Άγιος Δαμασκηνός Στουδίτης: Ο αγράμματος τυφλός θεολογούσε και οι μορφωμένοι μωρολογούσαν! Αυτός βρήκε το φως του και εκείνοι που έβλεπαν τυφλώνονταν!

Ο Ιησούς θεραπεύει τον εκ γενετής Τυφλό.

Θησαυρός Δαμασκηνού
Λόγος εις την Κυριακήν του Τυφλού

Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/agiou-damaskinou-tou-stouditi-mipos-gi-afton-ton-skopo-gennithike-ekeinos-tyflos-gia-na-fanerothoun-ta-thavmata-tou-christou/

Οι φθονεροί Φαρισαίοι σκανδαλίζονται
«Οι ουν γείτονες, και οι θεωρούντες αυτόν το πρότερον, ότι τυφλός ην, έλεγον· Ουχ ούτός εστιν ο καθήμενος, και προσαιτών; άλλοι έλεγον, ότι ούτός εστιν· άλλοι δε, ότι όμοιος αυτώ εστιν· εκείνος έλεγεν· Ότι εγώ ειμι· έλεγον ουν αυτώ· Πώς ανεώχθησάν σου οι οφθαλμοί; απεκρίθη εκείνος, και είπεν· Άνθρωπος, λεγόμενος Ιησούς, πηλόν εποίησε, και επέχρισέ μου τους οφθαλμούς, και είπέ μοι· Ύπαγε εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ, και νίψαι· απελθών δε και νιψάμενος, ανέβλεψα. Είπον ουν αυτώ, Πού εστιν εκείνος; λέγει αυτοίς, Ουκ οίδα».

Δηλαδή, αφότου πλύθηκε ο τυφλός και βρήκε το φως του, τον έβλεπαν οι άνθρωποι και οι γείτονές του, που τον ήξεραν από πρώτα τυφλό, και έλεγαν: «Δεν είναι αυτός εδώ που καθόταν και ζητούσε ελεημοσύνη;». Άλλοι έλεγαν: «Αυτός είναι», και άλλοι: «Δεν είναι αυτός, αλλά του μοιάζει». Εκείνος όμως έλεγε: «Εγώ είμαι».

Τον ρωτούσαν, λοιπόν, οι άνθρωποι: «Πώς ανοίχτηκαν τα μάτια σου;». Εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Ένας άνθρωπος που ονομάζεται Ιησούς έφτιαξε πηλό, άλειψε τα μάτια μου και μου είπε: Πήγαινε στη στέρνα του Σιλωάμ και πλύσου. Πήγα λοιπόν, πλύθηκα, και ορίστε, βλέπω!».

Του λένε οι άνθρωποι: «Και πού είναι εκείνος ο Ιησούς;». Τους αποκρίθηκε: «Δεν ξέρω».

Επειδή οι άνθρωποι έβλεπαν τον άλλοτε τυφλό να βλέπει, δικαιολογημένα θαύμαζαν και έλεγαν: «Δεν είναι αυτός ο τυφλός, που δεν ξεχώριζε πότε είναι μέρα και πότε νύχτα; Δεν είναι αυτός που παραπατούσε από δω κι από κει και πλήγωνε τα πόδια του στις πέτρες;

Δεν είναι αυτός που δεν είδε ποτέ του ούτε ήλιο, ούτε φεγγάρι, ούτε άστρα, ούτε ουρανό, ούτε κανένα άλλο κτίσμα του Θεού; Δεν είναι αυτός που δεν γνώρισε ποιος είναι ο πατέρας του και η μητέρα του, που δεν αναγνώριζε δικό του άνθρωπο και δεν ήξερε συγγενή, παρά περπατούσε ψηλαφίζοντας μόνο με τα χέρια; Που καθόταν στους δρόμους της πόλης και ζητιάνευε;».

Και ορισμένοι μεν, όσοι είχαν καλοπροαίρετη ψυχή, έλεγαν ότι αυτός είναι· κάποιοι άλλοι όμως, σκληρόκαρδοι, έλεγαν: «Δεν είναι αυτός, αλλά του μοιάζει».

Τι έκανε τότε ο πρώην τυφλός; Δεν έκρυψε την αλήθεια, δεν αποσιώπησε τη δύναμη του Χριστού, ούτε φάνηκε αχάριστος στον ευεργέτη του, αλλά μαρτυρούσε το θαύμα με δυνατή φωνή και έλεγε:
«Τι θαυμάζετε, άνθρωποι και γείτονες; Τι με ρωτάτε πώς βρήκα το φως μου; Αν θέλετε να ακούσετε, να σας το πω: Ένας άνθρωπος που ονομάζεται Ιησούς -καθώς άκουσα να τον φωνάζουν οι άνθρωποι- έφτιαξε πηλό. Δεν είδα με τι τον έφτιαξε, όμως, όπως κατάλαβα με τα αυτιά μου, έφτυσε κάτω στη γη μία, δύο και τρεις φορές, και έγινε ο πηλός. Με εκείνον τον πηλό άλειψε το μέρος όπου έχω τώρα τα μάτια μου και έπειτα μου είπε: “Πήγαινε στη στέρνα του Σιλωάμ και πλύσου”.

Εγώ, λοιπόν, ρωτώντας τον κόσμο, στηριζόμενος στο δεκανίκι μου και ψηλαφίζοντας με τα χέρια, πήγα έως εκεί· και με το που έριξα μια φούχτα νερό στο πρόσωπό μου, παρευθύς βρήκα το φως μου».

Του λένε οι γείτονές του: «Και πού είναι εκείνος ο Ιησούς που σε γιάτρεψε, για να τον δούμε κι εμείς, τι λογής άνθρωπος είναι;».

