
Νίκος Ματσούκας: Η πραγματικότητα της Ορθοδοξίας
Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/nikos-matsoukas-theoria-praxi-aimatovrechtoi-agones-kai-politismos-apotyponoun-kai-sti-thessaloniki-to-pnevma-tis-orthodoxias/
Κατά θαυμαστό τρόπο, το 14ο αιώνα και κυρίως στα μέσα αυτού, η Θεσσαλονίκη γίνεται η χοάνη, όπου εκρηκτικά κυοφορούν και μεστώνουν αναγεννητικές τάσεις, κοινωνικά αιτήματα, επαναστατικά κινήματα, εμφύλιοι σπαραγμοί, ρωμαλέα θεολογία, άνθηση πολυμερούς πολιτισμού. Και όλα αυτά εν μέσω ωδίνων και οδυνών – έτσι γίνεται συνήθως· άλλη ιστορική νομοτέλεια δεν υπάρχει.
Σε κείνες τις πρώτες δεκαετίες του 14ου αιώνα παρατάξεις αυτοκρατορικές μάχονται ανυποχώρητα για το θρόνο της Κωνσταντινούπολης, το κίνημα των Ζηλωτών συγκλονίζει συθέμελα τη Θεσσαλονίκη και ολόκληρη την Αυτοκρατορία, και η ζωντανή παραδοσιακή θεολογία ως ησυχασμός συγκρούεται με αναγεννητικά ρεύματα φιλοσοφικού κατά βάση περιεχομένου.
Σ’ αυτό το περιρρέον κλίμα θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει τρία σπουδαία συμβάντα, πλαισιωμένα και εμποτισμένα με πλούσιο πνευματικό περιεχόμενο ή με ανάλογες τάσεις.
Το πρώτο συμβάν ήταν η αγωνιώδης αναζήτηση λύσεων στην κρίση της Αυτοκρατορίας. Καθώς ακούγονταν οι τριγμοί της επικείμενης κατάρρευσης, πολλοί αξιόλογοι λόγιοι πίστεψαν ότι η αναβίωση του Ελληνισμού ή η νεκρανάσταση του παρελθόντος ήταν η μόνη οδός σωτηρίας. Αργότερα μάλιστα, στις πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνα, μια τέτοια άκρως ανεδαφική προσπάθεια, λόγου χάρη, υπήρξε ο αγώνας του Πλήθωνα ν’ αναστήσει την Αρχαία Ελλάδα.
Το τραγικό λάθος όλων αυτών προερχόταν από την αδυναμία τους να κατανοήσουν ότι το Βυζάντιο σε ολάκερο τον πολιτισμό της Ορθοδοξίας είχε αφομοιώσει ήδη το σπόρο της ελληνικής ιδιοφυΐας, τη γλώσσα και τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Ελληνισμού.
Τούτη η πρωτότυπη δημιουργία συντελέστηκε στη θεολογία, στη λατρεία, στην τέχνη, στην επιστήμη, στη φιλοσοφία, στους θεσμούς, στη διοίκηση. Με άλλα λόγια, αυτές οι κατακτήσεις έπρεπε να συνεχιστούν, και όχι να γίνει η νεκρανάσταση της Αρχαίας Ελλάδας!
Εδώ να παρενθέσω ότι το ίδιο λάθος κάνουν και σημερινοί βυζαντινολόγοι, πέρα από τις αξιόλογες επιδόσεις τους στην ιστορική έρευνα. Θεωρούν, δηλαδή, ως αναγεννήσεις και φωτεινές εποχές του Βυζαντίου μονάχα εκείνες, όπου εντοπίζουν μερικούς λογίους να σχολιάζουν ελληνικά κείμενα ή να έχουν επιδόσεις στην ερμηνεία της ελληνικής φιλοσοφίας, και όλως παραδόξως τις υπόλοιπες τις θεωρούν εποχές σκοτεινές!
Με άλλα λόγια, δεν αντιλαμβάνονται ότι ο Ελληνισμός, που τον θεωρούν ως απαραίτητη προϋπόθεση μιας αναγέννησης και ενός φωτισμού, διασώθηκε και επέζησε στη θεολογία, στη λατρεία, στην εικονογραφία, στη μουσική, στην αρχιτεκτονική κτλ. κτλ. Ένας πολιτισμός δεν ζει σε χειρόγραφα μήτε σε σχολιασμούς και υπομνήματα.
Έτσι και οι περί ων ο λόγος πρωτοπόροι λόγιοι του 14ου αιώνα, και κυρίως οι αμέσως μετέπειτα, ξέφυγαν από ένα αναγεννητικό όραμα, που τρεφόταν από την αγάπη προς τον Ελληνισμό, αφομοιωμένο όμως δημιουργικά στα κύτταρα της Ορθοδοξίας, και στράφηκαν σ’ ένα ανεδαφικό αίτημα: να γίνει η νεκρανάσταση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Όμως τέτοια πράγματα στην ιστορία δεν γίνονται. Το Βυζάντιο με τον πολιτισμό του θα μπορούσε, αν δεν μεσολαβούσε η πτώση της Θεσσαλονίκης το 1430, και της Κωνσταντινούπολης το 1453, και ενδεχομένως υπό άλλες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, να προχωρήσει σ’ ένα δυναμικά εξελισσόμενο μέλλον, και φυσικά όχι να επιστρέψει σ’ ένα νεκρό παρελθόν.
Οφείλει κανείς, στην προκείμενη περίπτωση, να σκεφτεί ότι το πιο σπουδαίο και θεμελιακό χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτισμού είναι η οικουμενικότητα. Πλάνης σε Ανατολή και Δύση ήταν ο αρχαίος Έλληνας. Το ίδιο αργότερα έκαναν και οι Βυζαντινοί, οι οποίοι με αγάπη, με πρωτοτυπία και με ρωμαλέα αφομοίωση συνδύαζαν το ελληνικό πνεύμα με την ούτως ή άλλως επιβλητική οικουμενικότητα του Χριστιανισμού.
Άλλωστε κατά την ιστορική νομοτέλεια και ad hominem [σε προσωπικό/ανθρώπινο επίπεδο] δεν θα μπορούσε κανείς να νοήσει τον ορθόδοξο πολιτισμό της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, αν δεν είχαν προηγηθεί οι εκτεταμένες ελληνιστικές επικράτειες του Μ. Αλεξάνδρου, καταπώς τις περιγράφει κατά απαράμιλλο ποιητικό τρόπο ο Αλεξανδρινός Καβάφης. Αναμφίβολα, ο μεγάλος αυτός Μακεδόνας της ελληνικής επικράτειας, ο Μ. Αλέξανδρος, με το σπαθί του υπήρξε κατακτητής· όμως με το φρόνημα του ελληνικού πολιτισμού υπήρξε θεμελιωτής μιας σπάνιας και φωτεινής οικουμενικότητας. Αργότερα οι Θεσσαλονικείς Κύριλλος και Μεθόδιος μονάχα με λόγο και γραφίδα καταξίωσαν την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας και έγιναν φωτιστές ενός μεγάλου πολιτισμού.
Συνεχίζεται
Απόσπασμα από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης η «Θεσσαλονίκη ως κέντρο Ορθοδόξου Θεολογίας προοπτικές στη σημερινή Ευρώπη» που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Θεσσαλονίκη από 21-25 Μαΐου του 1997.
