Αναστάσιος Καλλής: Οι θεσσαλονικείς Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος ήταν πρωτοπόροι στη διαμόρφωση των πνευματικών θεμελίων της Ευρώπης

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος στη Ρώμη. Τοιχογραφία στην εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος στη Ρώμη.

Αναστάσιος Καλλής, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Münster: Η σημασία των θεσσαλονικέων αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου για τη σημερινή Ευρώπη

Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/anastasios-kallis-me-tous-thessalonikeis-adelfous-agious-kyrillo-kai-methodio-dialexan-dyo-prosopikotites-vathia-rizomenes-ston-elliniko-politismo-kai-to-pnevma-tis-orthodoxias/
Με τη γλώσσα καλλιεργείται και μεταφέρεται ένας ολόκληρος κόσμος ιδεών, αισθημάτων, ιδιοσυγκρασίας και ταυτότητας ομάδων ανθρώπων που αποτελούν μια ενότητα προσώπων και όχι ατόμων. Γι’ αυτό αποκαλύπτει η διαμάχη των θεσσαλονικέων αδελφών με τους δυτικούς ιεραποστόλους της Μοραβίας διά τη λειτουργική χρήση της σλαβικής γλώσσας μια βασική διαφορά μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης σχετικά με τη δομή της Εκκλησίας, την ενότητά της και πέρα απ’ αυτά την κοινωνία λαών διαφορετικών πολιτισμών, θρησκειών, βιοθεωριών και παραδόσεων.

Η διαλογική στάση, η ιδέα της συνοδικότητας και το σύστημα του αυτοκεφάλου αποτελούν βασικές αρχές της εκκλησιαστικής δομής της Ορθοδοξίας σ’ αντίθεση με το ρωμαϊκό συγκεντρωτικό σύστημα.
Οι βυζαντινοί ήταν δικαιολογημένα υπερήφανοι διά τη γλώσσα τους και την ακμή του πολιτισμού τους, ιδιαίτερα την εποχή εκείνη. Ακριβώς όμως ο πολιτισμός αυτός επέτρεπε με την οικουμενικότητά του την προσαρμογή της πίστης στην ιδιαιτερότητα των λαών και την εκκλησιαστική διοικητική αυτονομία.

Αυτή την αρχή της πολυμορφίας υπερασπίζεται ο Μέγας Φώτιος στη λεγόμενη Απολογητική επιστολή του στον Πάπα Νικόλαο Α΄, όταν αναφέρει λειτουργικές και διοικητικές διαφορές μεταξύ της ανατολικής και της δυτικής Εκκλησίας διά να καταλήξη: «Και η των ειρημένων ετερότης τε και παραλλαγή την ενοειδή και θεοποιόν χάριν του Πνεύματος απληθύντως τε και απαραλλάκτως υποδέξασθαι τα εφ’ οις ταύτα τελείται ου διεκώλυσεν» –
«Και η διαφορετικότητα καθώς και η παραλλαγή των όσων προαναφέρθηκαν, δεν εμπόδισε αυτούς για τους οποίους τελούνται αυτά, από το να υποδεχθούν τη χάρη του Πνεύματος -η οποία είναι ενιαία και θεοποιός- με τρόπο αδιαίρετο και αναλλοίωτο.

Αυτό το πνεύμα της ελευθερίας και πολυμορφίας διακατέχει την απάντηση του μεγάλου Πατριάρχη της Ευρώπης στην κατηγορία του Ρώμης διά την ανάρρησή του στον πατριαρχικό θρόνο από την τάξη των λαϊκών: «Και τα μεν Οικουμενικαίς και κοιναίς τυπωθέντα ψήφοις πάσι προσήκει φυλάττεσθαι· ο δε τις των Πατέρων ιδίως εξέθετο, ή τοπική διωρίσατο Σύνοδος, των μεν φυλαττόντων την γνώμην ου παρίστησι δεισιδαίμονα, ου μην τοις γε μη παραδεξαμένοις το παροράν επικίνδυνον».

