Γεώργιος Μαντζαρίδης: Η μίμηση της κενώσεως του Χριστού βιώνεται από τους διά Χριστόν σαλούς στην πιο απόλυτή της μορφή!

Οι διά Χριστόν Άγιοι της Θεσσαλονίκης Σάββας και Νικόδημος.

Οι «διά Χριστόν σαλοί» στα αγιολογικά έργα του Αγίου Φιλοθέου
Γεωργίου Ι. Μαντζαρίδη
Καθηγητή της Θεολογική Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/georgios-mantzaridis-i-epidioxi-ton-dia-christon-salon-i-moron/

Οι διά Χριστόν σαλοί δεν είναι πάντοτε μοναχοί. Πολύ περισσότερο οι μοναχοί δεν είναι πάντοτε διά Χριστόν σαλοί. Παρόλα όμως αυτά οι μοναχοί και οι διά Χριστόν σαλοί παρουσιάζουν πολλά κοινά γνωρίσματα. Και πριν απ᾿ όλα το κοινό γνώρισμά τους είναι η αναζήτηση μιας αληθινά χριστιανικής ζωής.

Όπως ο μοναχός, έτσι και ο διά Χριστόν σαλός, δεν ικανοποιείται με τη συμβατική ζωή των πιστών μέσα στον κόσμο, αλλά θέλει να ζήσει ολόκληρη την αλήθεια του Ευαγγελίου, προσφέροντας ολόκληρο τον εαυτό του στο Θεό. Ενώ όμως ο μοναχός μπορεί να εγκλωβιστεί σε μια νέα συμβατικότητα μέσα στα πλαίσια του μοναχικού θεσμού, ο διά Χριστόν σαλός παραμένει αδέσμευτος.

Όπως είδαμε προηγουμένως, και ο όσιος Νικόδημος και ο όσιος Σάββας δεν επαναπαύθηκαν σε οποιαδήποτε συμβατική μοναχική ζωή. Ο όσιος Νικόδημος μετά από πολλές κακουχίες και περιπλανήσεις εγκαταβίωσε στη μονή Φιλοκάλλους [της Θεσσαλονίκης]. Αλλά κι εκεί, χωρίς να παραμελεί καμιά από τις μοναχικές του υποχρεώσεις, προχωρούσε σε εντονότερη άσκηση και αυταπάρνηση, αναλαμβάνοντας πρόθυμα κάθε είδους προσωπικούς κινδύνους ή εξευτελισμούς.

Και ο όσιος Σάββας, ενώ ανήκε στην ιερά μονή Βατοπεδίου, έζησε δεκάδες χρόνια έξω από αυτήν, περιπλανώμενος, αλλάζοντας διαρκώς τόπο διαμονής και προσποιούμενος τον μωρό, για ν’ αποφύγει οποιαδήποτε ανθρώπινη δόξα.

Η φτώχεια, που αποτελεί βασική αρετή της μοναχικής ζωής, δε μετριάζεται για τους διά Χριστόν σαλούς από τη μοναστηριακή περιουσία. Ακόμα και μέσα στη μονή οι διά Χριστόν σαλοί παραμένουν ξένοι και ανέστιοι. Αυτά κατορθώνονται με την προσποίηση της παραφροσύνης, που παρεμποδίζει ή και διακόπτει τις κοινωνικές τους σχέσεις με το περιβάλλον, με την επιπλέον άσκηση, με την αλλαγή του τόπου διαμονής τους, με τη γυμνότητα ή τέλος και με τη σιωπή, όπως έκανε ο όσιος Σάββας σε μια περίοδο κατεξοχήν ησυχαστική.

Η μίμηση της κενώσεως του Χριστού βιώνεται από τους διά Χριστόν σαλούς στην πιο απόλυτή της μορφή. Έτσι κατορθώνουν να διατηρούν διαρκώς αδέσμευτη τη χαρισματική τους ζωή και ζωντανή την εσχατολογική τους προσδοκία. Το χάρισμά τους δε συμπιέζεται μέσα στο θεσμό και η εσχατολογική τους προσδοκία δεν περιορίζεται μέσα στα πλαίσια μιας οποιασδήποτε ατομικής ή συλλογικής αυτοβεβαιώσεως.

Από την άλλη πλευρά η φαινομενικά ακατάστατη ζωή τους και οι τολμηρές εκδηλώσεις τους, που συχνά δίνουν την εντύπωση ότι εκφράζουν ένα αμαρτωλό και έκλυτο ήθος, αποκαλύπτουν μια βαθύτατα φιλάνθρωπη, αλλά και ταυτόχρονα έντονα επαναστατική διάθεση. Όπως εύστοχα παρατηρήθηκε, «ο διά Χριστόν σαλός δεν ικανοποιείται με κοινωνικό έργο, αλλά ταυτίζει απόλυτα τον εαυτό του με τους ελεεινούς αδελφούς, στους οποίους είναι παρών ο Χριστός και περιμένει να διακονηθεί. Ο διά Χριστόν σαλός ζει με αυτούς, αισθάνεται στενή συγγένεια μαζί τους είναι στο πλευρό τους και μοιράζεται την τύχη τους».

Παράλληλα ο διά Χριστόν σαλός δεν υποκύπτει στα συμβατικά σχήματα της κοινωνικής ζωής. Δε φοβάται την κρίση ή την κατάκριση των ανθρώπων, ούτε διστάζει μπροστά στους κινδύνους και τις απειλές. Δεν υποκύπτει στον έλεγχο της κοινωνίας ούτε υπολογίζει τη γνώμη των πολλών. Ελέγχει με τη συμπεριφορά του τη συμβατικότητα και την αδράνεια, και εμπαίζει την υποκρισία και την έπαρση.

Όπως έχει διαπιστωθεί, οι διά Χριστόν σαλοί εμφανίζονται σε περιόδους κατά τις οποίες κυριαρχεί ο θεσμικός χαρακτήρας της Εκκλησίας και ο συμβιβασμός με την κρατούσα κοινωνική και πολιτική κατάσταση. Οι διά Χριστόν σαλοί επισημαίνουν το χαρισματικό χαρακτήρα της Εκκλησίας και την ανεξαρτησία της από κάθε κοινωνική και πολιτική κατάσταση.

Συνεχίζεται

Από την έκδοση της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης «Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν του εν αγίοις πατρός ημών Φιλοθέου αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Θεσσαλονικέως» (14-16 Νοεμβρίου 1983).

Κύλιση στην κορυφή