
Απόστολος Γλαβίνας, καθηγητής Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Συμεών Θεσσαλονίκης ως οικουμενικός διδάσκαλος
Τα κείμενα που είναι γραμμένα στα αρχαία ελληνικά παρατίθενται στη συνέχεια και σε μετάφραση.
Τον ίδιο θαυμασμό αισθανόταν ο Συμεών επίσης για τη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και το τυπικό της και στις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες. Η τάξη αυτή της Μητέρας Εκκλησίας, την οποία εγνώριζε άριστα, αποτελούσε για τον Συμεών υπόδειγμα41. Δεν ήταν μόνο ότι έζησε την τάξη αυτή για αρκετό χρονικό διάστημα, αφού ήταν Κωνσταντινουπολίτης και ο ίδιος ως κληρικός ετέλεσε42, αλλά, όπως και στην πίστη, επίστευε ότι η λειτουργική πράξη της Μεγάλης Εκκλησίας ήταν η ορθή και απηκριβωμένη και αυτήν έπρεπε να ακολουθήσει η Εκκλησία43.
Έτσι στην «Τάξιν» περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια το τυπικό που επικρατούσε στην Κωνσταντινούπολη όταν κατέβαινε ο Πατριάρχης στο ναό, τη στάση του εκεί, το θυμίαμα και την ακολουθία του Εσπερινού, με σκοπό, με την περιγραφή αυτή, να παρακινήσει σε44 μίμηση τους αναγνώστες του των άλλων Εκκλησιών και να διδαχθούν όσοι δε γνωρίζουν το τυπικό αυτό: «Ην τινα τάξιν καί ἐκθέσαι ὡς ἐν βραχεῖ δέον ἔδοξε ἡμῖν εἰς τε μίμησιν ἐκ τῆς πρώτης τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν καί μάθησιν τῶν μὴ περί τούτου εἰδότων»
[Θεωρήσαμε σκόπιμο να εκθέσουμε σύντομα αυτή την τάξη, τόσο για να τη μιμηθούν οι υπόλοιπες εκκλησίες παίρνοντας παράδειγμα από την πρώτη (την Κωνσταντινούπολη), όσο και για να τη μάθουν εκείνοι που δεν τη γνωρίζουν]45.
Ο σκοπός αυτός αναδεικνύεται ευκρινέστερα στο δεύτερο μέρος της «Τάξεως», στο οποίο περιγράφει την τάξη της στάσεως και του θυμιάματος όπως γίνονταν στη Θεσσαλονίκη, εδώ όμως κάπως καλύτερα διατυπωμένα, επειδή λίγο πιο μπροστά γίνονταν συγκεχυμένα: «Καὶ ταῦτα μὲν ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει. Ἐν δὲ τῇ τῶν Θεσσαλονικέων ἀγιωτάτῃ Ἐκκλησία, οὕτως ἡ τάξις τῆς στάσεως και τοῦ θυμιάματος γίνεται, ἥτις καί κρεῖττον ᾠδε διετυπώθη, ἐπειδάν συγκεχυμένως μικρόν ἐγίνετο πρότερον»
[Και αυτά μεν γίνονται στην Κωνσταντινούπολη. Στην αγιότατη Εκκλησία των Θεσσαλονικέων, η τάξη της στάσεως και του θυμιάματος γίνεται με αυτόν τον τρόπο, ο οποίος μάλιστα διατυπώθηκε καλύτερα εδώ, επειδή προηγουμένως γινόταν για λίγο με τρόπο συγκεχυμένο] 46.
Με την αναγνώριση αυτή της Κωνσταντινουπόλεως ως ρυθμιστικού κέντρου με καθαρή λειτουργική παράδοση, ήθελε ο Συμεών να διακριβώσει το ορθό, το παραδεδεγμένο και αυτό που πρέπει να τελείται και όχι να καταπνίξει τις επί μέρους λειτουργικές παραδόσεις ή να επιτύχει την κακώς νοούμενη λειτουργική ομοιομορφία 47.
Όπως φαίνεται σαφώς από όλα τα παραπάνω, για τον Άγιο Συμεών η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως είναι ο εκφραστής της ορθοδοξίας των δογμάτων και ο φορέας της γνησίας παραδόσεως.
Η έννοια της ορθοδοξίας ταυτίστηκε με την έννοια της καθολικής-οικουμενικής Εκκλησίας. Έτσι η πίστη της Κωνσταντινουπόλεως, η ορθόδοξη δηλ. πίστη, είναι η πίστη όλης της Καθολικής Εκκλησίας. Η σύμπτωση της εννοίας της οικουμένης με την έννοια της Εκκλησίας συνεπέφερε και την ταύτιση της οικουμένης με την ορθοδοξία 48. Συνεπώς η πίστη της Κωνσταντινουπόλεως γίνεται η ορθόδοξη οικουμενική πίστη, αφού ό,τι ήταν ορθόδοξο ήταν και οικουμενικό.
