
2. Μετά την σωτηρία που ευρήκαμε από τους Σκλαβηνούς [Σλάβους] ναυτικούς, αλλά και από τους Aβάρους, ο πολλές φορές μνημονευθείς όσιος πατέρας μας Ιωάννης, γνωρίζοντας από θεία αποκάλυψι την θεόσταλτη επιφορά του σεισμού που επρόκειτο να κτυπήση την πόλι, για την αμετανοησία μας, διότι, ενώ δι’ αυτού απαλλαγήκαμε από τόσο μεγάλους κινδύνους και αιχμαλωσίες, τίποτε δεν εκάμαμε σωστό, αλλά επιστρέψαμε σαν τον σκύλο στον εμετό μας, παρεκάλεσε τον αγαθό και φιλάνθρωπο Θεό, να μη μας συμβή στις ημέρες του αυτή η συμφορά. Πράγμα που έγινε, και λίγον καιρό ενωρίτερα, δηλαδή ή πριν από ένα μήνα περίπου, ο όσιος πατέρας μας αυτός απεδήμησε προς τον Θεό.
3 Κι’ έπειτα η θεόσταλτη αυτή οργή των ανερμηνεύτων εκείνων σεισμών τόσο πολύ εκτύπησε τούτην τη θεοπαίδευτη πόλι, ώστε κατέρρευσε και το μεγαλύτερο μέρος της πόλεως και των τειχών επίσης. Διότι από την επίμονη και αλλεπάλληλη επιφορά των σεισμών, μπορούσες να ιδής την στεριά να έχη αλλαγμένη την φύσι από τον φόβο και να κυμαίνεται σαν θάλασσα από βιαίους ανέμους [να αναταράσσεται η στεριά βίαια σαν σε θαλασσοταραχή], και τα οικήματα να κλυδωνίζωνται [να κλονίζονται συθέμελα] σαν πλοία στην τρικυμία, τους δε ανθρώπους η τα κτήνη να μη μπορούν να υποφέρουν ούτε όρθιοι ούτε καθισμένοι, αλλά κατά τα λόγια της Γραφής όλα να σαλεύωνται [να παραπαίουν και να τρικλίζουν] σαν ο μεθυσμένος.
4 Το δε έθνος των Σκλαβηνών, αν και ήταν πλησίον, δεν ετόλμησε να εγγίση την πόλι η να την εκπορθήση, αυτοί που πρωτύτερα, όταν τα τείχη ήσαν όρθια και οι πολίτες ήσαν άπερίσπαστοι, ήθελαν να την κυριεύσουν· και όμως οι σεισμοί εκράτησαν ανυποχώρητοι επί τόσες ημέρες και, όπως ελέχθηκε, πολλά οικήματα είχαν καταρρεύσει μέσα από τα τείχη και οι πύλες ήσαν ανοικτές και το μεγαλύτερο τμήμα του λαού ήταν διασκορπισμένο άοπλο στα έξω μέρη της πόλεως, διότι κανένας απολύτως δεν ετολμούσε να εισέλθη σε σπίτι.
5 Aλλ’ ο Θεός που επιθυμεί την επιστροφή μας και όχι την φθορά διεφύλαξε και τότε διά του αοιδίμου αθλοφόρου του [του πολιούχου της Θεσσαλονίκης Αγίου Δημητρίου], δηλαδή διά των πρεσβειών του, την πόλι άτρωτη και ατάραχη από τους εχθρούς.
Διότι εφανέρωσε τον εαυτό του σε πολλούς κι’ αυτήν την ώρα ο φιλεύσπλαχνος αυτός και σωσίπατρις Δημήτριος, όπως διηγήθηκαν μερικοί, άλλοτε περιοδεύοντας διά μέσου των πυλών και των τειχών, σαν να ενεργούσε κάποιο είδος φρουρήσεως της πόλεως, και άλλοτε καθισμένος σε άλογο και επιτελώντας την σωτηρία της πόλεως μαζί με άλλους, όπως λέγουν, αγίους.
6 Συνέβηκε δε και τούτο το θαυμαστό διά των ικεσιών του, ότι, ενώ κατέπεσαν τόσο πολλοί και τόσο μεγάλοι οίκοι και στοές και άλλα κτήρια, κανένας δεν έμεινε σ’ αυτά, αλλά όλοι διεσώθηκαν από θεία επέμβασι και πάλι ο καθένας παρέλαβε τα δικά του από όσα εσώθησαν μετά το έλεος του Θεού, κι’ έτσι υπάρχουν πάλι πόλις και πολίτες διά του μάρτυρος αυτού.
7 Ενώ λοιπόν οι πολίτες διεκήρυσσαν με ύμνους αυτές τις θεοπαίδευτες θαυματουργίες διά του σωσιπόλιδος και αθλοφόρου, οι πλησίον μας ευρισκόμενοι εκείνοι Σκλαβηνοί διεφήμιζαν φανερά την σωτηρία μας, λέγοντας ότι, όταν έγινε ο πρώτος και μεγάλος σεισμός, τον οποίο ακολούθησαν αδιακόπως οι άλλοι, είδαν όλον τον αέρα σκοτισμένο επί πολλές ώρες από τη σκόνη που, όπως είπαν, προκαλούσαν οι καταρρεύσεις· τότε, αφού έτρεξαν προς τους λοφώδεις τόπους, είδαν γκρεμισμένη όλη την πόλι, ώστε παίρνοντας σκαπάνες και άλλα έργαλεία για καθαρισμό ώρμησαν άοπλοι, διότι ενόμιζαν ότι όλοι είχαν αποθάνει, για να σκάψουν και παραλάβουν τα πράγματα των πολιτών.
Καθώς έρχονταν με τέτοια πρόθεσι κι’ επλησίασαν, είδαν από παντού και τα τείχη και την πόλι να στέκωνται όρθια, όπως και πρωτύτερα, και οπλίτες φρουρούς επάνω στα τείχη και έξω απ’ αυτά. Κι’ έτσι επέστρεψαν άπρακτοι και έντρομοι.
8 Aφού λοιπόν αυτά τα απερίγραπτα θαύματα διακηρύσσονταν και από τους βαρβάρους, στο εξής οι πολίτες γεμάτοι ευφροσύνη και ησυχία ανενέωναν κάθε χρόνο τους ύμνους προς τον Θεό και τον μάρτυρα για τη σωτηρία τους, συναθροιζόμενοι στον ψυχοσώστη ναό του προστάτη τους.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Κέντρου Αγιολογικών Μελετών της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, η «Γραμματεία των Δημητρίων Α’, Διηγήσεις περί των θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου». Κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Παναγιώτη Κ. Χρήστου.
Επιμέλεια: Στ.Κ.
