Άγιος Δαμασκηνός Στουδίτης: Για ποιους λόγους καθιερώθηκε η Γιορτή των Αγίων Πάντων και η ζωή της Αγίας Θεοφανούς

Άγιοι Πάντες.

Θησαυρός Δαμασκηνού
Λόγος σε απλή γλώσσα για την Κυριακή των Αγίων Πάντων

Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/agios-damaskinos-stouditis-gia-tin-kyriaki-ton-agion-panton/
Όταν τιμούμε τους Αγίους, δοξάζουμε τον Θεό

Αυτούς ακριβώς γιορτάζουμε κι εμείς σήμερα [την Κυριακή των Αγίων Πάντων], ευλογημένοι Χριστιανοί, για τον εξής λόγο: Επειδή την Κυριακή που πέρασε κατέβηκε το Πανάγιο Πνεύμα και φώτισε τους Αποστόλους, και οι Απόστολοι δίδαξαν τον κόσμο και έπεισαν τους ανθρώπους σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καταφρονήσουν ακόμα και τον θάνατο για την αγάπη του Χριστού.

Γι’ αυτό και οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας όρισαν να γιορτάζουμε σήμερα τη μνήμη τους, για να γνωρίσουμε τι είδους καρπό και κέρδος προσέφεραν οι Απόστολοι στον Θεό.

Ένας άλλος λόγος είναι ότι, επειδή εκείνος ο πρώτος Άγγελος, ο Εωσφόρος, εξέπεσε εξαιτίας της υπερηφάνειάς του (η οποία είναι το πρώτο και μεγαλύτερο κακό), σήμερα γιορτάζουμε τους Αγίους οι οποίοι, με την υπακοή και την ταπείνωσή τους, και με το μαρτύριό τους έπειτα, αναπλήρωσαν εκείνη τη θέση του Εωσφόρου που είχε μείνει κενή.

Τρίτος λόγος είναι ότι, επειδή υπάρχουν μερικοί Άγιοι που μαρτύρησαν σε διάφορους τόπους και είναι ανώνυμοι και άγνωστοι στους ανθρώπους, αλλά στον Θεό έχουν μεγάλη τιμή, γι’ αυτό η Εκκλησία τους καθιέρωσε όλους μαζί σήμερα, ώστε να τιμώνται κι αυτοί μαζί με τους επώνυμους και γνωστούς.

Ή ακόμα, επειδή και στο μέλλον πρόκειται να γίνουν κι άλλοι Άγιοι, οι οποίοι μπορεί να μην έχουν ανθρώπους να τους επαινούν και να τους γιορτάζουν, η Εκκλησία τους συμπεριέλαβε όλους μαζί σε μία ημέρα για να πανηγυρίζονται. Και όπως ακριβώς όταν επαινούνται οι στρατιώτες, επαινείται μαζί τους και ο βασιλιάς που τους έχει, παρομοίως και σήμερα που επαινούνται οι Άγιοι, πολύ περισσότερο δοξάζεται και τιμάται ο Θεός, ο οποίος δέχτηκε το μαρτύριό τους, τους τίμησε, τους δυνάμωσε και νίκησαν τον Διάβολο· ο οποίος τους έδωσε δύναμη και Τον υπηρέτησαν επάξια.

Και άλλοι μεν Του ευαρέστησαν με το μαρτύριο, άλλοι με την άσκηση, άλλοι με τη δικαιοσύνη και άλλοι με ό,τι μπόρεσε και κατόρθωσε ο καθένας.

Όλους αυτούς τους Αγίους τίμησε ο ευσεβέστατος βασιλιάς Λέων ο Σοφός και τους έχτισε μια Εκκλησία μεγάλη και ξακουστή. Διότι είχε μια σύζυγο που την έλεγαν Θεοφανώ, η οποία αγίασε αργότερα. Αυτός, λοιπόν, θέλησε να της χτίσει μια Εκκλησία που να μην υπάρχει όμοιά της αλλού, αλλά οι Ιερείς εκείνου του καιρού του είπαν να χτίσει μεν την Εκκλησία, αλλά να την ονομάσει «των Αγίων Πάντων», ώστε να είναι και αυτή η βασίλισσα μαζί με τους άλλους Αγίους.