Η διαπίστωση αυτή έχει την αρχή της στον 4ο αιώνα, στο Θεοδώρητο Κύρου, ο οποίος, με αφορμή την εκλογή του Νεστορίου από το βυζαντινό αυτοκράτορα, τον κάτοχο τότε των σκήπτρων της οικουμένης, βεβαιώνει ότι με τον τρόπο αυτό δόθηκε στον Αρχιεπίσκοπο της Κωνσταντινουπόλεως η προεδρία της κατά Κωνσταντινούπολιν των ορθοδόξων καθολικής εκκλησίας, ουδέν δε ήττον και της οικουμένης απάσης 49.
Ο Συμεών, ο οποίος διδάχτηκε και δίδαξε την πίστη της Κωνσταντινουπόλεως, όταν ήλθε στη Θεσσαλονίκη καυχάται γι’ αυτήν και τη διακηρύττει 50. Το κήρυγμά του όμως δεν περιοριζόταν μόνο στην έδρα της Μητροπόλεώς του ούτε μόνο στα ευρύτερα όρια της Επαρχίας του 51. Η σκέψη του εκτεινόταν και πέρα από τα τοπικά επαρχιακά προβλήματα και οι βλέψεις του ξαπλώνονταν μακριά από τα όρια της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Είναι σημαντικό ότι το κύρος του ήταν μεγάλο και πέρα από την Επαρχία του, η προσωπικότητά του ακτινοβολούσε και το βεληνεκές της ακτινοβολίας του έφτανε πολύ μακριά.
Οι επιστολές και οι γνωμοδοτήσεις του απευθύνονται σε επίσημα και μη πρόσωπα σε όλα σχεδόν τα σημεία του ορθοδόξου κόσμου 52 και σ’ αυτές, όπως και στα άλλα έργα του, όχι μόνο σχολιάζει δόγματα και τελετές, ασχολείται με κανονικά και λειτουργικά θέματα και τυπικές διατάξεις, αλλά ενεργεί και ως δραστήριος απολογητής και υπέρμαχος της ορθοδοξίας 53.
Έτσι κατά παράκληση των μοναχών της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους συνθέτει πραγματεία-επιστολή για το μοναχικό βίο, τους ησυχαστές, τους κοινοβιάτες και τους υποτακτικούς 54, αλληλογραφεί με δύο Μονές στην Κωνσταντινούπολη και από την αλληλογραφία αυτή σώζονται δύο επιστολές, μία προς κάποιο ιερομόναχο, πιθανώς τον Μακάριο της Μονής των Ξανθοπούλων 55 και μία άλλη προς τον Μακάριο Μακρή 56, απευθύνεται με δύο επιστολές προς το δεσπότη Ανδρόνικο Παλαιολόγο και με τη δεύτερη τον συμβουλεύει πώς να περάσει τη μοναχική ζωή που επέλεξε 57, εκφράζει τη γνώμη του, με απαντητική επιστολή προς τον Πατριάρχη Ιωσήφ Β΄ (1416-1439), σχετικά με ένα συνοικέσιο 58, προτρέπει τους Ορθοδόξους των περιοχών Καισαρείας, Αγκύρας και Γάγγρας με εγκύκλιο στηρικτική επιστολή, ύστερα από παράκληση κάποιου διακόνου από τις περιοχές εκείνες, να μείνουν σταθεροί στην πίστη και τους προειδοποιεί να αποφύγουν τον εξισλαμισμό, ενώ παρεμβάλλει μακρά απολογητική έκθεση για τα χριστιανικά δόγματα 59, αναπτύσσει ιδιαίτερες σχέσεις με την Κρήτη (το «Περί Ιερωσύνης» έργο του γράφτηκε ύστερα από παράκληση ενός μοναχού της Κρήτης 60, η «Ερμηνεία περί τε του θείου ναού… και περί της θείας μυσταγωγίας» γράφτηκε για χάρη των εν Κρήτη ευσεβών 61, η «Επιστολή δογματική» έχει επίσης Κρητικό παραλήπτη, προς τον οποίο γράφει για να τον στηρίξει στη διένεξή του με Λατίνους 62, η «Περί θείου κηρύγματος λαϊκών» επιστολή εστάλη προς τον Πρωτοπαπά της Εκκλησίας του Ηρακλείου 63), αποστέλλει τις πολύ γνωστές Αποκρίσεις προς τον Μητροπολίτη Πενταπόλεως Γαβριήλ 64, στηρίζει με επιστολή τον Ιουδαίο Παύλο, που έγινε Χριστιανός, να μείνει σταθερός στην πίστη και να μην υποκύψει στις προσβολές του διαβόλου 65 και τέλος γράφει μία Επιστολή περί των μακαρισμών προς κάποιο περιφανή Ορθόδοξο 66.
