
Αντώνιος Παπαδόπουλος, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Εις την παραδοσιακήν αγιολογικήν φιλολογίαν περί του αγίου Δημητρίου (Θαύματα, Μαρτύρια, Λόγοι εγκωμιαστικοί και Ύμνοι εκκλησιαστικοί) ο τιμώμενος αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Συμεών (1416-1429) προσέθεσε την «Ακριβή διάταξιν της εορτής του αγίου Δημητρίου»1, Ευχάς και Ύμνους2, τον «Λόγον εις τον εν αγίοις μέγιστον αθλητήν και μυροβλήτην Δημήτριον εν ιστορίας τύπω τα νεωστί αυτού γεγονότα διηγούμενος θαύματα3» και τον «Λόγον εις την λαμπράν εορτήν του μεγίστου εν αθληταίς αγίοις θαυματουργού και μυροχεύμονος Δημητρίου»4.
Επί τη βάσει των κειμένων αυτών αλλά και άλλων πληροφοριών εκ των έργων του Συμεών θα δώσωμεν την περί αγίου Δημητρίου εικόνα, επιμένοντες επί των εξής κυρίως τριών σημείων: 1. Ο Άγιος Δημήτριος ως «κήρυξ της τριάδος» και «συνεργός μέγιστος ποιμένων και διδασκάλων» υπέρ της Ορθοδοξίας. 2. Ο Άγιος Δημήτριος ως «εθνάρχης» και «τροφεύς της πόλεως». 3. Ο Άγιος Δημήτριος ως «παρεστώς τη τριάδι» και «συμβασιλεύων τω Σωτήρι» εις τους αιώνας.
Θα κατακλείσωμεν την ανάπτυξιν του θέματός μας δι’ αναφοράς εις την «Κοινωνίαν των Αγίων» εξ επόψεως ορθοδόξου.
- Ο Άγιος Δημήτριος «κήρυξ της τριάδος» και «συνεργός μέγιστος ποιμένων και διδασκάλων» υπέρ της ορθοδοξίας
Κατά τα Αρχαία Μαρτύρια ο άγιος Δημήτριος διδάσκων τους Θεσσαλονικείς, ανέπτυσσε προς αυτούς βασικάς αληθείας της ορθοδόξου πίστεως. Το διδακτικόν έργον του μάρτυρος εγκωμίασαν και ύμνησαν αργότερα αρχιεπίσκοποι Θεσσαλονίκης ως ο Ιωάννης και ο Πλωτίνος, εμπνευσμένοι ποιηταί και λόγιοι άνδρες ως ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Μ. Φώτιος, ο Λέων ο Σοφός, ο Αναστάσιος ο Βιβλιοθηκάριος, ο Συμεών ο Μεταφραστής, ο Ιωάννης ο Καμενιάτης, όλως δε ιδιαιτέρως μεγάλοι θεολόγοι ως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ο Νικόλαος ο Καβάσιλας.
Ο ημέτερος αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης χαρακτηρίζει τον άγιον Δημήτριον «μέγαν κήρυκα Θεού», «άλλον απόστολον», «διδάσκαλον των μυστηρίων Χριστού», «προφήτην», «απόστολον», «ιεραπόστολον» και «ευαγγελιστήν της βασιλείας του Χριστού»5. «Εστηρισμένος» επί της πέτρας της πίστεως, «διήνοιξε» το στόμα αυτού κατά της πλάνης και εκήρυξε «τρανώς της ευσεβείας τα θεία διδάγματα, δι’ ων πάντες πιστοί τη αληθεία στερρώς εστηρίχθησαν»6.
Καταργήσας την πλάνην των ειδώλων ανεκήρυξε «λαμπρά τη φωνή» το τέλειον μυστήριον της θεογνωσίας7. Ο Άγιος Δημήτριος εκήρυξε την μίαν δόξαν του Πατρός, του Υιού και του αγίου Πνεύματος8. Υπήρξε της «τριάδος κήρυξ»9, ο μέγιστος πρόμαχος της Εκκλησίας Χριστού10 και απέβη ως εκ τούτου φως εις τους λαούς11.
