Αντώνιος Παπαδόπουλος: Ο άγιος Δημήτριος υπήρξεν υπέρμαχος της τριάδος και συνεργός ποιμένων και διδασκάλων υπέρ της Ορθοδοξίας

Άγιος Δημήτριος. (τοιχογραφία) Μανουήλ Πανσέληνος, Πρωτάτον, Καρυές Αγίου Όρους.

Αντώνιος Παπαδόπουλος, καθηγητής Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Ο Άγιος Δημήτριος εις το συγγραφικόν έργον του Συμεών Θεσσαλονίκης

Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/agios-symeon-o-agios-dimitrios-einai-elaia-pliris-theion-karpon-eleous-en-oiko-theou-pefytevmeni-kalos-kai-krinon-lefkon-katharotitos/

Πάντα όμως ταύτα δεν θέτουν τον άγιον εις ίσον επίπεδον με τον Χριστόν. Ο άγιος καθίσταται μέτοχος των αγαθών τούτων διότι μιμείται τον διδάσκαλον και τελειωτήν της πίστεως. «Ει γάρ επάρσεως σημείον το νεκρούσθαι και ρέειν εις το μη όν, και δήλον εκ του Αδάμ, ισοθείας νόσω ευρηκότος τον θάνατον, το μέχρι θανάτου ταπεινούσθαι διά Χριστόν πάντως του ζην αίτιον έσται· επεί και Χριστός, άχρι θανάτου ταπεινωθείς, εξεγήγερται και εις αιώνα ζη, ‘θάνατος’ γάρ φησίν αυτού ουκέτι κυριεύει. Ίνα ουν δειχθή και Δημήτριος ότι ζη, ταπεινωθείς διά Χριστόν και αποθανών, κείται νεκρός μεν βροτών νόμω, επεί κατετρώθη και τέθνηκε, ρέει δε αρρεύστως ζωήν εκ των νεκρών λειψάνων μη λήγουσαν, φανερών ως ζη, ταπεινωθείς εν Χριστώ, και δεδόξασται, και έτι δοξασθήσεται πλέον» 47

«Διότι, αν το να πεθαίνει κανείς και να καταλήγει στην ανυπαρξία είναι σημάδι έπαρσης -κάτι που φάνηκε καθαρά στην περίπτωση του Αδάμ, ο οποίος βρήκε τον θάνατο επειδή αρρώστησε από την επιθυμία να γίνει ίσος με τον Θεό- τότε οπωσδήποτε η ταπείνωση μέχρι θανάτου για χάρη του Χριστού θα γίνει η αιτία της αληθινής ζωής. Άλλωστε και ο Χριστός, επειδή ταπεινώθηκε μέχρι θανάτου, αναστήθηκε και ζει στους αιώνες, αφού, όπως λέγεται, ο θάνατος δεν Τον εξουσιάζει πια. Για να αποδειχθεί λοιπόν ότι και ο Δημήτριος ζει -επειδή ταπεινώθηκε για τον Χριστό και πέθανε- κείτεται νεκρός σύμφωνα με τον νόμο των θνητών, αφού τραυματίστηκε θανάσιμα και ξεψύχησε, όμως αναβλύζει ασταμάτητα από τα νεκρά λείψανά του ζωή που δεν τελειώνει. Έτσι φανερώνει ότι ζει, επειδή ταπεινώθηκε εν Χριστώ, και ότι δοξάστηκε και θα δοξαστεί ακόμη περισσότερο».

Κατά την ορθόδοξον διδασκαλίαν η δύναμις εκείνη η οποία τελειοποιεί τους πιστούς και κάμει αυτούς φίλους του Θεού, είναι το μυστήριον του σταυρού και της αναστάσεως. Ο άγιος Δημήτριος υπακούσας εις το θέλημα του Θεού, ήρε τον σταυρόν του, ηγωνίσθη δηλ. εκουσίως ως πιστός διά να απελευθερωθή εκ της δουλείας του διαβόλου και της αμαρτίας.

Άρα ορθώς οι εγκωμιασταί του αποδίδουν εις αυτόν ασκητικάς αρετάς. Επιπλέον η υπακοή του εις τον Χριστόν μέχρι της μιμήσεως του πάθους του, κατηξίωσε αυτόν να γίνη φίλος του Χριστού. Διά της υπακοής η χάρις του Θεού μεταβάλλει την «υποστατικήν» ιδιοτέλειαν του πιστού εις ανιδιοτελή αγάπην και έτσι ο χριστιανός θεούται και γίνεται συνεργός του Θεού και αδελφός και συμβασιλεύς κατά χάριν του Χριστού, και θετός υιός της παρθένου, η οποία ευρίσκεται εις την κορυφήν του νέφους των αγίων 48.

