
Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς
Ομιλία 62
Την δεκάτη πέμπτη Κυριακή του Λουκά με θέμα:
Τη διόρθωσι και σωτηρία του αρχιτελώνη Ζακχαίου
Όπου γίνεται λόγος και κατά της φιλαργυρίας
1. Πρωτύτερα επήραμε αφορμή από τις διηγήσεις του ευαγγελιστού Λουκά περί της ιάσεως των λεπρών και τυφλών κατά το σώμα για την πνευματική ομιλία προς την αγάπη σας. Σήμερα θέμα θα έχωμε τον κατά την ψυχή τυφλό Ζακχαίο που κατοικούσε στην Ιεριχώ και την ανάβλεψί του κατ’ αυτήν. Είναι δε μεγάλο το σχετικό με αυτόν θαύμα και όχι μικρότερο από τα σχετικά μ’ εκείνους.
Διότι και αυτός είχε σκοτεινούς τους εσωτερικούς οφθαλμούς της καρδιάς, όπως ο τυφλός εκείνος είχε σκοτεινούς τους οφθαλμούς της έξω από το πρόσωπο μορφής· αφού ούτε αυτός δεν μπορούσε κατά τη διήγησι να ιδή τον Ιησού, απαλλάχθηκε δε και αυτός από το σκότος του νου με μόνο το λόγο εκείνου που και στην αρχή του κόσμου με μόνο το λόγο συνέστησε το φως και κατηύγασε όλη την αισθητή κτίσι.
Όπως δηλαδή τότε, πριν να ειπή ο Θεός, «ας γίνη φως, κι’ έγινε φως», υπήρχε σκότος επάνω από την άβυσσο, έτσι και τώρα, πριν να ειπή προς τον Ζακχαίο ότι «σήμερα πρέπει να μείνω στον οίκο σου», το δεινό σκότος της φιλαργυρίας ήταν καθισμένο επάνω στην ψυχή τούτου, ενώ η διάνοιά του ήταν οπωσδήποτε παραχωμένη μαζί με το χρυσό σε σκοτεινούς τόπους, όπου θησαυρίζεται από τους φιλαργύρους ο χρυσός και άργυρος.
2. Ας ιδούμε λοιπόν τα σχετικά με αυτόν κατά τη διήγησι. «Εκείνο τον καιρό ο Ιησούς αφού εισήλθε διερχόταν την Ιεριχώ». Ποιόν εκείνο καιρό; Όταν εκαθάρισε τους λεπρούς, όταν εφώτισε τους τυφλούς, όταν διά της σχετικά προς αυτούς φήμης μαζί με πολλούς άλλους προσείλκυσε και τον Ζακχαίο προς τον πόθο της θέας του. «Αφού λοιπόν εισήλθε ο Ιησούς διερχόταν την Ιεριχώ»· όχι δε μόνο την Ιεριχώ, αλλά και την Ιουδαία διερχόταν ο Κύριος, και τη Γαλιλαία και γενικώς τη γη.
Διότι δεν ήλθε εδώ για να παραμείνη σωματικώς, αν και έλαβε το σώμα σαν το δικό μας υπέρ ημών, όπως ευδόκησε, αλλά και για να διέλθη κι’ ανεβή προς τον ουρανό από όπου κατήλθε, ανεβάζοντας μαζί και το δικό μας φύραμα και τοποθετώντας το επάνω από κάθε αρχή και εξουσία· αλλά και κατά τον καιρό της διδασκαλίας διερχόταν περιοδεύοντας όλο τον τόπο της Παλαιστίνης.
Όπως δηλαδή στην αρχή της δημιουργίας συνήγαγε σ’ ένα δίσκο όλο το φως της ημέρας και έκαμε βασιλέα της τον ήλιο, δεν τον άφησε δε να στέκεται, αλλά τον έκαμε να περιπολή· έτσι, συνάπτοντας το πλήρωμα της θεότητος με το σώμα και παρουσιάζοντας τον εαυτό του βασιλέα του παντός πραγματικά επίγειο και επουράνιο, ορατό και αόρατο, αρκτό και αΐδιο [με χρονική αρχή και χωρίς χρονική αρχή], δεν εδέχθηκε να κάθεται επάνω σ’ ένα τόπο, αλλ’ ευδόκησε να περιέρχεται έως ότου απεργασθή σωτηρία μόνιμη και αδιάκοπη στο μέσο της γης, καθώς προανήγγειλε ο Δαυίδ λέγοντας, «ο Θεός ο προ αιώνων βασιλεύς μας, απεργάσθηκε σωτηρία στο μέσο της γης»· διότι αυτήν την σωτηρία επετέλεσε ο Κύριος περιερχόμενος.
Επειδή δε ο ήλιος δεν περιπολεί γενικώς όλον τον ουρανό, αλλά το μεσαίο μέρος του ζωδιακού πόλου, έτσι λοιπόν και «ο ήλιος της δικαιοσύνης» Χριστός, περιερχόμενος σε όση έκτασι εχρειαζόταν το μέσο της κατοικουμένης από τα ζώα, διερχόταν τα μέρη του, κι’ έτσι αφού εισήλθε διερχόταν την Ιεριχώ.
3 . «Και ιδού», λέγει, «ήταν ένας άνδρας ονομαζόμενος Ζακχαίος, που ήταν μάλιστα αρχιτελώνης. Ήταν δε πλούσιος αυτός κι’ εζητούσε να ιδή τον Ιησού, αλλά δεν μπορούσε εξ αιτίας του όχλου, διότι ήταν μικρός στο σώμα». Όχι δε μόνο ήταν μικρός, αλλά ήταν και μακριά από τον Ιησού· διότι αν επλησίαζε, έστω και μικρόσωμος, δεν θα εστερείτο της θέας.
