Απόστολος Γλαβίνας: Ο Συμεών Θεσσαλονίκης είναι ένας Ιωάννης Δαμασκηνός του 15ου αιώνος ή ο δεύτερος Ιωάννης Δαμασκηνός

Άγιος Συμεών Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ο Θαυματουργός.

Απόστολος Γλαβίνας, καθηγητής Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Συμεών Θεσσαλονίκης ως οικουμενικός διδάσκαλος
 

Τα κείμενα που είναι γραμμένα στα αρχαία ελληνικά παρατίθενται στη συνέχεια και σε μετάφραση.

Ο Συμεών είναι ένας Ιωάννης Δαμασκηνός του 15ου αιώνος ή ο δεύτερος Ιωάννης Δαμασκηνός²⁹, γιατί συνόψισε και αυτός, όπως και ο Δαμασκηνός, σε ιδιαίτερα ορθόδοξο πνεύμα τις σκέψεις και τα πορίσματα μεγάλων πατέρων και διδασκάλων, οι οποίοι έζησαν πριν από αυτόν.

Στον τίτλο του μεγαλυτέρου έργου του, το Διάλογο, διαβάζομε κοντά στα άλλα: οὐδὲν αὐτοῦ ἴδιον κεκτημένος, ἀλλ᾽ ἐκ τῶν ἁγίων Γραφῶν καὶ τῶν Πατέρων ἐρανισθεὶς αὐτῷ καὶ συντεθεὶς κατὰ δύναμιν, δίδωσιν ἀπολογίαν ἑκάστῳ τῶν κατὰ καιροὺς ἠρωτηκότων [δεν έχει τίποτα δικό του, αλλά αφού τα μάζεψε από τις άγιες Γραφές και τους Πατέρες και τα συνέθεσε όσο μπορούσε, δίνει απάντηση σε καθέναν από όσους κατά καιρούς τον ρώτησαν]³⁰, όπως περίπου και στον Ιωάννη Δαμασκηνό: Ἐρῶ δέ, ἐμὸν μέν, ὡς ἔφην, οὐδέν· τὰ δὲ τοῖς ἐκκρίτοις τῶν διδασκάλων πεπονημένα εἰς ἓν συλλεξάμενος ὅση δύναμις, συντετμημένον τὸν λόγον ποιήσομαι, κατὰ πάντα ὑπείκων τῷ ὑμετέρῳ προστάγματι
[Δεν θα πω τίποτα δικό μου, όπως είπα· αλλά αφού συγκεντρ:ώσω σε ένα, όσο μπορώ, όσα έχουν κοπιάσει να γράψουν οι εκλεκτοί διδάσκαλοι, θα κάνω τον λόγο σύντομο, υπακούοντας σε όλα στο δικό σας πρόσταγμα]³¹.

Μπορεί ο Συμεών να μη διαθέτει την χειμαρρώδη θεολογική σκέψη του Μεγάλου Βασιλείου, από τον οποίο επηρεάζεται αρκετά στο Διάλογο και στις Αποκρίσεις, ή δε φαίνεται στον ίδιο βαθμό η βαθιά θεολογική σύλληψη του μυστηρίου της Ιερωσύνης, όπως αυτή αναδεικνύεται από τον Ιερό Χρυσόστομο, τον οποίο ορισμένες φορές θυμίζει στο Περί Ιερωσύνης έργο του, το μοναδικό που σώζεται από την εποχή που ήταν ακόμη στην Κωνσταντινούπολη, πριν να γίνει δηλ. Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ή δε φτάνει τη δυναμική ανθρωπολογία του Μαξίμου του Ομολογητού, τον οποίο πολλές φορές μνημονεύει, ή ακόμη δε διακρίνεται για τον τόσο έντονο μυστικισμό του Ψευδο-Διονυσίου, του οποίου τα έργα διάβασε ίσως περισσότερο από άλλα άλλων εκκλησιαστικών διδασκάλων³², ή δε βαδίζει πιστά τη σκέψη για τη χριστιανική ζωή του Νικολάου Καβάσιλα, από το έργο του οποίου δέχτηκε έμμεσες επιδράσεις³³, ή δε μπορεί να παραβληθεί με τον Ρωμανό τον Μελωδό, διαθέτει όμως μία μεστότητα θεολογικής πτύσεως -χωρίς να αναλίσκεται σε πολυπλόκους φιλοσοφικοθεολογικούς συλλογισμούς και θεωρίες – την οποία συνδυάζει με την πρακτική ενάσκηση του λειτουργικού αξιώματος.

