Νίκος Ματσούκας: Θεωρία, πράξη, αιματόβρεχτοι αγώνες και πολιτισμός αποτυπώνουν και στη Θεσσαλονίκη το πνεύμα της Ορθοδοξίας!

Οι Άγιοι: Δημήτριος, Κύριλλος και Μεθόδιος, Νικόλαος Καβάσιλας και Γρηγόριος Παλαμάς αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.

Νίκος Ματσούκας: Η πραγματικότητα της Ορθοδοξίας

Με τον εγκάρδιο χαιρετισμό προς τα μέλη της παρούσας εκλεκτής σύναξης, ευθύς εξαρχής επιθυμώ να τονίσω ότι λόγος περί της Ορθοδοξίας επί του προκειμένου θέματος αυτονοήτως σημαίνει ιστορία και συγκεκριμένα πολιτισμό της Θεσσαλονίκης, της περιώνυμης συμβασιλεύουσας και της σημερινής, εν έτει σωτηρίω 1997 πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης.

Με άλλα λόγια, στην ιστορία και τον πολιτισμό αυτής της πόλης σαρκώνεται η Ορθοδοξία, όπως άλλωστε η αλήθεια της αποκάλυψης του Θεού δένεται και συμφιλιώνεται με όλες τις εκδηλώσεις της ζωής σε κάθε περιοχή της οικουμένης. Γι’ αυτό δεν μπορώ να μη θυμηθώ την άκρως εντυπωσιακή ρήση του Γρηγορίου Παλαμά, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, την οποία βρίσκουμε στο Συνοδικό Τόμο του 1351: «Περί δογμάτων δε και πραγμάτων τον αγώνα ποιούμαι».

Τα δόγματα, λοιπόν, είναι πράγματα. Όσο κι αν σε μερικούς φαίνεται παράδοξο –και χωρίς διόλου να μειώνεται η δυτική Χριστιανοσύνη– όταν κανείς κάνει λόγο για την Ορθοδοξία, μιλάει για πράγματα. Άλλωστε πατέρες της Εκκλησίας, όπως λόγου χάρη οι Καππαδόκες, πράγματα ονομάζουν τα ίδια τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, με άλλα λόγια την άκτιστη θεότητα, όπως και ολάκερη την κτίση.

Ενέργειες και δρώμενα της στρατευόμενης εκκλησιαστικής κοινότητας σημαίνουν την αλήθεια της αποκάλυψης. Γι’ αυτό θεωρία, πράξη, αιματόβρεχτοι αγώνες και πολιτισμός αποτυπώνουν και στη Θεσσαλονίκη το πνεύμα της Ορθοδοξίας. Τούτο το ζωοποιό πνεύμα, πάντοτε ενεργό στο μυστηριακό σώμα της Εκκλησίας, εκχύνεται και αγιάζει τα πάντα· τον όλο άνθρωπο, το σώμα, τις αισθήσεις, την ψυχή, το λόγο, το νου, τα χώματα, τις πέτρες, τα νερά, τα τείχη.

Έτσι μέσω της ιστορίας της η ωδίνουσα και οδυνώμενη Θεσσαλονίκη πάντοτε κατέχει στη ζωή και τα μνημεία της το ενεργό εκκλησιαστικό πνεύμα, του οποίου οι ενέργειες πρέπει και αυτές να θεωρηθούν πράγματα. Επομένως η ζωή του εκκλησιαστικού πληρώματος, όπως εκφράζεται στην Ορθοδοξία, δεν είναι μήτε ιδιωτική υπόθεση μήτε ατομική αφηρημένη σκέψη. Πρόκειται για οργανωμένη λαϊκή κοινότητα, για λατρεία, θεολογία, τέχνη και γενικότερα πολιτισμό.

Αυτό και μόνο αυτό πρέπει να εννοούμε, όταν λέμε ότι η αποκάλυψη του Θεού στον κόσμο έχει ιστορικό χαρακτήρα, γιατί η αποκάλυψη ως σωτηρία και μεταμόρφωση των πάντων είναι πρόσληψη του κόσμου. Γι’ αυτό τούτα τα εκδηλώματα έτσι κι αλλιώς υφίστανται και νοούνται μέσα σ’ όλες τις ιστορικές διαδρομές, στους μεγάλους θριάμβους και στις οδυνηρές περιπέτειες αυτής της ίδιας της λαϊκής κοινότητας.

