†Αρχιεπ. Αυστραλίας Στυλιανός: Η Θεσσαλονίκη δεν ήταν μόνο ο «ομφάλιος λώρος» μεταξύ των Ορθοδόξων λαών της Βαλκανικής, αλλά και η σπουδαιότερη πολιτιστική γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως

Το ψηφιδωτό του Σωτήρος Χριστού της Μονής Λατόμου, σημερινού Οσίου Δαυίδ στην άνω πόλη Θεσσαλονίκης.

Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Καθηγ. Στυλιανού (Χαρκιανάκη) Σύδνεϋ
Η Θεσσαλονίκη ως ο κατ’ εξοχήν «βιότοπος» της Ορθοδόξου Θεολογίας 

Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/%e2%80%a0archiepiskopos-afstralias-stylianos-charkianakis-ta-epi-merous-kyriotera-gnorismata-pou-kanoun-ti-thessaloniki-xechoristo-viotopo-tis-orthodoxou-theologias/

Ένας τόσο αρχαίος, αλλά και τόσο πλούσιος σε ποικιλία στοιχείων, κοινωνικο-πνευματικός ιστός φυσικό ήταν να γίνεται συνεχώς η θαυματουργική χοάνη, μεσ’ από την οποία η Πίστη -δοκιμαζόμενη «ως εν χωνευτηρίω» με την κάθε αντιξοότητα ή κατά κόσμον αποτυχία- μπορούσε να αναγεννάται και, προ πάντων, να παράγει άνθη αμάραντα, των οποίων το άρωμα δεν ήταν δυνατόν παρά να διαχέεται στους εγγύς και τους μακράν ως «μέλος παναρμόνιον Θεολογίας», ακόμη κι’ αν επρόκειτο για την απόλυτη «σιωπή» του Μαρτυρίου, ίσως μάλιστα ιδιαίτερα τότε.

Όταν όμως φτάνουν σε απόλυτη ταύτιση λόγος και σιωπή, ως «μαρτυρία» του Θεού και «μαρτύριο» διά τον Θεόν, τότε είναι προφανές ότι έχουμε φθάσει στην τελείως χαρισματική κατάσταση του «διά Χριστόν σαλού», η οποία ορθώς εκτιμήθηκε πάντοτε όχι μονάχα από την Εκκλησία, αλλά και από την ένθεη ευρύτερη «διανόηση», ως ο αυθεντικώτερος και πληρέστερος λόγος της Πίστεως.

Αυτό ακριβώς το χαρισματικό κλίμα πνευματικής ζωής είχε αναπτυχθεί στη Θεσσαλονίκη, όχι μονάχα κατά τη βυζαντινή και την ύστερο βυζαντινή περίοδο, αλλά και κατά τα νεώτερα χρόνια, όσο κι’ αν αυτό ακούγεται κατ’ αρχήν ως απίθανο η τερατολογικό. Η Θεσσαλονίκη, λόγω της γεωγραφικής θέσεώς της, δεν ήταν μόνο ο «ομφάλιος λώρος» μεταξύ των Ορθοδόξων λαών της Βαλκανικής, αλλά και η σπουδαιότερη πολιτιστική γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως γενικώτερα.

Ο ετερόκλητος και διεθνιστικός χαρακτήρας του προ των Βαλκανικών πολέμων πληθυσμού της πόλεως, με έντονη, ως γνωστόν, την παρουσία του Εβραϊκού στοιχείου, βοηθούσε πολύ εις την εν γένει κινητικότητα των κατοίκων και την επικοινωνία εδώ των ιδεών, όσο σε καμμιά άλλη πόλη της καθ’ ημάς Ανατολής.

Δεν είναι τυχαίο, μήτε χωρίς βαθύτερη σημασία, το γεγονός ότι όλα τα ανανεωτικά ρεύματα προς ανατροπή της τυραννίας του ορθολογισμού και της φυσιοκρατίας, που γεννήθηκαν διαλεκτικά στη Δυτ. Ευρώπη, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, σ’ όλα τα πεδία σκέψεως, τέχνης, και ζωής, βρήκαν άμεση ανταπόκριση στους από μακρά παράδοση ευαισθητοποιημένους διανοούμενους και καλλιτέχνες αυτής της πόλεως.

Αυτό π.χ. που αργότερα ονομάσθηκε κλίμα «εσωτερικού μονολόγου» και θεωρήθηκε το χαρακτηριστικώτερο γνώρισμα της μοντέρνας Θεσσαλονικιώτικης λογοτεχνίας, με γενάρχη και κορυφαίο τον αείμνηστο Ν. Γ. Πεντζίκη, υπήρξε το αποτέλεσμα πνευματικής διεργασίας αιώνων.

Γι’ αυτό το λόγο, και δεν θα ήταν σωστό να το θεωρήσωμε λογοτεχνικό μόνο ρεύμα αυτό το φαινόμενο, αφού εκφράζει μια ολόκληρη «στάση ζωής».  Το παράδειγμα ακριβώς του Πεντζίκη είναι η καλύτερη απόδειξη περί τούτου.

Ποιος θα τολμούσε να ξεχωρίσει την τέχνη του Πεντζίκη από τη βαθειά ορθόδοξη θρησκευτικότητά του και την εν γένει πολυσχιδή ζωή του; Γι’ αυτό ακριβώς τόλμησα, σκιαγραφώντας προ ετών το πρόσωπο και το έργο αυτού του κατ᾿ εξοχήν Θεσσαλονικιού πνευματικού δημιουργού, να πω ότι τουλάχιστον στην περίπτωσή του δεν θα πρέπει να μιλούμε απλώς για «εσωτερικό μονόλογο», αλλά μάλλον για «νοερό μονόλογο», κατά το «νοερά προσευχή».