Ο Συμεών θέτει εις το στόμα του μάρτυρος χριστολογίαν Ορθόδοξον. Ο Δημήτριος είναι Χριστοκήρυξ «της του Λόγου σαρκώσεως»12, αφού διδάσκει ότι ο Χριστός είναι ο αιώνιος Θεός ημών, σαρκωθείς δι’ ημάς.
Ο ίδιος ο Συμεών εις Θεοτοκίον του λέγει τα εξής: «Εκ σαρκός σου φορέσας ως αγαθός την μορφήν ο δεσπότης την δουλικήν εθέωσε, δέσποινα, ενωθείς καθ’ υπόστασιν και την φύσιν πάσαν πληρώσας του Πνεύματος, των αγίων δήμους ειργάσατο χάριτι»13.
Εις τους εγκωμιαστικούς λόγους του εβδόμου αιώνος όπως επίσης και εις τους εκκλησιαστικούς Ύμνους παρουσιάζεται η «θεοσύλλεκτος Εκκλησία» της Θεσσαλονίκης αναπτυσσομένη εν μέσω εθνικών και ιουδαίων δίδουσα την μαρτυρίαν της ορθοδόξου πίστεως. Οι εγκωμιασταί του αγίου θέλουν αυτόν διαλεγόμενον με εθνικούς και Ιουδαίους ή αποκρούοντα κακοδοξίας και κηρύσσοντα την ορθοδοξίαν.
Προς Έλληνας νεοπλατωνικούς φιλοσόφους ελθόντας εξ Αθηνών ο άγιος ωμίλει περί ενός Θεού δημιουργήσαντος τον κόσμον εκ του μηδενός, ενώ προς τους Ιουδαίους ετόνιζεν ότι εις κατ’ ουσίαν Θεόν είναι τριαδικός ως προς τας υποστάσεις. Άλλοτε αποκρούων Αρειανούς και Πνευματομάχους κηρύσσει τριάδα ομοούσιον.
Αναδεικνύεται υπέρμαχος των δύο εν Χριστώ φύσεων «ατρέπτως, ασυγχύτως και αδιαιρέτως» ηνωμένων, και διακηρύσσει ότι η μήτηρ του Κυρίου είναι αληθώς Θεοτόκος.
Ο Ρωμανός ο Μελωδός αποκρούει εν ονόματι του μάρτυρος μανιχαϊστικάς κακοδοξίας εν Θεσσαλονίκη, ενώ ο Ιωσήφ, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, τους εικονομάχους της εποχής του. Τέλος ο Φιλόθεος Κόκκινος, μετέπειτα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, απέκρουσε την προσθήκην του Filioque εις το Σύμβολον της πίστεως εγκωμιάζων τον μάρτυρα14.
Δεδομένου ότι ο άγιος Δημήτριος υπήρξεν «κήρυξ και υπέρμαχος της τριάδος» και δια της όλης προβολής του επεδιώχθη η εδραίωσις της ορθοδοξίας εν Θεσσαλονίκη, ήτο φυσικόν ο Συμεών να χαρακτηρίση τον άγιον Δημήτριον «συνεργόν μέγιστον ποιμένων και διδασκάλων»15 μετ’ αυτών δε να συναριθμή και τον εαυτόν του.
Η Θεσσαλονίκη επί των ημερών της αρχιεπισκοπείας του Συμεών, αλλά και ενωρίτερον, διήρχετο στιγμάς κρισίμους. Επίκειται η παράδοσις της πόλεως εις τους Βενετούς (1423). Ο αρχιεπίσκοπος όμως προ της παραδόσεως της πόλεως ειργάσθη όπως υπογραφούν συνθήκαι «ίνα μη τα της Εκκλησίας απόληται». Ενδιεφέρετο «όπως ομολογηθείη ορθώς και υμνηθείη καθαρώς και μη τουναντίον βλασφημηθείη Θεός». Επίσης εν φρόντισεν «όπως μη καταπατηθείη τα θεία και βεβηλωθείη τα άγια, μηδέ προχωροί τα της ασεβείας, και όπως μη παρρησία η Τριάς καθυβρίζοιτο και τα του ενός της Τριάδος σαρκωθέντος υπέρ ημών»16. Περί όλων αυτών ηγωνίζετο έχων πάντοτε συνεργόν τον άγιον Δημήτριον ενώ δυστυχώς οι πολλοί ήσαν αδιάφοροι. «Τούτων ουδέν ουδενί δια φροντίδος υπήρχεν, αλλά το τρυφήσαι μόνον και των λεβήτων γεύσασθαι και άρτοις των Αιγυπτίων εις κόρον χορτασθήναι κατά το πάλαι γογγυστάς εκείνους του Ιουδαίων»17.
