
Αναστάσιος Καλλής, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Münster: Η σημασία των θεσσαλονικέων αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου για τη σημερινή Ευρώπη
Αυτή η δυτικοανατολική διαχωριστική γραμμή, που πολιτιστικά δεν κατευθυνόταν βορειονοτιακά αλλά δυτικοανατολικά, βρισκόταν τότε σε ρευστή κατάσταση, γιατί οι λαοί της νοτιοανατολικής Ευρώπης αποτελούσαν ένα είδος αποκρουστήρα, όπου επιδρούσαν το ελληνικό Βυζάντιο και η λατινο-γερμανική Δύση.
Το ενδιαφέρον των «Μεγάλων Δυνάμεων» στην περιοχή αυτή είναι αυτονόητο, γιατί επιρροή της μιας Δύναμης εσήμαινε κίνδυνο για την άλλη. Αυτός είναι ο ορίζοντας του ανταγωνισμού μεταξύ της ανατολικής και της δυτικής Εκκλησίας διά τον εκχριστιανισμό των Σλάβων κατά τον 9ο αιώνα.
Όταν αναλογισθή κανείς ότι διά τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία του 7ου-10ου αιώνα στην Ευρώπη δίπλα στον κίνδυνο των Γερμανών αποτελούσαν οι Βούλγαροι τη μεγαλύτερη πρόκληση, γίνεται κατανοητό ότι διά το βυζαντινό Αυτοκράτορα δεν ήταν αδιάφορο αν οι Βούλγαροι δέχονταν τη χριστιανική πίστη στην ανατολική ή τη δυτική παράδοση.
Η κυριαρχούσα συναλληλία πολιτικών και θρησκευτικών ενδιαφερόντων εσήμαινε την πολιτική επιρροή και ταυτόχρονα και μια εκκλησιαστική· και η εκκλησιαστική ένταξη την καλλιέργεια και ενίσχυση της πολιτιστικής και πολιτικής ενότητας. Η στροφή του χαγάνου των Βουλγάρων Βάριδος το 862 προς τη Ρώμη συνοδεύεται από μια γερμανοβουλγαρική συμμαχία και αποτελεί ένα δίκτυο εκκλησιαστικών και πολιτικών ενδιαφερόντων.
Μπροστά σ’ αυτή τη γερμανοβουλγαρική λαβίδα, που διά τη Μοραβία εσήμαινε κίνδυνο θανάτου, και την πολιτική εξάρτηση του Πάπα Νικολάου Α΄ από το Λουδοβίκο το Γερμανικό προσπαθεί ο ηγεμόνας των Μοραβών Ρατισλάβος να κερδίση με το βυζαντινό Αυτοκράτορα ένα σύμμαχο, ζητώντας δασκάλους διά να καθοδηγήσουν το λαό του στη σλαβική γλώσσα.
Όταν η Μοραβία το 855 απέκτησε την πολιτική της ανεξαρτησία αναγκάσθηκε ο βαυαρικός κλήρος να εγκαταλείψη τη χώρα, γιατί η αυτονομία του κράτους ήταν αδιανόητη χωρίς την ανεξαρτησία από τη γερμανική ιεραρχία.
Ο Ρατισλάβος οραματιζόταν πιθανώς την οργάνωση μιας ανεξάρτητης Εκκλησίας που θα καλλιεργούσε την εθνική ταυτότητα του κράτους. Πρόκειται διά ένα όνειρο που εν όψει των πολιτικών και εκκλησιαστικών δεδομένων είχε περισσότερες πιθανότητες να γίνη πραγματικότητα με την Κωνσταντινούπολη απ’ ό,τι με τη Ρώμη.
Διά έναν διορατικό πολιτικό όπως ο πρωθυπουργός Βάρδας, που ήταν το δεξί χέρι του ανήλικου Αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, ήταν αντιληπτή η σημασία της προσφυγής του Ρατισλάβου και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είχε τη συμπαράσταση ενός Πατριάρχη της ολκής και μόρφωσης ενός Φωτίου.
Το χτύπημα της βυζαντινής πόρτας ήταν η πρόσκληση στην Ορθοδοξία ν’ ανοίξη νέους ορίζοντες. Η σοφή εκλογή των παιδιών του άρχοντα Λέοντα από τη Θεσσαλονίκη [αναφέρεται στους Αγίους Μεθόδιο και Κύριλλο] ήταν ασφαλώς η κοινή απόφαση των δύο αυτών μεγάλων αναστημάτων του ελληνικού πνεύματος.
Με τους θεσσαλονικείς αδελφούς διάλεξαν δύο προσωπικότητες, βαθιά ριζωμένες στον ελληνικό πολιτισμό και το πνεύμα της Ορθοδοξίας, ικανούς ν’ ανταποκριθούν στην αποφασιστική διά την Ορθοδοξία και την Ευρώπη αποστολή τους.
Ο Μεθόδιος είχε αποσυρθή μεν από τη δημόσια υπηρεσία και καταφύγει σ’ ένα μοναστήρι στον Όλυμπο της Βιθυνίας [στην Μικρά Ασία], ενώ ο νεώτερος αδελφός του Κωνσταντίνος είχε διαδεχθή το δάσκαλό του Φώτιο στην έδρα φιλοσοφίας στην περίφημη Σχολή της Μαγναύρας, αλλά και οι δύο είχαν δείξει σε δύσκολες αποστολές σπάνιες διπλωματικές ικανότητες και διορατική ευαισθησία.
Δεν είναι υπερβολή τα λόγια του Αυτοκράτορα στον Κωνσταντίνο:
«Κανένας άλλος εκτός από σένα δεν μπορεί ν’ αναλάβη αυτή την αποστολή. Να λοιπόν πολλά δώρα. Πάρε μαζί σου τον αδελφό σου, τον ηγούμενο Μεθόδιο και πηγαίνετε εκεί».
Δασκάλους ζήτησε ο Ρατισλάβος διά να καθοδηγήσουν το λαό του στη γλώσσα του. Συγκεκριμένη είναι η παράκλησή τους: «Ο λαός μας έχει απαρνηθή την πολυθεΐα και τηρεί το χριστιανικό νόμο. Αλλά δεν έχουμε δάσκαλο, που να μπορεί να μας διδάξη την αληθινή πίστη στη γλώσσα μας. Στείλε μας, λοιπόν, Κύριε, έναν τέτοιο επίσκοπο και έναν τέτοιο δάσκαλο». Στον προσδιορισμό «στη γλώσσα μας» γίνεται το ενδιαφέρον του ηγεμόνα οφθαλμοφανές.
Το γλωσσικό ζήτημα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των ευρωπαϊκών επιτροπών και κλιμακίων δείχνει παραδειγματικά, ότι ακόμη και σε μια τεχνοκρατική εποχή των ηλεκτρονικών υπολογιστών η γλώσσα δεν είναι μόνο ένα μέσο συνεννόησης, αλλά και μια δυνατότητα πολιτικής επιρροής. Εδώ φαίνεται ιδιαίτερα η ευαισθησία των μικρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί δεν πρόκειται απλά για ένα μέσο τεχνικής επικοινωνίας.
Συνεχίζεται
Απόσπασμα από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ η «Θεσσαλονίκη ως κέντρο Ορθοδόξου Θεολογίας προοπτικές στη σημερινή Ευρώπη» που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Θεσσαλονίκη από 21-25 Μαΐου του 1997.
Επιμέλεια: Στ.Κ.