Γι’ αυτό άλλωστε διακρίνεται για το έντονο λειτουργικό χρώμα³⁴, το απροσποίητο ύφος, τη γλαφυρή αλλά μη επιδεικτική τεχνοτροπία του, τον αφίλαυτο σεβασμό των ιερών παραδόσεων και τη δηκτικότητα της κρίσεώς του, όταν πρόκειται για επίμαχα ζητήματα της θεολογίας και της εκκλησιαστικής πράξεως³⁵ και αναδεικνύεται στον κατεξοχήν διδάσκαλο του λειτουργικού συμβολισμού³⁶, στον κατεξοχήν βυζαντινό «λειτουργιολόγο» και λειτουργικό πατέρα της Εκκλησίας³⁷.

Από τα μέσα του 11ου αιώνος στην Κωνσταντινούπολη ο τίτλος του οικουμενικού διδασκάλου λαμβάνει χαρακτήρα καθαρώς εκκλησιαστικό. Ο φορέας του αξιώματος αυτού είναι διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας, συνδέεται με το Πατριαρχείο, διακρίνεται για τις πλατιές γνώσεις του ενώ η διδασκαλία του είναι πιο καθολική και πιο υψηλή, η εξήγηση όμως του Ευαγγελίου παραμένει το πρωταρχικής σημασίας και σπουδαιότητος έργο του³⁸.

Οπωσδήποτε η θύραθεν [κοσμική/έξω] γνώση του Συμεών δεν ήταν εφάμιλλη με τη θεολογική και πνευματική του σοφία³⁹, ήταν όμως ένας Κωνσταντινουπολίτης κληρικός, ο οποίος εχρημάτισε διδάσκαλος, επικαλείται συχνά την Αγία Γραφή, ιδιαίτερα μάλιστα την Καινή Διαθήκη, και γνώριζε άριστα τους μεγάλους πατέρες και οικουμενικούς διδασκάλους της Εκκλησίας. Πάνω σ’ αυτούς τους πατέρες, οι οποίοι, όπως λέγει ο ίδιος, συγκεντρώθηκαν πολλές φορές στα όριά μας και μάλιστα στη φιλόχριστη Κωνσταντινούπολη, στηρίζει την πίστη και τις παραδόσεις⁴⁰.α

Ο ενθουσιασμός του για την Κωνσταντινούπολη, η οποία είναι πηγή της αληθούς πίστεως και της ορθής πράξεως, τις οποίες αντλεί από την αρχαία παράδοση και τη συλλογική συνείδηση της Εκκλησίας, δεν έχει όρια.

