ξυλόστεγες βασιλικές ή σταυροειδείς με τις παραλλαγές τους. Στη Θεσσαλονίκη ωστόσο επικρατούν οι μικρές ξυλόστεγες βασιλικές. Τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά τους χαρακτηριστικά είναι ότι δεν έχουν νάρθηκα, ούτε εξωτερική στοά σε σχήμα Π ή Γ, που αποτελεί γνώρισμα των μεταβυζαντινών ναών.
Έχουν όμως πρόναο ή πρόστωο στη δυτική πλευρά και γυναικωνίτη, ο οποίος εμφανίζεται πολύ όψιμα στους μεταβυζαντινούς ναούς. Ορισμένες επίσης ξεχωριστές λεπτομέρειες παρατηρούνται στην εξωτερική όψη των ναών: δηλαδή στην τοιχοδομία, στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται τα ανοίγματα, και ιδίως στον διάκοσμο, ο οποίος θυμίζει πρότυπα ισλαμικής αρχιτεκτονικής.
Η ξυλογλυπτική: Η σπουδαιότητα όμως των ναών αυτών δεν βρίσκεται στην ταπεινή εξωτερική τους κατασκευή, η οποία σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο δεν έπρεπε να είναι σπουδαιότερη των τζαμιών, αλλά στον εσωτερικό τους διάκοσμο, και κυρίως στον ξυλόγλυπτο, όπου οι τεχνίτες είχαν την ευχέρεια να επιστρατεύσουν όλες τις καλλιτεχνικές τους ικανότητες.
Ο διάκοσμος αυτός δίνει μια ξεχωριστή υποβλητική και κατανυκτική ατμόσφαιρα στο εσωτερικό των ναών. Είναι καταπληκτικά τα τέμπλα της μακεδονικής τέχνης που σώζονται σε ορισμένα μοναστήρια και ναούς της Μακεδονίας. Στη Θεσσαλονίκη δείγμα χαρακτηριστικό της θαυμάσιας αυτής μακεδονικής τέχνης είναι το εικονοστάσιο της Νέας Παναγίας, έργο του 18ου αιώνα με μεταγενέστερες προσθήκες.
Τα ζωγραφιστά τέμπλα: Άλλο δείγμα της καλλιτεχνικής ευαισθησίας του καιρού εκείνου είναι τα ζωγραφιστά τέμπλα. Πρόκειται για μια ξεχωριστή κατηγορία τέχνης, η οποία συνδυάζει την ανατολική και την δυτική καλαισθησία. Μια τέτοια ξεχωριστή κατηγορία τέχνης είναι τα εικονοστάσια της Υπαπαντής, το παλιό του Αγίου Αθανασίου και του Αγίου Νικολάου. Πρόκειται για μια τέχνη του 18ου αιώνα, που συνθέτει θέματα με άνθη, τοπία, λίμνες, ποτάμια και πόλεις, και την συναντούμε σε Τράπεζες μοναστηριών και σε αρχοντικά σπίτια της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας.
Οι ξυλοπαγείς οροφές: Άλλο ιδιαίτερο γνώρισμα αυτών των ξυλόστεγων βασιλικών, είναι οι ξυλοπαγείς οροφές τους, διακοσμημένες, όπως και τα αρχοντικά σπίτια της εποχής, με ποικίλα γεωμετρικά σχήματα. Στο κέντρο της οροφής, όπου δεν υπάρχει τρούλλος, σχηματίζεται με ξυλόγλυπτη επένδυση ο μεγάλος ομφαλός, που τονίζεται με σκαλίσματα και διάφορα κοσμήματα, αντίστοιχα με του αρχοντικού σπιτιού την διακόσμηση, ή αντ’ αυτού ένας στρογγυλός ή πολυγωνικός ψευδότρουλλος.
Η ζωγραφική που είχε ακτινοβολήσει κατά τους πρώτους αιώνες της δουλείας στα μεγάλα μοναστικά κέντρα, δεν ευνοείται στη Θεσσαλονίκη. Ελάχιστα δείγματα ζωγραφικού διακόσμου σώζονται στη Νέα Παναγία. Φέρουν τη σφραγίδα ζωγραφικής του Αγίου Όρους του 18ου αιώνα, μιας τεχνοτροπίας η οποία προσπαθεί να επιστρέψει στα αθωνικά πρότυπα της παλαιολόγειας εποχής, και μάλιστα σ’ αυτά του Μανουήλ Πανσέληνου, του Θεσσαλονικέα. Ενδιαφέρον ωστόσο προκαλούν οι μεγάλου αριθμού φορητές εικόνες της εποχής σε παχύ ξύλο, που προορίζονταν για τα εικονοστάσια των εκκλησιών και για τα σπίτια.
Διακρίνονται για την έντονη διάπλαση των χαρακτηριστικών του προσώπου, τον ζωηρό διάκοσμο των ενδυμάτων και την μαστορική ακρίβεια στα εμπίεστα κοσμήματα των χρυσών φωτοστεφάνων.
Απόσπασμα από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ η «Θεσσαλονίκη ως κέντρο Ορθοδόξου Θεολογίας προοπτικές στη σημερινή Ευρώπη» που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Θεσσαλονίκη από 21-25 Μαΐου του 1997.
