
Ο εκ Θεσσαλονίκης Άγιος Νικάνωρ ιδρυτής της ιεράς μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (Ζάβορδας) τιμάται στις 7 Αυγούστου.
Όταν ο νεαρός Θεσσαλονικιός Νικόλαος ήταν ακόμα στον κόσμο, η μητέρα του βρήκε μια πανέμορφη και πλούσια κοπέλα από αρχοντική οικογένεια και σχεδίαζε να τον παντρέψει, έστω και αν ο ίδιος δεν το ήθελε. Ο ίδιος είχε πόθο να γίνει μοναχός.
Η μητέρα του, όμως, σύντομα κοιμήθηκε και (έτσι) ο Νικόλαος έμεινε ελεύθερος να ακολουθήσει τον δρόμο που λαχταρούσε η ψυχή του.
Από τότε άρχισε να ζει με ακόμη μεγαλύτερο πνευματικό και ασκητικό ζήλο. Αγωνιζόταν αδιάκοπα ενάντια στις αδυναμίες της σάρκας με αυστηρές νηστείες, κοιμόταν κατάχαμα στο έδαφος και περνούσε τις νύχτες του με ολονύκτιες προσευχές και θερμά δάκρυα.
Παράλληλα, άρχισε να μοιράζει την πατρική του περιουσία στους φτωχούς και στα ορφανά. Με αυτόν τον τρόπο απέκτησε την αρετή της απόλυτης ακτημοσύνης και σύντομα αξιώθηκε να γευτεί τους καρπούς της, φορώντας το αγγελικό σχήμα των μοναχών.
Τότε μετονομάστηκε σε Νικάνωρ, έτοιμος πια να σηκώσει στους ώμους του τον Σταυρό.
Από τη στιγμή που ο μακάριος Νικάνωρ μπήκε κάτω από τον ελαφρύ ζυγό του Χριστού, οι αρετές του πολλαπλασιάστηκαν.
Δεν σταματούσε ποτέ να αγρυπνά και να προσεύχεται, ανεβαίνοντας μέρα με τη μέρα την πνευματική σκάλα προς τον Θεό.
Η φήμη για την αγία ζωή του έφτασε γρήγορα στα αυτιά του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, ο οποίος τον κάλεσε και τον παρακάλεσε θερμά να δεχτεί το λειτούργημα της ιεροσύνης.
Εκείνος όμως, από βαθιά ταπεινοφροσύνη, αρνιόταν πεισματικά, θεωρώντας τον εαυτό του ανάξιο για ένα τόσο μεγάλο χάρισμα.
Βλέποντας, όμως, ο Αρχιερέας την καθαρότητα της ψυχής του, τον χειροτόνησε, τελικά, και χωρίς τη θέλησή του· πρώτα Διάκονο, έπειτα Πρεσβύτερο και στο τέλος τον όρισε Τυπικάρη, ώστε να φροντίζει για την ευταξία των εκκλησιαστικών ακολουθιών.
Ο Άγιος, για να μην φανεί ανυπάκουος, αποδέχτηκε αυτή την ευθύνη και έδειξε τόσο μεγάλο ζήλο, που κανείς ποτέ δεν κατάφερε να τον ξεπεράσει. Βρισκόταν συνεχώς μέσα στον ναό, μελετώντας αφοσιωμένα τα ιερά βιβλία και συγκεντρώνοντας τεράστια πνευματική σοφία.
Σαν τον έμπειρο ζωγράφο, ο Νικάνωρ επέλεγε πάντα τα πιο εκλεκτά πρότυπα αγίων για να στολίσει τη δική του ψυχή με τις πιο λαμπρές αρετές, κάνοντάς την πανέμορφη, γεμάτη από τα πολύχρωμα άνθη του Πνεύματος.
Κι αν θέλει κανείς να καταλάβει το μέγεθος των υπεράνθρωπων αγώνων του, αρκεί να αναλογιστεί ένα μόνο παράδειγμα: τις περισσότερες νύχτες στεκόταν όρθιος από το βράδυ μέχρι το πρωί, έχοντας τα χέρια του υψωμένα προς τον ουρανό, όπως ο Μωυσής, προσευχόμενος αδιάλειπτα κάτω από το φως των αστεριών.
Διασκευή από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Αύγουστος, τόμος η’.