Ο Συμεών και εις τους  Ύμνους του ομιλεί περί δοξασμού του μάρτυρος διότι ο τελευταίος εζήλωσε το πάθος του Χριστού. Τονίζεται ότι ο κόσμος ανεμορφώθη διά του μαρτυρίου του Χριστού και αγιάζεται επίσης διά του αίματος του μάρτυρος 49. Χρησιμοποιών ο Συμεών την γλώσσαν του αγίου Μαξίμου ομιλεί περί Θεού ως αγάπης και έρωτος, αλλά και ως αγαπητού και εραστού, διά να αποδώση εις την αγάπην του μάρτυρος προς τον Χριστόν τας διά του μάρτυρος παρεχομένας ευεργεσίας του Θεού. Εντός του πνεύματος αυτού δυνάμεθα να κατανοήσωμεν και τον χαρακτηρισμόν «διαλλακτής» 50 που αποδίδει ο Συμεών εις τον άγιον Δημήτριον· τον χαρακτηρισμόν αυτόν διά πρώτην φοράν απαντώμεν εις αγιολογικά κείμενα περί του αγίου Δημητρίου.

Το Χριστομίμητον του μαρτυρίου συμβολίζουν και αι εορταί του αγίου Δημητρίου. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ομιλών περί της συλλήψεως του αγίου Δημητρίου εν τη Καταφυγή και περί του μαρτυρίου του αγίου λέγει: «Ταύθ’ ημείς εικονίζοντες, κατ’ έτος εικότως, εκεί μεν της πανηγύρεως ποιούμεθα την αρχήν, ώδε δε την τελείωσιν, επεί και ο μάρτυς ούτως είχεν, ελκόμενος εις την σφαγήν τηνικαύτα διά Χριστόν» 51

«Αναπαριστώντας αυτά εμείς με εικόνες, όπως είναι φυσικό κάθε χρόνο, από εκεί μεν ξεκινάμε την πανήγυρη (τη γιορτή), εδώ δε την ολοκληρώνουμε· διότι έτσι συνέβη και με τον μάρτυρα, ο οποίος οδηγήθηκε τότε στη σφαγή για χάρη του Χριστού».

Εξ άλλου ο Αρμενόπουλος παρατηρεί τα εξής: «η πόλις ξύμπασα κοσμίως ευ μάλα επέτειον ιεράν ποιείται και θείαν πομπήν… το τούτου χριστομίμητον εξεικονίζουσα πάθος και εκείθεν εις το μαρτύριον αυτού μετά πομπής αγαγείν» «Ολόκληρη η πόλη με μεγάλη κοσμιότητα πραγματοποιεί την ετήσια ιερή και θεία πομπή… αναπαριστώντας το πάθος του, που μοιάζει με εκείνο του Χριστού, ώστε να τον οδηγήσουν με πομπή από εκείνο το σημείο προς τον τόπο του μαρτυρίου του».

Οι εχθροί του αγίου Δημητρίου διά της συλλήψεως, διακωμωδήσεως και φυλακίσεως αυτού απέβλεπον εις μείωσιν του μάρτυρος, ως είχον πράξει και οι σταυρωταί του Χριστού. Οι χριστιανοί όμως βλέποντες τον Ιησούν σταυρούμενον, θνήσκοντα και ανιστάμενον κατά την θείαν Λειτουργίαν, δοξάζουν τον Κύριον. Ωσαύτως και περί του αγίου Δημητρίου. Η εξεικόνισις εσυμβόλιζε μεν το μαρτύριον του αγίου, απέβλεπεν όμως εις δόξαν αυτού και της Εκκλησίας του Θεού.

Ο Συμεών Θεσσαλονίκης, ενώ περιγράφει με πάσαν λεπτομέρειαν την λιτανείαν, ουδέν λέγει περί του χαρακτήρος αυτής, προφανώς διότι είναι ήδη γνωστός. Άλλωστε ο Συμεών, αν δεν είναι ο εισηγητής, είναι όμως ο κύριος ενσαρκωτής της ιδέας της εξομοιώσεως των προεορτίων ακολουθιών και της μνήμης του Αγίου Δημητρίου προς την Μεγάλην Εβδομάδα και το Πάσχα. Έτσι άλλωστε μπορεί να αιτιολογηθή και το πανηγυρικόν ύφος του Συμεών επ’ ευκαιρία της εορτής του Αγίου Δημητρίου, την 26ην Οκτωβρίου: «Τις η λαμπρά αύτη ημέρα, την ανάστασιν του Σωτήρος εξεικονίζουσα; Τις η τηλικαύτη λαμπροφορία, το μέγα φως και άδυτον προσημαίνουσα» 52

«Ποια είναι αυτή η λαμπρή ημέρα, που αναπαριστά την ανάσταση του Σωτήρα; Ποια είναι αυτή η τόσο μεγάλη λαμπροφορία, που προμηνύει το μεγάλο και ανέσπερο (το αιώνιο) φως;».