41. David Balfour, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, δ.π., σ. 29.
42. David Balfour, Politico-Historical Works of Symeon, δ.π., σ. 53. Βλ. και σ. 89-90, όπου ο λόγος για τη Θεσσαλονίκη: «Κεφάλαιον τῆς εὐσεβείας ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐστι (ή Θεσσαλονίκη) μετὰ τὴν πρώτην καί βασιλίδα… βοηθεῖ καὶ τῇ βασιλίδι τῶν πόλεων καὶ τῆς ὀρθοδοξίας χείρ ἐστι καί ἀγαθή συνεργός».
43. PG 155, 277.
44. Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Το λειτουργικόν έργον, δ.π., σ. 22, 125, 126.
45. Jean Darrouzès, «Sainte-Sophie de Thessalonique d’ après un rituel», Revue des Études Byzantines, τόμ. 34 (1976), σ. 47.
46. Jean Darrouzès, Sainte-Sophie de Thessalonique, δ.π., σ. 51.
47. Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Το λειτουργικόν έργον, δ.π., σ. 125, 172.
48. Ιωάν. Ε. Αναστασίου, Η χρησιμοποίησις της λέξεως «Οικουμενικός», δ.π., σ. 28.
49. Θεοδωρήτου Κύρου, Αιρετικής κακομυθίας επιτομή, PG 83, 433· Ιωάν. Ε. Αναστασίου, Η χρησιμοποίησις της λέξεως «Οικουμενικός», δ.π., σ. 25.
50. Βλ. David Balfour, Politico-Historical Works of Symeon, δ.π., σ. 39-69, 70-77, 83-87, 88-90· του αυτού, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, δ.π., σ. 84-108, 160-170, 187-194.
51. David Balfour, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, δ.π., σ. 70.
52. Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Περί θείου κηρύγματος, δ.π., σ. 57.
53. David Balfour, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, δ.π., σ. 19-20.
54. David Balfour, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, δ.π., σ. 173-184. Πρβλ. και το Γράμμα του Συμεών, (Δεκέμβριος 1419), με το οποίο εξευρίσκει συμβιβαστική λύση, σύμφωνα με την οποία το κτήμα στην Ερμήλεια (Ορμήλεια) που είχε παραχωρήσει ο Μανουήλ Δοβλυτζηνός στη Μονή Δοχειαρίου και μετά το θάνατό του διεκδικούσε η θυγατέρα του (του Δοβλυτζηνού) Θεοδώρα, παραμένει τελικά στη μονή Δοχειαρίου, Ν. Οικονομίδη, «Ιερά Μονή Δοχειαρίου, Κατάλογος του Αρχείου», Σύμμεικτα, τόμ. 3 (1979), σ. 218· πρβλ. και σ. 239.
55. David Balfour, Politico-Historical Works of Symeon, δ.π., σ. 91-93.
56. David Balfour, Politico-Historical Works of Symeon, δ.π., σ. 94-97. Για τον Μακάριο βλ. Αστερίου Αργυρίου, «Μακάριος ο Μακρής η Ασπρόφους (1391-1431)», Γρηγόριος ο Παλαμάς, τόμ. 53 (1970), σ. 212-225.
57. David Balfour, Politico-Historical Works of Symeon, δ.π., σ. 77 και 78-82.
58. David Balfour, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, δ.π., σ. 239-242.
59. David Balfour, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, δ.π., σ. 111-137. Την επιστολή αυτή έγραψε ύστερα ο Συμεών πλατύτερα για τους Χριστιανούς της Επαρχίας του και «πάσιν απλώς τοις απανταχού εν χώραις εθνών ευρισκόμενοις πιστοίς».
60. PG 155, 953-976 Λόγος περί Ιερωσύνης του μακαρίου Συμεώνος αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, πρεσβυτέρου έτι όντος, Προς τινα των ευλαβών μοναχών, διάκονον γενόμενον. Επί το απλούστερον μεταφρασθείς παρά Θ. ΧΟΪΔΑΝ (sic) του Θεσσαλονικέως, εν Αθήναις Τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως (παρά τη Πύλη της Αγοράς) 1847, σσ. 47 (κείμενο με παράλληλη μετάφραση στην απλοελληνική).
61. PG 155, 697-750.
62. David Balfour, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, δ.π., σ. 199-219.
63. Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Περί θείου κηρύγματος, δ.π., σ. 60-71 (κείμενο με παράλληλη μετάφραση στη νέα ελληνική)· David Balfour, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, δ.π., σ. 232-235.
64. PG 155, 829-952.
65. David Balfour, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, δ.π., σ. 140-156.
66. David Balfour, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, δ.π., σ. 222-228.
Απόσπασμα από το βιβλίο της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, «Πρακτικά Λειτουργικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών Συμεώνος Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Θαυματουργού 15.9.81», έκδοση Ιεράς Μονής Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης, 1983.
Επιμέλεια: Στ.Κ.