Για τον Συμεών η Κωνσταντινούπολη είναι η «τῆς τοῦ Χριστοῦ θεμέλιος πίστεως πόλις καὶ τῆς ὀρθοδοξίας ἀκρόπολις… ἡ εἰς καθέδραν πόλις τῶν εὐσεβῶν βασιλέων καὶ τὸ παλάτιον…, ὁ τῆς μεγάλης ἱερωσύνης πανευσεβής θεῖος θρόνος καὶ πόλις τῶν πόλεων… ἐξ ἧς δὴ ὡς ἀπό κοινοῦ ὑπερῴου τοὺς τῆς ἱερωσύνης ἀρχηγούς εἰς τὴν οἰκουμένην ἐξαποστέλλει θείους οἰκονόμους Χριστός, ἐμπιπλῶν τῆς αὐτοῦ δυνάμεως καί τῆς τοῦ Πνεύματος χάριτος, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία ἐξαιρέτως αὕτη τῆς Κωνσταντίνου παρά τὰς ἄλλας τὸ ἠκριβωμένον έχει καί καθαρόν καὶ ὀρθόν τῆς πίστεως Χριστοῦ καὶ ἀκίβδηλον, καὶ τὸ τῶν θείων ἀπαρχῆς παραδόσεων ἀπαράθραυστον. Ἐπειδή καί εὐσεβείᾳ συνέστη, καὶ ποιμένες ἐν ταύτῃ ἰσαπόστολοι ὤφθησαν˙ καί τόν κορυφαῖόν τε καὶ πρωτόκλητον ἐν ἀποστόλοις ἔσχε θεμέλιον˙ καί παρά Χριστιανῶν βασιλέων Κωνσταντίνου τε καὶ λοιπῶν ὑπέρ Χριστοῦ ζηλωσάντων, ὡκοδομήθη τε καί πεφύλακται. Καί ἐν ταῖς κατά καιρούς ζητήσεσι περί τε θείων δογμάτων καί τῶν ἄλλων ἱερῶν παραδόσεων οὐ μόνον εἷς τις ὁ ἀρχιερατεύων ἐν ταύτῃ νομοθετῶν ἦν, ἀλλά προστάγματι καί σπουδῇ εὐσεβῶν βασιλέων οἱ ἀνὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην τῆς εὐσεβείας πρωτοστατοῦντες ἀρχιερεῖς συνηθροίζοντο

[Η Κωνσταντινούπολη είναι η πόλη που αποτελεί το θεμέλιο της πίστης του Χριστού και η ακρόπολη της ορθοδοξίας…. η πρωτεύουσα πόλη των ευσεβών βασιλέων και το παλάτι…, ο πανευσεβής θείος θρόνος της μεγάλης ιεροσύνης και η πόλη των πόλεων…. από την οποία μάλιστα, σαν από ένα κοινό υπερώο, ο Χριστός εξαποστέλλει στην οικουμένη τους αρχηγούς της ιεροσύνης ως θείους οικονόμους, γεμίζοντάς τους με τη δική του δύναμη και τη χάρη του Πνεύματος, ενώ η εξαίρετη αυτή Εκκλησία του Κωνσταντίνου, σε σύγκριση με τις άλλες, έχει το ακριβές και καθαρό και ορθό της πίστης του Χριστού και το ανόθευτο, καθώς και το απαραβίαστο των θείων παραδόσεων από την αρχή. Επειδή και με ευσέβεια ιδρύθηκε, και ποιμένες ισαπόστολοι φάνηκαν σε αυτήν· και είχε ως θεμέλιο τον κορυφαίο και τον πρωτόκλητο ανάμεσα στους αποστόλους· και οικοδομήθηκε και έχει προστατευθεί από Χριστιανούς βασιλείς, τον Κωνσταντίνο και τους υπόλοιπους που έδειξαν ζήλο για τον Χριστό. Και στις κατά καιρούς συζητήσεις σχετικά με τα θεία δόγματα και τις άλλες ιερές παραδόσεις, όχι μόνο ο εκάστοτε αρχιερέας σε αυτήν ήταν εκείνος που νομοθετούσε, αλλά με διάταγμα και φροντίδα των ευσεβών βασιλέων συγκεντρώνονταν οι αρχιερείς που πρωτοστατούσαν στην ευσέβεια σε όλη την οικουμένη.]

Τον ίδιο θαυμασμό αισθανόταν ο Συμεών επίσης για τη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και το τυπικό της και στις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες. Η τάξη αυτή της Μητέρας Εκκλησίας, την οποία εγνώριζε άριστα, αποτελούσε για τον Συμεών υπόδειγμα. Δεν ήταν μόνο ότι έζησε την τάξη αύτη για αρκετό χρονικό διάστημα, αφού ήταν Κωνσταντινουπολίτης καί ο ίδιος ως κληρικός ετέλεσε, αλλά, όπως και στην πίστη, επίστευε ότι η λειτουργική πράξη της Μεγάλης Εκκλησίας ήταν η ορθή και απηκριβωμένη και αυτήν έπρεπε να ακολουθήσει η Εκκλησία.  