Τέλος ο Συμεών διά των πληροφοριών του διαφωτίζει κάπως το περί της «Καταφυγής» πρόβλημα, διότι αχρηστεύει τας επί του ζητήματος αυτού απόψεις των Γ. Σωτηρίου και Δ. Ευαγγελίδου, οι οποίοι υπεστήριξαν ότι Καταφυγή ήτο όνομα στοάς και όχι όνομα ναού. Προβληματική μένει ακόμη η ταύτισις του ναού της Θεοτόκου της Καταφυγής προς ένα εκ των μέχρι σήμερον διασωθέντων ναών της Θεσσαλονίκης.

Διά των πληροφοριών του Συμεών θα ήτο δυνατόν να στηριχθή η άποψις ότι ο ναός της Καταφυγής ταυτίζεται προς την Αχειροποίητον, διότι ουδόλως αναφέρει αυτήν, εκ της οποίας όμως κατά τον Αρμενόπουλον, ήρχιζεν η πομπή 53. Δεν αποκλείεται επί της εποχής του Συμεών η εορτή να είχεν υποστή μερικάς μεταρρυθμίσεις ενδεχομένως επί το απλούστερον, παραλειφθείσης ιδίως της σταθμεύσεως εν τη Αχειροποιήτω.

Ο άγιος Δημήτριος υπήρξεν υπέρμαχος της τριάδος και συνεργός ποιμένων και διδασκάλων υπέρ της Ορθοδοξίας· εθνάρχης και τροφεύς και διαλλακτής, διότι συμβασιλεύει με τον Χριστόν εις τους αιώνας. Την αλήθειαν αυτήν προβάλλει η Ορθόδοξος Εκκλησία και δι’ όσων διδάσκει περί της Κοινωνίας των Αγίων. Αυτή σημαίνει κοινωνίαν όχι μόνον με ζώντας και κεκοιμημένους χριστιανούς, αλλά και με τους αγίους αγγέλους και ειδικώτερον με την μακαρίαν Παρθένον Μαρίαν.

Την αλήθειαν αυτήν διεκήρυξαν οι εκπρόσωποι της Ορθοδόξου Εκκλησίας και προς τους ετεροδόξους, με τους οποίους διαλέγεται η Εκκλησία μας. Εκτός του Συνεδρίου του Εδιμβούργου το 1937, οι ορθόδοξοι αντιπρόσωποι εις Δήλωσίν των, την οποίαν κατέθεσαν κατά την Β΄ Γενικήν Συνέλευσιν του ΠΣΕ εις το Evanston το 1954 επί του κυρίου θέματος του Συνεδρίου «Ο Χριστός είναι η ελπίς του κόσμου», υπεγράμμισαν ότι η ελπίς μας εδράζεται επί της χριστιανικής πίστεως και προσέθεσαν: «Τούτο στηρίζεται επί της πεποιθήσεως, ότι ο Θεός ενδιαφέρεται προσωπικώς περί της ανθρωπίνης ζωής και της ανθρωπίνης Ιστορίας».

Επίσης ομιλούντες περί της Εκκλησίας ετόνισαν ότι: «Η Εκκλησία είναι η μεγάλη κοινωνία των αγίων. Ημείς επί της γης ζώμεν και αγωνιζόμεθα εν κοινωνία μετά του ενδόξου νέφους των μαρτύρων, του αποκαλυπτομένου διά μέσου των αιώνων, και ενισχυόμεθα διά των πρεσβειών της Θεοτόκου και των αγίων μεθ’ ων ενούμεθα εν τη λατρεία του Σωτήρος ημών Χριστού» 54.

Και εκ της επόψεως αυτής, Παναγιώτατε Δέσποτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία της Θεσσαλονίκης προβαίνουσα εις αναγνώρισιν ως αγίου ενός πεφωτισμένου, παραμυθητικού και υπερμάχου της ορθοδόξου πίστεως προκατόχου Σας, του αγίου πλέον Συμεών, δίδει και σήμερον εις τον σύγχρονον κόσμον την μαρτυρίαν της Ορθοδοξίας.

47 Λόγος Δεύτερος, σ. 189.

48 Ιω. Ρωμανίδου, ένθ’ ανωτ., σ. 140.

49 Ιω. Φουντούλη, «Μεγάλη Εβδομάς», σ. 27.

50 Λόγος Πρώτος, σ. 39 κ.εξ.

51 Παρά Αντ. Παπαδοπούλω, Αι εορταί του Αγίου Δημητρίου εν Θεσσαλονίκη, Γρηγόριος ο Παλαμάς, 44(1963), 370.

52 Λόγος Δεύτερος, σ. 187. Βλ. Ιω. Φουντούλη, «Μεγάλη Εβδομάς», σ. 7-8.

53 Παρά Αντ. Παπαδοπούλω, Αι εορταί του Αγίου Δημητρίου, σ. 366.

54 Παρά Ιω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Β΄, Εκδ. Graz-Austria 1968, σ. 963 κ.ε.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, «Πρακτικά Λειτουργικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών Συμεώνος Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Θαυματουργού 15.9.81», έκδοση Ιεράς Μονής Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης, 1983.

Επιμέλεια: Στ.Κ.

Κύλιση στην κορυφή