Εγώ δε νομίζω ότι τούτος ελκυόταν και αναχαιτιζόταν αρρήτως από την θεία δύναμι του Ιησού· ελκυόταν δηλαδή, επειδή είχε τρόπο χρηστό και ψυχή κατάλληλη για την αρετή, γι’ αυτό κι’ επιθυμούσε κι’ επιχειρούσε να ιδή τον Ιησού· αναχαιτιζόταν δε από τη θεία δύναμι, διότι αιχμαλωτίσθηκε από τα αντίθετα στην πολιτεία του Χριστού, δηλαδή από την τελωνία και τον πλούτο.
Αυτά νομίζω δεικνύοντας και ο ευαγγελιστής στους συνετούς με λίγα λόγια, εφ’ όσον μεν ήταν θαυμάσιος στους τρόπους, είπε γι’ αυτόν, «ιδού ένας άνδρας ονομαζόμενος Ζακχαίος, εφ’ όσον δε ήταν πιασμένος στους βρόχους της κακίας, πρόσθεσε «και αυτός ήταν αρχιτελώνης, και βέβαια πλούσιος».
Πραγματικά το μεν «ιδού ένας άνδρας» λέγεται στις περιπτώσεις των αξιολόγων που δεν ανήκουν στους πολλούς. Και προς αυτό τείνει η μνεία του ονόματος του ανδρός· διότι δεν ήταν από εκείνους, για τους οποίους λέγει ο Δαυίδ, «δεν θα αναφέρω τα ονόματά τους διά των χειλέων μου».
Το ότι δε εμαρτύρησε ότι δεν ήταν μόνο τελώνης, αλλά και αρχιτελώνης και γι’ αυτό πλούσιος, έδειξε ότι ήταν διακεκριμένος σε κακία. Αλλ’ επειδή, ως μικρόσωμος και απομακρυσμένος ο Ζακχαίος, δεν μπορούσε να ιδή τον Ιησού, λέγει, «έτρεξε εμπρός και ανέβηκε σε μια συκομορέα, για να τον ιδή· διότι από εκείνο το μέρος επρόκειτο να περάση».
Παρατήρησε την σφοδρότητα του πόθου και αναλογίσου από αυτό ποιος ήταν ο τρόπος του [η εσωτερική του φλόγα που τον καθοδηγούσε να δει οπωσδήποτε και κάθε τρόπο τον Χριστό]. Όταν δηλαδή δεν μπόρεσε να διασπάση τον όχλο, δεν απογοητεύθηκε, αλλά μάλλον προσέτρεξε και δεν απομακρύνθηκε από τον πόθο, αλλά από τον όχλο· και αφού προπορεύθηκε, ανέβηκε σε μια συκομορέα που ήταν φυτευμένη στο δρόμο, για να ιδή από εκεί τον ποθούμενο.
4. Κι’ εκείνος έκαμε τούτες τις ενέργειες σοφώς και φιλοθέως με κεντρίσματα πόθου κτυπώμενος και προτρέχοντας στην οδό, με πτερά πόθου ανυψούμενος κι’ ανεβαίνοντας στο δένδρο. Τί δε έκαμε ο Ιησούς, η ενυπόστατος σοφία του ανάρχου Πατρός, αυτός που λέγει διά του Σολομώντος, «εγώ αγαπώ όσους με αγαπούν· όσοι δε με αγαπούν, θα εύρουν χάριν», «ο οποίος και στους δρόμους ακόμη τους φέρεται με ευμένεια».
Φθάνει τον Ζακχαίο, τον βλέπει πρώτος, τον προσφωνεί φιλικώτατα και του υπόσχεται την επίσκεψι και διαμονή στον οίκο του.
Διότι, λέγει, «όταν ήλθε ο Ιησούς στον τόπο» (όπου δηλαδή η συκομορέα εβάσταζε τον Ζακχαίο σαν ουράνιο καρπό λόγω του ενθέου πόθου του) και εκύτταξε προς τα επάνω, τον είδε και του είπε· «Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα· διότι σήμερα πρέπει να μείνω στον οίκο σου». Μου φαίνεται ότι δεν ανεγνώριζαν εύκολα τον Ιησού ανάμεσα στον όχλο από μόνη τη θέα αυτοί που δεν τον είχαν ιδεί προηγουμένως, διότι περιπατούσε με λιτότητα και δεν είχε τίποτε διαφορετικό από τους πολλούς, αλλά και ότι δεν ήταν δυνατό να επιτύχη κανείς τη θέα του κατά πρόσωπο από ψηλά, διότι συνήθως έσκυβε προς τον εαυτό του.
Γι’ αυτό και ο γνωρίζων τις καρδιές των ανθρώπων και ιδών τον ενδόμυχο πόθο του Ζακχαίου τον προσφωνεί και καλεί με το όνομά του τούτον που δεν είχε ιδεί ποτέ προηγουμένως κατ’ όψι, για να του δείξη την όψι του από φιλανθρωπία και να γνωρίση τον εαυτό του προς τον ποθούντα φιλοφρόνως και να του δείξη ότι δεν ποθεί μόνο αλλά και ποθείται. Επί πλέον δε και προστάσσει να σπεύση στο σπίτι, ώστε με αφθονία να πράξη και να αποκομίση τα τέλη της θεοφιλίας από αυτόν που δίδει με το παραπάνω όσα ζητούμε ή σκεπτόμαστε.
Από τον τόμο «Γρηγορίου Παλαμά, έργα 11» των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Παναγιώτης Κ. Χρήστου.
Επιμέλεια: Στ.Κ.
