
Νίκος Ματσούκας: Η πραγματικότητα της Ορθοδοξίας
Δεύτερο αξιοσημείωτο συμβάν αυτής της ταραγμένης εποχής του 14ου αιώνα ήταν η είσοδος του δυτικού σχολαστικισμού στο Βυζάντιο. Πολλοί ισχυρίζονται ότι η είσοδος αυτή του σχολαστικισμού ήταν οι απαρχές της δυτικής Αναγέννησης. Εξάπαντος ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι τελείως εσφαλμένος.
Δεν πρόκειται για καμιά αναγέννηση μήτε έχει καμία σχέση με τα αναγεννητικά ρεύματα ενός Δάντη και Πετράρχη, λόγου χάρη, μήτε με το νομιναλισμό του Γουλιέλμου Όκκαμ. Άλλωστε η κατοπινή άνθηση της Αναγέννησης έκανε συντρίμμια τον παραδοσιακό σχολαστικισμό.
Βάση αυτού του σχολαστικισμού, που στο Βυζάντιο εκπροσωπήθηκε τότε από άξιους λογίους, είναι η αυθυπαρξία των γενικών εννοιών (universalia), η προτεραιότητα των συλλογισμών με βάση τα φιλόσοφα μαθήματα, και η λογική συστηματοποίηση των ιερών κειμένων. Η αναγωγή προς το Θεό και άρα η επίτευξη της θεογνωσίας ξεκινάει από την εφαρμογή εντολών, από τα φιλόσοφα μαθήματα και τα ιερά κείμενα μέσω της αρωγού κτιστής χάρης. Έτσι ένας τέτοιος καρπός θεολογικής εμπειρίας ρυθμίζει τις εντολές της χριστιανικής ηθικής.
Τρίτο επιβλητικό συμβάν υπήρξε η ανάδειξη της πατερικής παράδοσης ως θεωρίας και πράξης μέσω του ησυχασμού. Οι ησυχαστές επέμεναν ότι κάνοντας λόγο για τα δόγματα της Εκκλησίας επισημαίνουν πράγματα και όχι συλλογισμούς, όπως δείχνει η περιώνυμη εκείνη ρήση του Γρηγορίου Παλαμά «Περί δογμάτων δε και πραγμάτων τον αγώνα ποιούμαι».
Γιατί ο Παλαμάς ονομάζει τα δόγματα πράγματα; Μήπως είναι τυχαία τούτη η ρήση; Εξάπαντος όχι. Απλούστατα, κατά τον Παλαμά η θεογνωσία δεν είναι αναγωγή προς το Θεό μέσω εντολών, συλλογισμών και φιλοσόφων μαθημάτων. Προηγείται η κάθοδος των αγιοπνευματικών ενεργειών, συντελείται καθαρμός και φωτισμός μέσω των μυστηρίων (σημειωτέον με έμφαση ότι κατά την ορθόδοξη παράδοση τα μυστήρια δεν είναι μόνο επτά), και έπειτα ο πιστός ανάγεται στο Θεό.
Επομένως άλλη μεθοδολογία είχαν οι ησυχαστές για την προσπέλαση της αποκάλυψης του Θεού στην κτίση και την ιστορία μέσω της θεογνωσίας, και άλλη οι σχολαστικοί. Σ’ αυτό το κρίσιμο σημείο έγινε η σύγκρουση, και καμιά υποτίμηση της φιλοσοφίας και της αναγέννησης δεν έγινε από την πλευρά των ησυχαστών.
Τέτοιο θέμα την εποχή εκείνη κατά κανένα τρόπο δεν τέθηκε. Απλώς σήμερα το θέτουν και το φαντάζονται ιστορικοί και θεολόγοι. Άλλωστε τη φιλοσοφία απέρριπταν απόστολοι και πατέρες, όταν αυτή αντικαθιστούσε το γεγονός της σωτηρίας. Αλλιώτικα η χρήση αυτής για λόγους παίδευσης, όπως ρητά λέγει ο Παλαμάς στον έκτο Αντιρρητικό λόγο, είναι απολύτως ενδεδειγμένη.
Σημειώνει μάλιστα χαρακτηριστικά ότι όποιος θεληματικά δεν παραδέχεται αυτή την αλήθεια, είναι πονηρός· και όποιος αθέλητα την απορρίπτει, είναι αφιλόσοφος και ανόητος!
Οι θεοφάνειες, λοιπόν, της Π. και της Κ. Διαθήκης κατά τους ησυχαστές σημαίνουν και ερμηνεύουν την αποκάλυψη και τη θεογνωσία μέσω των άμεσων αγιοπνευματικών ενεργειών – με άλλα λόγια άκτιστων ενεργειών. Δυο απόρθητα οχυρά υπερασπιζόταν ανυποχώρητα ο Γρηγόριος Παλαμάς: τη θεοφάνεια στο Σινά και τη θεοφάνεια στο Θαβώρ.
Δεν ανάγεται ο άνθρωπος προς το Θεό απλώς μέσω εντολών και άλλων κτιστών δεδομένων, αλλά ο Θεός κατέρχεται και φωτίζει τον άνθρωπο, την κτίση και την ιστορία. Αυτή ήταν η διαφοροποίηση μεταξύ ησυχαστών και σχολαστικών, και όχι βέβαια η ομφαλοσκοπία, η αναγέννηση, κάποιο φιλοσοφικό πρόβλημα, και άλλες καρικατούρες.
Εδώ δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ με τη μεγάλη ποικιλία των ερμηνευτικών απόψεων ιστορικών και θεολόγων επί του προκειμένου θέματος. Άλλωστε, όπως πιστεύω, σοφές εισηγήσεις συνέδρων θα παρουσιάσουν τουλάχιστο ένα μέρος αυτής της ποικιλίας, η οποία ούτως ή άλλως έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Όμως προσωπικά φρονώ ότι σ’ αυτή την πολυπλοκότητα απαραίτητο είναι το ξυράφι του Όκκαμ. Κι αυτό, επειδή αρκετοί ιστορικοί και θεολόγοι κρίνουν αυτή την εποχή ή επιφανειακά, ή χωρίς να έχουν μελετήσει τα κείμενα ησυχαστών και σχολαστικών, ή παγιδευόμενοι σε λεπτομερειακά φαινόμενα και καταχρήσεις, που μοιάζουν να ‘ναι καρικατούρες.
Συνεχίζεται
Απόσπασμα από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης η «Θεσσαλονίκη ως κέντρο Ορθοδόξου Θεολογίας προοπτικές στη σημερινή Ευρώπη» που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Θεσσαλονίκη από 21-25 Μαΐου του 1997.