Γότθοι, Άβαροι, Άραβες, Σαρακηνοί, Νορμανδοί, Καταλανοί, Τούρκοι και άλλοι, συνάμα και εμφύλιοι σπαραγμοί, όπως κατά το αιμάτινο κίνημα των Ζηλωτών, στα μέσα του 14ου αιώνα, ταλάνισαν στο έπακρο τούτη την πόλη, η οποία ωστόσο έδειξε δύναμη, καρτερία και δημιουργικό πνεύμα. Εξάλλου η Θεσσαλονίκη, η αδελφή του Μ. Αλεξάνδρου, η οποία έδωσε το όνομά της στην πόλη, η ίδια, αδικοσκοτωμένη από τον πρωτότοκο γιο της, γιατί θέλησε ν’ αποτρέψει τυχόν εύνοιά της προς το μικρότερο αδελφό του, έδωσε και το αίμα της λες κι ήταν προορισμένο να θεμελιώσει ακαταμάχητα τούτη την πόλη.

Οι Θεσσαλονικείς μετά τον Ορμίσδα, ο οποίος «τείχεσιν αρρήκτοις εξετέλεσε τήνδε την πόλιν», έκτιζαν και ξανάκτιζαν τα τείχη τους, λαξεύοντας πάνω στις πέτρες το σημείο του σταυρού, συνδεδεμένο με αυτό τον τρόπο με τις δραματικές περιπέτειές τους και τις μεγάλες δημιουργίες τους. Σ’ αυτές τις πέτρες, στους δρόμους και τα μνημεία της Θεσσαλονίκης, αισθάνεται κανείς εξάπαντος με ασκημένες αισθήσεις, δηλαδή με τα γεγυμνασμένα αισθητήρια –καταπώς λέει ο απόστολος Παύλος και πατέρες της Εκκλησίας– τα αχνάρια που άφησαν σκληροί κατακτητές, βήματα αυτοκρατόρων και ταλαντούχοι της αγιωσύνης και των πνευματικών χαρισμάτων.

Και είναι ιστορική νομοτέλεια να συνυπάρχουν οι κακοήθειες ανάμεσα στα μεγάλα κατορθώματα· σ’ αυτές θα μπορούσε κανείς να μνημονεύσει τη σφαγή χιλιάδων Θεσσαλονικέων στον ιππόδρομο κατά διαταγή του Θεοδοσίου του Μεγάλου το 390 μ.Χ.

Λάμπουν ωστόσο τα διαμάντια του πνεύματος, όπως λόγου χάρη, ο μεγαλομάρτυρας Δημήτριος με τους μαθητές του, Λέων ο Μαθηματικός, αρχιεπίσκοπος κατά τον 9ο αιώνα, Κύριλλος και Μεθόδιος, οι φωτιστές των Σλάβων κατά τον ίδιο αιώνα, Ευστάθιος αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης κατά το 12ο αιώνα, Κ. Αρμενόπουλος, Νικόλαος Καβάσιλας, Δημήτριος και Πρόχορος Κυδώνης, Γρηγόριος Παλαμάς, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης κατά το 14ο αιώνα, και τέλος ο ίδιος ο ευσεβής λαός της πόλης.

Όλα τα παραπάνω τα καταλαβαίνει κανείς πολύ εύκολα, όταν αναλογιστεί ότι δεν υπάρχει σκληρότερη αντιμανιχαϊκή στάση από το πνεύμα της Ορθοδοξίας. Με άλλα λόγια τούτο το πνεύμα, κατά τρόπο άκρως ανένδοτο, αποκλείει το απολύτως αγαθό και το απολύτως κακό. Τα πάντα είναι αγαθά. Όμως ολάκερη η κτιστή πραγματικότητα έχει τη δεκτικότητα και τη δυνατότητα πότε να καλλύνεται και πότε να κακύνεται.

Στην προκείμενη περίπτωση θα μπορούσε κανείς να δικαιώσει τον ηρακλείτειο νόμο της συμπληρωματικότητας των αντιθέτων, του πολέμου και της ειρήνης, πάντοτε στην ίδια αγαθή πραγματικότητα. Άλλωστε αυτή την πραγματικότητα επισημαίνει τόσο ο βιβλικός, όσο και ο εκκλησιαστικός κόσμος, στην ίδια συνεχή πορεία κινούμενος.

Η αγάπη και η τελείωση περνάνε μέσα από φωτιά και δάκρυα. Με άλλα λόγια, το κτιστό και το φθαρτό, η κτιστότητα και η θνητότητα, οδεύουν σε μια εσχατολογικά άφθαρτη μεταμόρφωση, σε μια εκλάμπρυνση δοξαστική. Τούτο είναι το πεντόσταγμα της ορθόδοξης ζωής και σκέψης.

Συνεχίζεται

Απόσπασμα από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης η «Θεσσαλονίκη ως κέντρο Ορθοδόξου Θεολογίας προοπτικές στη σημερινή Ευρώπη» που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Θεσσαλονίκη από 21-25 Μαΐου του 1997. 

Κύλιση στην κορυφή