Αναστάσιος Καλλής: Η σημασία των θεσσαλονικέων αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου για τη σημερινή Ευρώπη

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος. Μικρογραφία από το ρωσικό «Χρονικό του Ραντζιβίλ», 15ος αι.

Αναστάσιος Καλλής, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Münster 

Στο βιβλίο του The clash of civilizations1 [Η σύγκρουση των πολιτισμών] και σ’ άλλα δημοσιεύματά του εντυπωσιάζει ο Samuel Huntington, Καθηγητής και διευθυντής του Ινστιτούτου στρατηγικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Harvard, με την πρόβλεψή του για τη χιλιετηρίδα που μας έρχεται υποστηρίζοντας ότι στη νέα εποχή δεν θα αποτελούν αντικρουόμενες ιδεολογίες, αντιτιθέμενα πολιτικά και οικονομικά συστήματα αιτίες συγκρούσεων και αιματηρών ταραχών, αλλά αντιμαχόμενα πολιτιστικά συστήματα όπως επίσης ανταγωνιζόμενες Ομολογίες ή θρησκείες.

Η γραμμή μάχης των μετώπων αυτών συμπίπτει κατά τη γνώμη του με την πολιτιστική οροθεσία του 1500 μ.Χ.

Όσο παράξενο κι αλλόκοτο κι αν φαίνεται σε μας τους Ορθοδόξους και ιδιαίτερα τους Έλληνες, δεν λέει ο Huntington κάτι το καινοφανές, όταν στην οροθεσία αυτή ταυτίζει την Ευρώπη με τη Δύση και κατατάσσει ως αντιτιθέμενα στρατόπεδα από τη μια μεριά τη ρωμαιοκαθολική και ευαγγελική παράταξη και από την άλλη τον κόσμο της Ορθοδοξίας και του Ισλάμ.

Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, που έκανε κατά τη γνώμη του τα πρώτα του βήματα τον 8ο και 9ο αιώνα, ήταν εκατονταετηρίδες πίσω από άλλους πολιτισμούς, όπως της Κίνας, του ισλαμικού κόσμου και του Βυζαντίου2.

Στα πλαίσια της «μελλοντικής» αυτής Ευρώπης του Huntington εμφανίζονται στο πεδίο της ευρωπαϊκής κονίστρας ως σκαπανείς μιας νέας εποχής δυο θεσσαλονικείς αδελφοί, ο φιλόσοφος Κωνσταντίνος -γνωστός με το μοναστικό του όνομα Κύριλλος- και ο μοναχός Μεθόδιος -το κατά κόσμον Μιχαήλ- για ν’ ανοίξουν νέους ορίζοντες στην Ευρώπη.

Εμφανίζονται ως ειρηνοποιοί σε μια Ευρώπη που ελληνικός και ρωμαϊκός πολιτισμός, υλοποιημένοι στην ανατολική Ορθοδοξία και στο δυτικό Ρωμαιοκαθολικισμό, παίρνουν επιταχυνόμενη εχθρική στάση μεταξύ τους.

Από μια θρησκεία ενός εθνικού και πολιτιστικού πλουραλισμού, προσανατολισμένη σύμφωνα με την Παύλεια ιεραποστολική αρχή «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην» (Γαλ. 3.28) εξελίσσονται σύντομα δύο κυριαρχούσες μορφές του Χριστιανισμού, η ελληνική και η ρωμαϊκή, που από την αρχή βρίσκονταν σε μια ένταση.

Πολιτιστικοί, κοινωνικοί, εθνολογικοί, ψυχολογικοί και πολιτικοί παράγοντες υποθάλπουν μιαν αποξένωση που καταλήγει στην αντίθεση και έχθρα. Η απολυτοποίηση της εκάστοτε ιδίας μορφής του Χριστιανισμού επέφερε όχι μόνο μια μεγάλη ζημία στην καθολικότητα της χριστιανικής πίστης, αλλά κατέστρεψε και μια δυνατότητα καταλλαγής και κοινωνίας λαών διαφορετικών εθνικοτήτων, πολιτισμών και βιωτικών παραδόσεων.

Το νέο δυναμικό του χριστιανικού κηρύγματος δε μπόρεσε με τη σύζευξη της πολιτικής τάξης των Ρωμαίων με την κληρονομιά του ελληνικού πολιτισμού να θεμελιώση την ένωση της Ευρώπης. Στο πολιτικό και ομολογιακό ρήγμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης προστέθηκαν με την εμφάνιση νέων πολιτικών παραγόντων και δυνάμεων, των γερμανικών και σλαβικών λαών, και νέα μέσα στην εκάστοτε παράταξη.

