
Απόστολος Γλαβίνας, καθηγητής Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Συμεών Θεσσαλονίκης ως οικουμενικός διδάσκαλος
Τα κείμενα που είναι στα αρχαία ελληνικά παρατίθενται στη συνέχεια και σε μετάφραση.
Σε ένα άλλο έργο του, στη «Δογματική επιστολή», πέρα από το ότι προτρέπει τον αποδέκτη της να προσέχει στη διδασκαλία του θείου λόγου που γίνεται με απλότητα, τον συμβουλεύει να προσέχει στην επίπονη και ακριβή ανάγνωση των Αγίων Γραφών και των πατερικών εξηγήσεων¹⁴, ενώ δεν παραλείπει αλλού να τονίσει ότι πρέπει να συνεργούμε όσο μπορούμε στην οικοδομή όσων βρίσκονται κοντά μας, η διδασκαλία μας να μη ξεπερνάει τις δυνάμεις μας, γιατί υπάρχει κίνδυνος να ζημιωθούμε και εμείς, να γίνεται με ευλάβεια και πολλή προσοχή, ο διδάσκαλος να είναι δόκιμος, καλά καταρτισμένος και να έχει το διδασκαλικό χάρισμα, γιατί αλλιώς και ο ίδιος ο συζητητής κινδυνεύει να πέσει σε πλάνη:
«Χρεών δε και τον πλησίον οικοδομείν ως δύναμις, ουκ ανάγκη δε πάντα άνθρωπον πείθειν, επεί μηδέ πάντας πείσαι δυνατόν. Όμως λεκτέον ει δύναμίς σοι τα κατά δύναμιν, ει προς οικοδομήν ο λόγος ορά· και ει μεν οικοδομήσεις, πολύ σοί τε και τω ωφελημένω παρά σου το όφελος· ει δ’ ούν, ουκ οφείλεις τι τω Θεώ τούτου χάριν· το σαυτού γαρ τετέλεκας. Πάλιν δε και τούτό σοι φυλακτέον· μη παρά την δύναμιν λέγε, μη ποτ’ επιχειρών τον κείμενον ανιστάν, συγκαταπέσης αυτώ. Κατά γαρ τον θειότατον Παύλον, μέγα ομολογουμένως εστί το της ευσεβείας μυστήριον· και χρη μετ’ ευλαβείας και προσοχής ότι πλείστης τον διαλεγόμενον περί αυτής διαλέγεσθαι· τούτον δε δεδοκιμασμένον είναι, και διδασκαλικού τετυχηκότα χαρίσματος ίνα μη τις περί ων ουκ οίδεν ερίζων, ή τοις της βλασφημίας δικτύοις, ή πάγαις διχονοίαις, ή δόγμασι δυσσεβείας εκ των της ασεβείας περιπέση ρημάτων. Οίδαμεν γαρ εκ τούτου παραβλαβέντας των αστηρίκτων πολλούς»¹⁵.
[Είναι χρέος να οικοδομείς και τον πλησίον σου όσο μπορείς, δεν είναι όμως ανάγκη να πείθεις κάθε άνθρωπο, αφού ούτε είναι δυνατόν να τους πείσεις όλους. Όμως πρέπει να λες όσα μπορείς σύμφωνα με τις δυνάμεις σου, αν ο λόγος σου αποσκοπεί στην οικοδομή· και αν μεν οικοδομήσεις, θα είναι μεγάλο το όφελος και για σένα και γι’ αυτόν που ωφελήθηκε από σένα· αν όμως όχι, δεν χρωστάς τίποτα στον Θεό γι’ αυτό, διότι έκανες το δικό σου καθήκον.