Μόνο έτσι, νομίζω, προσεγγίζομε κάπως τη βαθύτερη «θεολογική διάσταση» της πνευματικής Θεσσαλονίκης γενικώτερα, την οποία εφέτος ολόκληρος ο κόσμος πανηγυρίζει μαζί μας, ως την «πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης».

Άλλωστε, το γενικώτερο και ευρύτερο πολιτιστικό «στίγμα» αυτής της πόλεως το έδωσε πάλι ο Πεντζίκης επιγραμματικά, όταν, με την ευχέρεια που τον διέκρινε να κινείται συνεχώς ανάμεσα σε «μύθο» και «πραγματικότητα», παρατήρησε ότι σ’ αυτήν εδώ την πόλη έχουν συζευχθεί η ζωή και ο θάνατος κατά τον πιο γόνιμο τρόπο.

Γιατί τόσο η πνευματική όσο και η βιολογική ζωή της πόλεως είναι κτισμένη πάνω σε μνήματα: Το Πανεπιστήμιο πάνω στο άλλοτε νεκροταφείο των Εβραίων, και το Δημόσιο Μαιευτήριο πάνω σε τάφους Μακεδονικούς.

Κυρίες και Κύριοι,

Πολύ φοβούμαι ότι, κάποιοι τουλάχιστον από το ακροατήριο, με το να με ακούτε να ομιλώ μέχρι τώρα για τη Θεσσαλονίκη ως τον κατ᾿ εξοχήν «βιότοπο» της Ορθοδόξου Θεολογίας, και μάλιστα κατά το β΄ ήμισυ του 20ού αιώνος, χωρίς να αναφέρω ούτε λέξη ως εδώ για την επίσημη Θεολογική Σχολή, που ιδρύθηκε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο στη μέση ακριβώς του αιώνα, θα νομίσατε ίσως είτε ότι ευρίσκομαι λίγο πολύ «εκτός θέματος», είτε ότι δεν εκτιμώ όσο θάπρεπε την επίσημη Ακαδημαϊκή Θεολογία.

Επιθυμώ, λοιπόν, να βεβαιώσω, όσους ενδεχομένως σκανδαλίσθηκαν, ότι μήτε το ένα συμβαίνει μήτε το άλλο.

Αντιθέτως μάλιστα. Αν δεν εκτιμούσα ιδιαιτέρως το κλίμα που εδημιούργησε -πέρα από το πραγματικό και ένσαρκα συντελεσμένο έργο της- η Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, καθώς και τα παρεμφερή ερευνητικά Ιδρύματα, σύγχρονά της ή νεώτερα, όπως η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, το Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, το Ίδρυμα Βυζαντινών Σπουδών κ.ά., δεν θα υπήρχε λόγος να εξάρω, ήδη από του τίτλου της Εισηγήσεώς μου, τον Θεολογικό χαρακτήρα της Θεσσαλονίκης, στα χρονικά πλαίσια του β’ ημίσεως του 20ού αιώνα.

Περιττό άλλωστε να υπενθυμίσω, ότι και η ταπεινότης μου είχε την τιμή να συνδεθεί, κατά την δεκαετία της εν Θεσσαλονίκη διακονίας μου, όχι μονάχα με το Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, του οποίου εχρημάτισα, ως γνωστόν, εκ των ιδρυτικών μελών και Πρόεδρος επί μακρόν, αλλά και με την Θεολογική Σχολή, της οποίας υπήρξα επίσης Υφηγητής, έστω και κάτω από άκρως δυσμενείς συνθήκες.

Πιστεύω λοιπόν ακράδαντα, ότι με την πρωτοποριακή εργασία που άρχισε η Θεολογική Σχολή και το Πατριαρχικό Ίδρυμα, εν συνδυασμώ με τα μνημονευθέντα παρεμφερή Ιδρύματα, στο χώρο της ερεύνης και προβολής των Πατέρων της Εκκλησίας –και μάλιστα στην πληρότητα της προσφοράς των, όχι δηλαδή μόνον ως Θεολόγων και Συγγραφέων, αλλά και ως Ποιμένων και Λειτουργών – η Θεσσαλονίκη έδωσε το έναυσμα και το θαλερώτερο παράδειγμα για μια ολοκληρωτική ανανέωση των θεολογικών σπουδών στην Ελλάδα και στον εν γένει Ορθόδοξο κόσμο.

Δεν μένει, λοιπόν, παρά να ευχηθούμε, αυτό το παράδειγμα να μην υποχωρήσει ποτέ στη φωνή των «Σειρήνων» του σύγχρονου κόσμου. Γιατί αν «πάσα επιστήμη χωριζομένη αρετής πανουργία λογίζεται», πολύ περισσότερο θεολογία «αλειτούργητη» είναι η ειδεχθέστερη μορφή ανοσιουργίας.

Απόσπασμα από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ η «Θεσσαλονίκη ως κέντρο Ορθοδόξου Θεολογίας προοπτικές στη σημερινή Ευρώπη» που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Θεσσαλονίκη από 21-25 Μαΐου του 1997. 

Κύλιση στην κορυφή