Θεολογικοί, κοινωνικοί και πολιτικοί παράγοντες ήταν τόσο στενά συνδεδεμένοι μεταξύ τους, ώστε η αλληλοεπίδρασή τους προσδιόριζε την πορεία των σχέσεων των λαών. Ανεξάρτητα από τη θεολογική αξιολόγηση της εικονομαχίας δεν μπορεί κανείς ν’ αμφισβητήσει ότι οι διεκκλησιαστικές και πολιτικές συνέπειες αυτής της έριδας είχαν σοβαρές αρνητικές επιδράσεις στη διαμόρφωση της Ευρώπης.

Δεν πρόκειται πλέον για θέματα πίστης και εκκλησιαστικής φροντίδας, όταν ο Πάπας Γρηγόριος Β΄ (715-731) στην κενή απειλή του Αυτοκράτορα Λέοντος Γ΄ (715-741) να τον φυλακίση ανταποκρίνεται με τη δική του: «Και ει τούτο τολμήσεις δοκιμάσαι, όντως εκδικήσαι έχουσιν οι της δύσεως και τους ανατολικούς, οις ηδίκησας». Διά τούτο τον προτρέπει· «επίστρεψον εκ των νεωτερικών και παιδικών σου έργων». Εκφράζει μάλιστα τη «θλίψη» του «ότι οι άγριοι και βάρβαροι ήμεροι εγένοντο, και σύ, ο ήμερος, άγριος και ανήμερος»3.

Ο Αυτοκράτορας αντέδρασε με τον τρόπο του στην παπική υπεροψία εντάσσοντας το Ιλλυρικό με την Καλαβρία και τη Σικελία, που μέχρι τότε ανήκαν στο ρωμαϊκό Πατριαρχείο, κάτω από τη δικαιοδοσία του Κωνσταντινουπόλεως.

Η πράξη αυτή, που εσήμαινε την ταύτιση των θρησκευτικών και πολιτιστικών συνόρων με τα πολιτικά σύνορα, επιτάχυνε τη διάσταση στην Ευρώπη, που πήρε μιαν αποφασιστική καμπή είκοσι χρόνια αργότερα, όταν το Νοέμβρη του 753 ο Πάπας Στέφανος Β΄ πέρασε τις Άλπεις διά να ζητήση νέο προστάτη στη φραγκική Αυλή.

Το ρήγμα έφθασε στο κατακόρυφο τη νύχτα των Χριστουγέννων του 800, όταν ο Πάπας Λέων Γ΄ έστεψε τον Καρολομάγνο, χωρίς τάχα αυτός να το υποψιάζεται, σε Αυτοκράτορα. Με αυτό το φραγκικό σφετερισμό και αυτή την παπική προδοσία πήρε το ρήγμα μεταξύ ανατολικής και δυτικής Ευρώπης την αποφασιστική του διάσταση.

Εδώ παγιώνεται πλέον η απομόνωση δύο γλωσσικά, πολιτιστικά, πνευματικά, πολιτικά και εκκλησιαστικά διαφορετικών κόσμων, που έτσι έχαναν τις γέφυρές τους, χτυπημένες ήδη από τις επιδρομές των Αβάρων στο Ιλλυρικό κατά τον 6ο αιώνα.

Ανατολική και δυτική Ευρώπη απομακρύνονται η μια από την άλλη τόσο περισσότερο όσο το Βυζάντιο γινόταν πιο ανατολικοελληνικό, ενώ η Δύση έμπαινε κάτω από τη γερμανική επιρροή. Η δυτικο-ανατολική αντίθεση δε συνίσταται τόσο στη διαφορά μεταξύ βυζαντινού και ρωμαϊκού πολιτισμού όσο μεταξύ ελληνικής και γερμανικής βιοθεωρίας και σκέψης.

Συνεχίζεται

Απόσπασμα από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ η «Θεσσαλονίκη ως κέντρο Ορθοδόξου Θεολογίας προοπτικές στη σημερινή Ευρώπη» που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Θεσσαλονίκη από 21-25 Μαΐου του 1997. 

Επιμέλεια: Στ.Κ.

Κύλιση στην κορυφή