Η ορθοτόμησις όμως του λόγου της αληθείας θα ήτο δυνατή και η ορθόδοξος πίστις θα διετηρείτο εις την Θεσσαλονίκην μόνον υπό την προϋπόθεσιν ότι οι κάτοικοι και δοκιμαζόμενοι θα ετέλουν υπό αρχιερέα, έχοντα κανονικήν την ιερωσύνην παρά του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. «Τούτο ούτως αγαθόν τω κοινώ, το ορθοτομείν, το ορθοδοξείν, το υπό ποιμένα της Εκκλησίας είναι και τάξιν και των νόμων της ευσεβείας αντέχεσθαι· ει δ’ ούν, κρείττον γε το αποθανείν».
Και υπήρχον μεν πολλοί αντιτιθέμενοι εις τας επιδιώξεις του Συμεών επικαλούμενοι το παράδειγμα των νήσων όπου οι χριστιανοί ήσαν «ανεπίσκοποι», ο ορθόδοξος όμως αρχιεπίσκοπος υπεγράμμιζε προς αυτούς ότι ουδέν ήτο δυνατόν να γίνη θείον άνευ ποιμένος επέχοντος τον τύπον του Χριστού. Άνευ αρχιερέως, έλεγε προς τους Θεσσαλονικείς ο στοργικός ποιμενάρχης των, θα εσαλεύοντο τα της ορθοδοξίας· δεν θα ήτο δυνατή η συγχώρησις των αμαρτιών· δεν θα ετελούντο κανονικώς τα μυστήρια και το μυστήριο του γάμου, αφού δεν θα υπήρχε γνησία χειροτονία.
Επίσης δεν θα ανεπέμποντο καλώς αι προς τον Θεόν ευχαί. Διότι «η αρχιερωσύνη τυγχάνει θεμέλιος της πίστεως» και παν αγαθό δίδεται δι’ αυτής18. Όλον δε το μυστήριο της Πεντηκοστής μεταδίδεται δια της Ιερωσύνης.
Και ετόνιζεν ορθώς πάντα ταύτα ο Συμεών αφού «χειροτονία, δόγμα και πνευματικότης αποτελούν κατά την ορθόδοξον αντίληψιν περί Ιεράς Παραδόσεως, μίαν αδιάσπαστον ενότητα, ώστε η έλλειψις του ενός στοιχείου να συνεπάγεται την απουσίαν των άλλων και άρα την διάσπασιν και κοπή της Αποστολικής διαδοχής και της μεθέξεως εις την Ιεράν Παράδοσιν και την Παρακαταθήκη».
Το μυστήριο άλλωστε της ιερωσύνης είναι εκ των ουκ άνευ, διότι «άνευ πνευματικού πατρός έχοντος δια χειροτονίας την αποστολικήν διαδοχή, δεν υπάρχει μέθεξις των σωστικών, αγιαστικών και θεωτικών ενεργειών των μυστηρίων του Σώματος του Χριστού».
Και επειδή ακρόπολις της Ορθοδοξίας ήτο η Κωνσταντινούπολις, μη υποκύψασα εις τους Ιταλούς και μη αρνηθείσα την πίστι των πατέρων της Εκκλησίας, διατηρήσασα αντιθέτως αναλλοίωτον το Σύμβολο της πίστεως, ως αποτελούσα το «σκήνωμα της τριάδος», ο Συμεών επέμενεν όπως ο εκάστοτε αρχιερεύς λαμβάνη την χειροτονία του παρά του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως20.