Πώς όμως ήταν αυτή η αγία Θεοφανώ στην αρχή και πώς αγίασε, θα το διηγηθώ εν συντομία για να καταλάβετε ότι ήταν άξιο να τιμάται και αυτή.

Αγία Θεοφανώ.

Η ζωή της Αγίας Θεοφανούς

Η αγία Θεοφανώ ήταν από την Κωνσταντινούπολη, από ευγενικό γένος που ονομαζόταν των Μαρτινακίων. Είχε πατέρα ευσεβή και Χριστιανό, που τον έλεγαν Κωνσταντίνο, ο οποίος ήταν διοικητής (φλαμπουράρης) όλης της Ανατολής, και μητέρα που την έλεγαν Άννα, από την Ανατολή. Ήταν μάλιστα παιδί που γεννήθηκε ύστερα από προσευχή, διότι η μητέρα της ήταν στείρα και δεν γεννούσε· γι’ αυτό παρακαλούσαν πολύ την Παναγία να τους χαρίσει ένα παιδί. Πήγαιναν συνεχώς στον ναό της Παναγίας που ονομαζόταν «του Φορακίου» και εκεί ικέτευαν την Αγία Θεοτόκο να τους δώσει έναν κληρονόμο. Η Κυρία Θεοτόκος τους εισάκουσε και τους έδωσε παιδί, την αγία Θεοφανώ.

Όταν έγινε έξι χρόνων, την έβαλαν και έμαθε τα ελληνικά και τα εκκλησιαστικά γράμματα, και πρόκοβευε συνεχώς στο καλό. Βλέποντάς την οι γονείς της, την καμαρώναν, χαίρονταν και δόξαζαν τον Θεό και την Παναγία για το παιδί που τους χάρισε. Ο βασιλιάς εκείνης της εποχής, που ονομαζόταν Βασίλειος, ψάχνοντας μια κοπέλα όμορφη και φρόνιμη για να παντρέψει τον γιο του, τον Λέοντα τον Σοφό, δεν έβρισκε κατάλληλη, μέχρι που έμαθε για την αγία Θεοφανώ, ότι ήταν ακριβώς όπως τη ζητούσε. Αμέσως διέταξε, την έφεραν και έκαναν τον γάμο.

Μετά από αυτά, ένας καλόγερος ονόματι Σανταβαρηνός, έβαλε ιδέες στον πατέρα [τον βασιλιά Βασίλειο] ότι ο Λέων θέλει τάχα να του πάρει με δόλο τον θρόνο. Αμέσως ο βασιλιάς Βασίλειος εξόρισε τον γιο του μαζί με τη γυναίκα του, τη Θεοφανώ, στη Θεσσαλονίκη, όπου έμειναν κλεισμένοι στο κάστρο για τρία χρόνια. Η μητέρα του Λέοντος (και πεθερά της Αγίας) έκλαιγε συνεχώς για τον γιο και τη νύφη της· είχε όμως μια κίσσα [πουλί] σε ένα κλουβί και την έμαθε να μιλάει.

Αφού πέρασαν τα τρία χρόνια της εξορίας του Λέοντος, ο πατέρας του ο Βασίλειος θέλησε να κάνει τα εγκαίνια της Εκκλησίας του Αγίου Ηλία, που είχε χτίσει. Η βασίλισσα τότε πήρε εκείνη την κίσσα και την κρέμασε πάνω από το τραπέζι όπου επρόκειτο να καθίσουν οι άρχοντες για να φιλοξενηθούν από τον βασιλιά. Όταν οι άρχοντες άρχισαν να τρώνε, αμέσως άρχισε και η κίσσα, έτσι μαθημένη που ήταν, να κλαίει για τον Λέοντα, μιμούμενη τη βασίλισσα. Μόλις οι άρχοντες άκουσαν το πουλί να λέει αυτά τα παραπονεμένα λόγια, έπεσαν όλοι στα γόνατα και παρακάλεσαν τον βασιλιά να συμφιλιωθεί με τον γιο του εκείνη την ημέρα· πράγμα που ο βασιλιάς έκανε, υποχωρώντας στις παρακλήσεις των αρχόντων. Έστειλε λοιπόν μήνυμα και ο Λέων επέστρεψε από τη Θεσσαλονίκη μαζί με τη γυναίκα του, την αγία Θεοφανώ. Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε και ο βασιλιάς Βασίλειος πέθανε, και αμέσως στον θρόνο ανέβηκε ο γιος του, ο Λέων.