Ο Φώτιος υποστηρίζει μια γενική αρχή ειρηνικής συναναστροφής όχι μόνο των Εκκλησιών, αλλά και γενικά ανθρώπινων κοινωνιών, με ιδιαίτερη επικαιρότητα στην προσπάθεια καταλλαγής και ειρηνικής συνύπαρξης των λαών σήμερα· «Ούτως εν οις ουκ έστι πίστις το αθετούμενον, ουδέ κοινού τε και καθολικού ψηφίσματος έκπτωσις, άλλων παρ’ άλλοις εθών τε και νομίμων φυλαττομένων, ούτε τους φύλακας αδικείν, ούτε τους μη παραδεξαμένους παρανομείν, ορθώς άν τις κρίνειν ειδώς διορίσαιτο»
«Έτσι λοιπόν, σε ζητήματα όπου το αντικείμενο της διαφωνίας δεν είναι η πίστη, ούτε υπάρχει αθέτηση κάποιου κοινού και καθολικού κανόνα (δόγματος), αλλά τηρούνται διαφορετικά έθιμα και νόμοι από τον έναν λαό ή τόπο στον άλλον, όποιος ξέρει να κρίνει σωστά, θα όριζε ότι ούτε εκείνοι που τηρούν αυτά τα έθιμα αδικούν, ούτε εκείνοι που δεν τα αποδέχονται παρανομούν».

Η ιεραποστολική δράση των θεσσαλονικέων αδελφών είναι η υλοποίηση της κλασικής αυτής ελληνοχριστιανικής παίδευσης, της πεποίθησης της ισότητας και ισαξίας των ανθρώπων, που ο κοινός τους δημιουργός τούς καλεί στην ενότητα. Μ’ αυτό το πνεύμα του σεβασμού της ιδιαιτερότητας των λαών αναδεικνύεται η ιεραποστολή των παιδιών της Θεσσαλονίκης με το φιλολογικό τους κατόρθωμα, την προσφορά ενός αλφάβητου στο σλαβικό κόσμο, σε μια εκπολιτιστική εκστρατεία.

Την αφάνταστη διά τη Δύση καινοτομία της λειτουργικής χρήσης της σλαβικής γλώσσας υπερασπίζονται οι θεσσαλονικείς ιεραπόστολοι στη Βενετία, απ’ όπου πέρασαν πηγαίνοντας στη Ρώμη. Στο επιχείρημα των λατίνων «γνωρίζουμε μόνον τρεις γλώσσες με τις οποίες μπορεί κανείς να δοξολογή το Θεό, εβραϊκά, ελληνικά και λατινικά», απαντά ο φιλόσοφος Κωνσταντίνος· «Δεν στέλνει ο Θεός τη βροχή καθ’ όμοιο τρόπο σ’ όλους; Δεν ανατέλλει ο ήλιος όμοια για όλους; (Ματθ. 5,45). Ή δεν αναπνέομε εμείς όλοι τον αέρα κατά τον ίδιο τρόπο; Πώς δεν αισχύνεσθε για το ότι ορίζετε μόνο τρεις γλώσσες και θέλετε να είναι οι υπόλοιπες γλώσσες τυφλές και κωφές; Εμείς όμως γνωρίζομε πολλούς λαούς, που έχουν τη γραφή τους και ο καθένας δοξάζει το Θεό στη γλώσσα του».

Ανεξάρτητα από το ερώτημα αν οι γλώσσες που αναφέρει η σλαβική Βιογραφία του Κυρίλλου ήταν πραγματικά σε λειτουργική χρήση σημασία έχει η αρχή της πολλαπλότητας των γλωσσών που υποδεικνύει μια ιδιαίτερη όψη της ορθόδοξης σωτηριολογικής θεώρησης της ιστορίας βλέποντας στο μυστήριο της Πεντηκοστής την αρχή μιας νέας, πολυμορφικής ενότητας του ανθρώπινου γένους.

Ήταν μέχρι τότε η πολυγλωσσία και η πολλαπλότητα των εθνών κάτω από την παλαιοδιαθηκική «οργή του Θεού», γίνεται τώρα όργανο του κηρύγματος της σωτηρίας σ’ όλα τα έθνη του κόσμου, που η πίστη στο Χριστό ενώνει. Αυτή την ιδέα διακηρύττει η ορθόδοξη Εκκλησία με το κοντάκιο της Πεντηκοστής:

«Ότε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε,
διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος·
ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν,
εις ενότητα πάντας εκάλεσε…»

Αυτή η σωτηριολογική εθνολογία που εκδηλώνεται στην απόκρουση της λατινικής αγιοποίησης τριών γλωσσών είναι η εκκλησιολογική θεολογική θεμελίωση του συστήματος του αυτοκεφάλου, που με την προσθήκη της σλαβικής γλώσσας στην οικογένεια των λειτουργικών γλωσσών προδιαγράφεται και για τον κόσμο των Σλάβων.

