
Ο Θωμάς πιάνει τους τύπους των πληγών
Τότε λέγει τον ο Κύριος· Ω Θωμά μαθητά μου, φέρε εδώ τον δάκτυλόν σου, και ιδέ τα χέρια μου διά τούτο ήλθα εδώ προς εσένα· διά τούτο εφανερώθηκα έμπροσθέν σου, οπού ποτέ δεν έλειψα από κοντά σου, διά να με πιάσης να πιστωθής [να πειστείς, να σιγουρευτείς]· βλέπεις ετούτα μου τα χέρια; Αυτά άπλωσα εις τον σταυρόν, να προξενήσω εσένα σωτηρίαν· αυτά εκάρφωσαν οι παράνομοι Εβραίοι εις τον σταυρόν, δια να σώσω εσένα· έλα λοιπόν και πιάσε τα και μάθε φανερά, όσα επιθυμείς να μάθης· ιδού δείχνω σε, διά να γένης πιστός· αφήνω σε όλον μου το κορμί να το πιάσης.
Δεν εντρέπομαι ταις πληγαίς μου, δεν αισχύνομαι του κορμίου μου τα πάθη, δεν κρύβω από σένα όσα υπέμεινα θεληματικώς να σε σώσω· εις όλους τα δείχνω, ότι και ο ήλιος ως το είδεν, εσκοτίσθη, η γη εσείσθη, ο ουρανός έφριξεν, οι Άγγελοι ετρόμαξαν· ηξεύρουν τα πάθη μου και η πέτραις, ότι απ’ αυτα έσχισθησαν.
Ηξεύρουν τα και οι τάφοι, ότι απ’ αυτά απέλυσαν τους νεκρούς· ηξεύρει τα και το σκέπασμα της Εκκλησίας των Εβραίων, ότι απ’ αυτά εσχίσθη. Ηξεύρει τα και ο Άδης, ότι αυτά φοβούμενος άφησε τους νεκρούς· όλη η κτίσις τα εθεώρησεν, ότι ο ήλιος μετήλλαξε το φως του, και έκαμε νύκτα αντίς ημέραν.
Τι θαυμαστόν είναι, αν τα ιδής και εσύ, να πιστωθής; Διά τούτο φέρε τον δάκτυλον σου, και βάλε τον εις την τρύπαν της παλάμης μου, καν απ’ αυτό να πιστεύσης τους λόγους μου.
Δεν σε αρκούν μόνον τα χέρια μου; Φέρε και την την παλάμην σου και βάλε την εις την πλευράν μου· πιάσε το κορμί μου εις οπού εγεννήθη εκ της Παρθένου Μαρίας· πιάσε το κορμί μου, οπού εθανατώθη, και δεν ενεκρώθη τελείως· πιάσε το κορμί μου, οπού είναι φρικτόν εις τα Χερουβίμ, και φοβερόν εις τα Σεραφίμ.
Πιάσε το με το χέρι σου, να καταλάβης με δοκιμήν σου, τι είναι το παθητόν μου, και τι είναι το απαθές· γνώρισε από το πιάσμα [πιάσιμο], ποίον είναι το θνητόν, και ποίον είναι το αθάνατον· το κορμί μου είναι θνητόν, ότι άπαξ απέθανε διά εσένα, αλλά τώρα έγεινεν αθάνατον, ότι το απαθανάτισα.
Γνώρισε, ότι Θεός και άνθρωπος είμαι· Θεός μεν, ότι αναστήθηκα, και φαίνομαι προς εσένα, και σε λέγω να πιάσης, οπού δεν με έλαθαν [δεν μου διέφυγαν] οι λόγοι σου· άνθρωπος δε, ότι έχω πλευράν όπου είναι κομμένη από το σίδερον του κονταρίου. Πιάσε την πλευράν μου, ω Θωμά, να χορτάσης το θέλημα σου· πιάσε το κορμί μου, να μην απιστής πλέον.
Βλέπεις την πλευράν μου; αυτήν έσχισαν οι παράνομοι Ιουδαίοι· αυτήν εκέντησεν ο στρατιώτης, και ευγήκεν αίμα και νερόν· απ’ αυτήν θέλουν ιδή οι Εβραίοι, όταν έλθω κριτής φοβερός, να θυμηθούν του Προφήτου Ζαχαρίου τον λόγον, οπού λέγει· Όψονται εις ον εξεκέντησαν απ’ αυτήν την πληγήν της πλευράς μου ιατρεύθη η πληγή και η αμαρτία της Εύας, οπού επλάσθη από την πλευράν του Αδάμ· επειδή από την πλευράν του Αδάμ ήλθεν η κατάρα εις τον κόσμον, πάλιν από τούτην την πληγήν την εδικήν μου του νέου Αδαμ ήλθε και η ευλογία εις όλους τους ανθρώπους
Εγώ εκατέβηκα από τους ουρανούς εις την γην, διά να σώσω τον κόσμον· εγώ ήλθα διά να σώσω τους ανθρώπους εγώ εσταυρώθηκα διά να πιστεύσουν τα έθνη, ότι εγώ είμαι Θεός αληθινός τώρα εσύ, πώς να απομείνης άπιστος οπού είσαι μαθητής εδικός μου, διά τούτο έλα πια σε με, να γένης πιστός, και όχι άπιστος.
Απόσπασμα από το βιβλίο, «Θησαυρός Δαμασκηνού» των εκδόσεων Βασ. Ρηγόπουλου. Εισαγωγή, βιογραφία συγγραφέως Ευάγγελος [π. Ειρηναίος] Χρ. Δεληδήμος.