Όταν η Θεοφανώ πήρε την εξουσία και έγινε βασίλισσα, καθόλου δεν την ένοιαζε η βασιλεία. Εξωτερικά βέβαια φορούσε τα βασιλικά ρούχα, αλλά από μέσα φορούσε ένα τρίχινο, σκληρό ρούχο (σάκο). Νύχτα και μέρα ήταν κλεισμένη σε ένα κελί και διάβαζε το Ψαλτήριον. Τις πλούσιες τροφές που της έφερναν τις καταφρονούσε σαν να ήταν άχυρα. Με πολλές νηστείες και αγρυπνίες έκανε κρυφές και φανερές ελεημοσύνες στους φτωχούς.

Η τροφή της ήταν λίγο ψωμί και βρασμένα χόρτα. Όλα τα μεταξωτά της φορέματα τα μοίραζε σε χήρες και φτωχές γυναίκες. Τα ασκητήρια και τις σπηλιές των καλόγερων τα μετέτρεψε σε μοναστήρια και μεγάλες εκκλησίες. Τους ευνούχους και τους δούλους της ποτέ δεν τους φώναζε απλώς με το όνομά τους, αλλά είχε πάντα στη γλώσσα της τη λέξη «Κύριε».

Ποτέ της δεν έβρισε σκλάβα ούτε μίλησε απότομα σε κανέναν. Δεν πέρασε μέρα που να μην τρέξουν δάκρυα από τα μάτια της. Το κρεβάτι της ήταν στολισμένο με χρυσά ξύλα, αλλά εκείνη έστρωνε κάτω ένα σκέτο ψαθί και κοιμόταν χαμηλά στο πάτωμα. Ποτέ της δεν έφαγε χωρίς να έχει προηγηθεί εκκλησιαστική ακολουθία, ποτέ δεν κοιμήθηκε χωρίς να κλάψει για τις αμαρτίες της, και ποτέ δεν σηκώθηκε από τον ύπνο χωρίς να διαβάσει ψαλμούς. Από τη μεγάλη της εγκράτεια αρρώστησε, και με αυτή την αφορμή φύλαγε την παρθενία της.

Ύστερα, ο βασιλιάς Λέων, βλέποντάς την ότι δεν ενδιαφερόταν για τα εγκόσμια, τη χώρισε. Εκείνη πήγε και έγινε καλογριά σε ένα μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης, και είχε τόση ταπείνωση, ώστε τη νύχτα έπαιρνε τα σταμνιά των ανήμπορων καλογριών, πήγαινε σε μια βρύση κοντά στο μοναστήρι και τα γέμιζε στα κρυφά. Όταν όμως ο Θεός θέλησε να πάρει την ψυχή της, εκείνη το κατάλαβε, κάλεσε τις καλογριές του μοναστηριού, ζήτησε συγχώρεση από όλες και τότε αναπαύθηκε.

Για αυτήν λοιπόν την Αγία, ο βασιλιάς Λέων, ο άνδρας της, έχτισε έναν ναό κοντά στην Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Όμως οι θεοφόροι Πατέρες, όπως προείπα, δεν τον άφησαν να δώσει στον ναό το δικό της όνομα· πρώτον, επειδή δεν είχε κάνει κάποιο θαύμα μετά τον θάνατό της, και δεύτερον, επειδή είπαν: «Πώς γίνεται αυτή που μέχρι χθες και προχθές ζούσε μέσα στα παλάτια, να έχει τώρα έναν τέτοιο θαυμαστό ναό, τη στιγμή που άλλοι Άγιοι, πολύ μεγαλύτεροι, δεν έχουν ούτε μια μικρή εκκλησία; Ας τον ονομάσουμε λοιπόν των Αγίων Πάντων, ώστε και οι ανώνυμοι Άγιοι να τιμώνται, και αυτή η Αγία να είναι μαζί με όλους τους άλλους».

Συνεχίζεται

Διασκευή από από το βιβλίο, «Θησαυρός Δαμασκηνού» των εκδόσεων Βασ. Ρηγόπουλου. Εισαγωγή, βιογραφία συγγραφέως Ευάγγελος [π. Ειρηναίος] Χρ. Δεληδήμος.

Κύλιση στην κορυφή