 

29. Δημητρίου Σίμου Μπαλάνου, Πατρολογία. (Οι εκκλησιαστικοί πατέρες και συγγραφείς των οκτώ πρώτων αιώνων), εν Αθήναις 1930, σ. 545.

30. PG. 155, 33.
31. PG 94, 525 πρβλ. και 533: «Ερώ τοιγαρούν εμόν ουδέν· τα δς σποράδην θείοις τε και σοφοίς ανδράσι λελεγμένα, συλλήβδην εκθήσομαι».
32. Βλ. Hans-Georg Beck, Kirche und theologische Literatur im byzantinischen Reich, München 1959, σ. 752-753.
33. Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Το λειτουργικόν έργον, δ.π., σ. 115, 118.
34. David Balfour, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, δ.π., σ. 18.
35. M. Jugie, Syméon de Thessalonique, δ.π., στ. 2979· Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Τό λειτουργικόν έργον, δ.π., σ. 127, 128, 129.

36. Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Το λειτουργικόν έργον, δ.π., σ. 29.
37. Ιωάννου Μ. Φουντούλη, «Ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Συμεών νέος Άγιος της Εκκλησίας μας», Ιερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης, Επί τη ανακηρύξει τού Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Συμεών ως Αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 3-7 Μαΐου 1981, (σ. 6).
38. Friedrich Fuchs, Die höheren Schulen von Konstantinopel im Mittelalter, Leipzig-Berlin 1926 (Amsterdam 1964), σ. 37· Louis Bréhier, Le monde byzantin: La civilisation byzantine, Paris 1950, σ. 493· Παναγιώτου Κ. Χρήστου, Νικήτα Στηθάτου, Μυστικά Συγγράμματα. Εισαγωγή-κείμενον ανέκδοτον-σχόλια. Συνεργασία Σ. Σάκκου και Γ. Μαντζαρίδου, εν Θεσσαλονίκη 1957, σ. 161 J. Darrouzès, Nicétas Stéthatos Opuscules et lettres. Introduction, texte critique, tra-duction et notes, Paris 1961, σ. 292, 293 υποσ. 1· Robert Browning, «The Patriarchal School at Constantinople in the Twelfth Century», Byzantion, τόμ. 33(1963) σ. 39· Ιωάν. Ε. Αναστασίου, «Η χρησιμοποίησις τής λέξεως Οικουμενικός· εν σχέσει προς τας συνόδους», Γρηγόριος ο Παλαμάς, τόμ. 49(1966), σ. 26 J. Darrouzès, Recherches sur les ΟΦΦΙΚIA de l’Église byzantine, Paris 1970, σ. 71-72 Paul Lemerle, Le premier humanisme byzantin. Notes et remarques sur ensei-gnement et culture à Byzance des origines au X siècle, Paris 1971, σ. 80, 81, 85-88, 89, 90, 91 Paul Speck, Die Kaiserliche Universität von Konstantinopel. Präzisierung zur Frage des höheren Schul-wesens in Byzanz im 9. und 10. Jahrhundert, München 1973, a. 65, 73, 74-91· Θεοδώρου Ν. Ζή-ση, Νικήτα Σείδου, Λόγος κατά Ευστρατίου Νικαίας, Θεσσαλονίκη 1976, σελ. 39· πρβλ. καί σ. 23.
39. Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Το λειτουργικόν έργον, δ.π., σ. 23· Νικ. Ε. Τζιράκη, «Συμεών. Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (; – 1429)», Θρησκευτική καί Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 11, στ. 546.
40. PG 155, 277. Απόσπασμα από το βιβλίο της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, «Πρακτικά Λειτουργικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών Συμεώνος Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Θαυματουργού 15.9.81», έκδοση Ιεράς Μονής Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης, 1983.

Επιμέλεια: Στ.Κ.

Κύλιση στην κορυφή