Ο Συμεών επέτυχε του σκοπού του εις τούτο· είχε συνεργόν και ούτος τον μυροβλήτην Δημήτριον. Ο άγιος Δημήτριος, λοιπόν, αναδεικνύεται δια μίαν εισέτι φοράν «συνεργός ποιμένος» εις περιφρούρησιν της ορθοδόξου πίστεως, αφού κατά τον αυτόν ποιμενάρχην είναι «αρχιερέων φρουρός και παράκλησις, ως συνέριθος» [συνέριθος: άμεσος βοηθός, συνεργάτης]22.
Φρονούμεν ότι ο Συμεών αποδίδων εις τον άγιον Δημήτριον ορθόδοξον τριαδολογίαν και χριστολογίαν και χαρακτηρίζων αυτόν «μέγιστον συνεργόν ποιμένων και διδασκάλων» ευρίσκεται τύποις και ουσία επί της αυτής γραμμής προς τους προ αυτού εγκωμιαστάς.
Ο άγιος πατήρ διακατέχεται από τον πόθον να τροφοδοτήση και να ζωογονήση το ποίμνιόν του με το ορθόδοξον δόγμα προβάλλων το παράδειγμα του πολιστού και πολιούχου των.
Συνεχίζεται
- Έκδ. Β. Λαούρδα, Γρηγόριος ο Παλαμάς 39(1956) 226-341.
- Έκδ. Ιω. Φουντούλη, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Τα Λειτουργικά Συγγράμματα, τόμος Α’ Ευχαί και Ύμνοι, Θεσσαλονίκη 1966. Ο Συμεών συνέθεσε εις τον άγιον Δημήτριον μόνον μίαν ευχήν «Επί τοις εγκαινίοις του θείου ναού του μεγάλου εν μάρτυσι Δημητρίου», σ. 14.
- Έκδ. D. Balfour, Politico-Historical Works of Symeon Archbishop of Thessalonica (1416/17 to 1429), Wiener byzantinistische Studien Band XIII, Wien 1979, σ. 39-69. Του λοιπού θα παραπέμπουμε ως εξής: Λόγος Πρώτος.
- Έκδ. D. Balfour, Αγίου Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (1416/17-1429). Έργα Θεολογικά, Θεσσαλονίκη 1981, σ. 187-194. Του λοιπού θα παραπέμπουμε: Λόγος Δεύτερος.
- Βλ. Ιω. Φουντούλη, «Μεγάλη Εβδομάς» του Αγίου Δημητρίου, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 20, 29, 49. Βλ. Αντ. Παπαδοπούλου, Ο άγιος Δημήτριος εις την ελληνικήν και βουλγαρικήν παράδοσιν, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 21.
- Ιω. Φουντούλη, «Μεγάλη Εβδομάς», σ. 65.
- Ιω. Φουντούλη, «Μεγάλη Εβδομάς», σ. 72.
- Ιω. Φουντούλη, «Μεγάλη Εβδομάς», σ. 108.
- Ιω. Φουντούλη, «Μεγάλη Εβδομάς», σ. 51.
- Ιω. Φουντούλη, «Μεγάλη Εβδομάς», σ. 49.
- Ιω. Φουντούλη, «Μεγάλη Εβδομάς», σ. 61, 105.
- Ιω. Φουντούλη, «Μεγάλη Εβδομάς», σ. 43.
- Ιω. Φουντούλη, «Μεγάλη Εβδομάς», σ. 29.
- Βλ. Αντ. Παπαδοπούλου, Ένθ’ ανωτ., σ. 32 κ.ε.
- Ιω. Φουντούλη, «Μεγάλη Εβδομάς», σ. 50.
- Συμεών Θεσσαλονίκης, Λόγος Πρώτος, σ. 56.
- Αυτόθι.
- Λόγος Πρώτος, σ. 58.
- Ιω. Ρωμανίδου, Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμος Α’, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 11, 18.
- Λόγος Πρώτος, σ. 58-59.
- Λόγος Πρώτος, σ. 58.
- Λόγος Δεύτερος, σ. 192.
Απόσπασμα από το βιβλίο της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, «Πρακτικά Λειτουργικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών Συμεώνος Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Θαυματουργού 15.9.81», έκδοση Ιεράς Μονής Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης, 1983.
Επιμέλεια: Στ.Κ.