Τη σημασία της γλώσσας ως προϋπόθεση διά την ανεξαρτησία ενός λαού υπογραμμίζει και ο βυζαντινός Αυτοκράτορας στο «γράμμα» του προς τον Ρατισλάβο: «Ο Θεός που θέλει να γνωρίσουν όλοι οι άνθρωποι την αλήθεια και να ανέλθουν σε υψηλότερη αξιοπρέπεια … ενήργησε και τώρα στις μέρες μας και απεκάλυψε μια γραφή διά τη γλώσσα σας … διά να συναριθμήσθε με τα μεγάλα έθνη, που δοξάζουν το Θεό στη γλώσσα τους».
Η αντίσταση του δυτικού κλήρου δεν απευθυνόταν στην ουσία της ούτε εναντίον της σλαβικής γλώσσας ούτε εναντίον των ανατολικών εθίμων, που η Ρώμη τελικά ενέκρινε, αλλά εναντίον μιας αρχής που δεν ανταποκρινόταν στα γερμανικά ενδιαφέροντα και τη ρωμαϊκή αντίληψη διά την ενότητα των Εκκλησιών.

Η γλωσσική εμμονή των φωτιστών των Σλάβων δεν οφείλεται ούτε σε μια φανατική ιδεολογία ούτε σε μια προπαγανδιστική τακτική μιας κατακτητικής δυνάμεως αλλά στην εσωτερική πεποίθηση ειρηνικών ανθρωπιστών που ήταν εμψυχωμένοι από τον οικουμενικό χαρακτήρα του Χριστιανισμού όχι με την έννοια της ολοκράτειας, αλλά της πολλαπλότητας στο πνεύμα της ελληνικής δημοκρατικής αυτοσυνειδησίας. Με την οικουμενικότητά τους στέκονταν πάνω από τη φιλονεικία μεταξύ των δύο μεγάλων κέντρων της Χριστιανοσύνης και εκπληρούσαν την αποστολή τους ως ιεραπόστολοι της αδιαίρετης Εκκλησίας.

Τα πολιτικά και κυριαρχικά ενδιαφέροντα μιας διχασμένης Ευρώπης οδηγούν στη φυλάκιση του Μεθοδίου, ενός αποστόλου της ευρωπαϊκής ενότητας, και μετά το θάνατό του (885) στην εκδίωξη των μαθητών του. Έτσι καταστρέφεται μια προσπάθεια γεφυρώσεως μεταξύ ανατολικής και δυτικής Εκκλησίας κι ακόμη πιο πέρα μεταξύ ανατολικής και δυτικής Ευρώπης.

Ως μεσίτες μεταξύ δύο αντιμαχομένων ευρωπαϊκών κόσμων, που σε μια δημιουργική συνάντηση και έναν σκληρό ανταγωνισμό οικοδόμησαν μια πολύμορφη πολιτιστική Ευρώπη, αποδεικνύονται οι δύο θεσσαλονικείς αδελφοί όχι μόνο ως δύο ιστορικές μορφές που επετέλεσαν ένα τεράστιο κατόρθωμα τον 9ο αιώνα, αλλά ως επίκαιρες προσωπικότητες που προτρέπουν την υπερνίκηση αντιμαχομένων συνασπισμών που ζητούν την ασφάλεια και ευημερία των λαών στην οικονομική και στρατηγική υπεροχή και όχι στη δύναμη του πνεύματος.

Σ’ ένα διπλό Ιωβηλαίο, 1100 χρόνια μετά το θάνατο του Αγ. Μεθοδίου και 2300 χρόνια μετά την ίδρυσή της, τίμησε η Θεσσαλονίκη το Μάιο του 1985 με τα εγκαίνια του νεόκτιστου Ναού των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου τα παιδιά της.

Στα πλαίσια ενός άλλου εορτασμού: «Θεσσαλονίκη, πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης 1997» εξαίρει η Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης το Μάιο του 1997 με το Συνέδριό της τα πνευματικά θεμέλια της Ευρώπης, των οποίων πρωτοπόροι οικοδόμοι ήταν οι θεσσαλονικείς Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος.

Αιωνία τους η μνήμη!

Απόσπασμα από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ η «Θεσσαλονίκη ως κέντρο Ορθοδόξου Θεολογίας προοπτικές στη σημερινή Ευρώπη» που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Θεσσαλονίκη από 21-25 Μαΐου του 1997. 

Επιμέλεια: Στ.Κ.

Κύλιση στην κορυφή