Αυτή η ερώτηση έχει διπλή σημασία: ή ότι τον ζητούσαν για να τον πιάσουν και να τον σκοτώσουν από τον φθόνο τους, ή ότι ήταν καλοπροαίρετοι άνθρωποι και, έχοντας κι άλλους αρρώστους, τον αναζητούσαν για να τους γιατρέψει. Ο πρώην τυφλός, επειδή δεν τον είχε δει και δεν ήξερε ποιος είναι, τους είπε: «Δεν ξέρω τι απέγινε· αποτραβήχτηκε σε άλλο μέρος. Ακόμα κι αν είναι ανάμεσά μας, δεν γνωρίζω ποιος είναι για να σας τον δείξω».

«Άγουσιν αυτόν προς τους Φαρισαίους τον ποτέ τυφλόν· ην δε Σάββατον, ότε τον πηλόν εποίησεν ο Ιησούς, και ανέωξεν αυτού τους οφθαλμούς. Πάλιν ουν ηρώτων αυτόν και οι Φαρισαίοι, πώς ανέβλεψεν, ο δε είπεν αυτοίς· Πηλόν επέθηκέ μου επί τους οφθαλμούς, και ενιψάμην, και βλέπω. Έλεγον ουν εκ των Φαρισαίων τινές· Ούτος ο άνθρωπος ουκ έστι παρά του Θεού, ότι το Σάββατον ου τηρεί· άλλοι έλεγον· Πώς δύναται άνθρωπος αμαρτωλός τοιαύτα σημεία ποιείν; και σχίσμα ην εν αυτοίς. Λέγουσιν ουν τω τυφλώ πάλιν· Συ τι λέγεις περί αυτού, ότι ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; ο δε είπεν· Ότι Προφήτης εστί».
Για ποιο λόγο οι γείτονες πήγαν τον πρώην τυφλό στους Φαρισαίους; Επειδή οι Φαρισαίοι, σύμφωνα και με το όνομά τους, ήταν ξεχωρισμένοι από τους άλλους ανθρώπους του κόσμου, ως πιο άγιοι και καλύτεροι· γι’ αυτό πήγαν σε εκείνους, για να τον εξετάσουν και να μάθουν αυτοί καλύτερα την αλήθεια, ως γνωστικοί και φρόνιμοι, μιας και οι γείτονες δεν πίστευαν απόλυτα τον πρώην τυφλό ότι είναι ο ίδιος.

Οι Φαρισαίοι, λοιπόν, για να ακούσουν την αληθινή ιστορία από το στόμα του, τον ρώτησαν πώς βρήκε το φως του. Τους λέει ο πρώην τυφλός: «Τι να πολυλογώ για την υπόθεση; Έβαλε πηλό στα μάτια μου, πλύθηκα και βλέπω. Θαυμάζω κι εγώ, Φαρισαίοι, πώς βρήκα το φως μου· εκπλήσσομαι που το σάλιο του Ιησού με γιάτρεψε. Μόνο τόσα ξέρω, τόσα καταλαβαίνω, ότι γιατρεύτηκα από τη δύναμη εκείνου».

Ω, πόσο μεγάλο κακό είναι ο φθόνος, ευλογημένοι Χριστιανοί! Ο πρώην τυφλός γιατρεύτηκε και ψυχικά και σωματικά, μαρτυρούσε την αλήθεια και διακήρυττε τον γιατρό του, ενώ οι Φαρισαίοι τον καταδίκαζαν. Ο αγράμματος θεολογούσε και οι μορφωμένοι μωρολογούσαν· ο τυφλός βρήκε το φως του και εκείνοι που έβλεπαν τυφλώνονταν. Πράγματι, μεγάλο κακό είναι ο φθόνος· αλλά έχει και ένα καλό: μαραίνει τον φθονερό, τρώει την καρδιά εκείνου που τον έχει· όσο αυξάνεται ο φθόνος του προς τον άλλον, τόσο ο ίδιος μικραίνει.

Επειδή ήταν Σάββατο όταν ο Κύριος έφτιαξε τον πηλό και άνοιξε τα μάτια του τυφλού, γι’ αυτό οι Φαρισαίοι βρίσκουν μια άδικη δικαιολογία και λένε: «Αυτός ο άνθρωπος, ο Ιησούς, δεν είναι σταλμένος από τον Θεό, επειδή δεν τηρεί το Σάββατο».

Γι’ αυτό κατηγορούσαν πάντοτε οι Φαρισαίοι τον Χριστό και ήθελαν να τον σκοτώσουν, επειδή δεν τηρούσε το Σάββατο. Για τον λόγο αυτό αναφέρει και ο σημερινός Ευαγγελιστής σε άλλο σημείο: «Οι Ιουδαίοι καταδίωκαν τον Ιησού και ήθελαν να τον σκοτώσουν, επειδή έκανε αυτά τα πράγματα την ημέρα του Σαββάτου».

Μερικοί όμως από τους Φαρισαίους, επειδή ήταν καλοπροαίρετοι, έλεγαν: «Αν αυτός είναι αμαρτωλός, πώς μπορεί και κάνει τέτοια θαύματα; Ο αμαρτωλός άνθρωπος ποτέ δεν κάνει θαύματα».

Διασκευή από από το βιβλίο, «Θησαυρός Δαμασκηνού» των εκδόσεων Βασ. Ρηγόπουλου. Εισαγωγή, βιογραφία συγγραφέως Ευάγγελος [π. Ειρηναίος] Χρ. Δεληδήμος.

Κύλιση στην κορυφή