Πάλι όμως πρέπει να φυλάγεσαι και σ’ αυτό: μην μιλάς πάνω από τις δυνάμεις σου, μήπως τυχόν προσπαθώντας να σηκώσεις αυτόν που είναι πεσμένος κάτω, πέσεις μαζί του. Διότι, σύμφωνα με τον θειότατο Παύλο, ομολογουμένως είναι μεγάλο το μυστήριο της ευσέβειας· και πρέπει εκείνος που συζητά γι’ αυτήν να συζητά με όσο το δυνατόν περισσότερη ευλάβεια και προσοχή· και αυτός να είναι δοκιμασμένος και να έχει λάβει το διδασκαλικό χάρισμα, ώστε να μην πέσει κανείς -εξαιτίας των λόγων της ασέβειας- στα δίχτυα της βλασφημίας ή στις παγίδες των διχονοιών ή σε δόγματα ασέβειας, φιλονικώντας για πράγματα που δεν γνωρίζει. Διότι γνωρίζουμε ότι από αυτό έχουν πάθει ζημιά πολλοί από τους αστήρικτους.]
Ο Συμεών είναι πρώτα από όλα αγιογραφικός θεολόγος¹⁶ και τούτο θεωρεί απαραίτητη προϋπόθεση, γιατί αυτό που πιστεύομε, λέγει, και εμφωλεύει μέσα στην ψυχή μας και το διακηρύττομε με τη γλώσσα μας και το διδάσκομε, πρέπει να το ομολογούμε και γραπτώς και να το ερμηνεύομε όσο μπορούμε με βάση την Αγία Γραφή¹⁷.
Όταν μάλιστα, στο Διάλογο, εισάγει τον κληρικό να του υποβάλει την ερώτηση, πάνω σε ποια βάση είναι προτιμότερο και ασφαλέστερο να συζητά κανείς, να χρησιμοποιεί δηλ. τις κοινές έννοιες και φυσικές ή τις μαρτυρίες από την Αγία Γραφή, ο Συμεών, χωρίς να απορρίψει όλως διόλου τα φυσικά παραδείγματα, αποφαίνεται κατηγορηματικά ότι δεν πρέπει να ξεφεύγομε από την Αγία Γραφή και δεν πρέπει να φρονούμε πέρα από αυτή¹⁸.
Την αρχή αυτή χρησιμοποίησε ο Συμεών πιστά19, μάλιστα δε ένα έργο του στηρίζεται εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά στην Αγία Γραφή20.
Ο Συμεών είναι επίσης πατερικός θεολόγος. Δε διστάζει να αναφέρει τις πηγές του και να δηλώσει απερίφραστα ότι πολλά έλαβε από τους πατέρες της Εκκλησίας21, τους διδασκάλους της ευσεβείας και θείους άνδρες, οι οποίοι πριν από αυτόν «υψηγόρως και θαυμαστώς εκφράστηκαν»22 [με υψηλό τρόπο και αξιοθαύμαστα εκφράστηκαν] και αποτέλεσαν γι’ αυτόν την αφορμή, όπως «υψηλοφρόνως εδίδαξαν»23.
Όσα παρέδωσαν σε μας οι πατέρες και διδάσκαλοι, θα μας πει ο Συμεών, είναι αρκετά και μόνο για την κατανόηση αυτών πρέπει να φροντίζομε, γιατί τίποτε αυτοί δεν άφησαν αδιερεύνητο24. Γι’ αυτό εκθέτει όσο του είναι δυνατόν με αγάπη προς τους αδελφούς του «εξ ων εκείνοι ουρανίως και αξίως αυτών συνεγράψαντο» [από όσα εκείνοι με ουράνιο τρόπο και επάξια συνέγραψαν]25 και προτρέπει τους αναγνώστες του να πληροφορηθούν τα σχετικά με τη θεία λειτουργία στους πριν από αυτόν: «Τα τελειότερα δε παρά των μεγάλων επιζητούντες μανθάνετε· διότι πλείστοι θείοι όντως και υψηλοί την διάνοιαν ειρήκασι περί τούτων»26.
[Τα δε τελειότερα πράγματα να τα μαθαίνετε αναζητώντας τα από τους μεγάλους (πατέρες), διότι πάρα πολλοί πράγματι θείοι και με υψηλό νου άνδρες έχουν μιλήσει γι’ αυτά.]
Έτσι για τον Συμεών ήταν αδιανόητο να διδάσκει κανείς κάτι ξέχωρο από ό,τι εδίδαξαν οι πατέρες: «Λοιπόν τις τολμήσειεν όλως εαυτόν συνιστάν, μη παρά Θεού και των του Θεού συνιστάμενος δούλων; Ή τίνα προσφέρειν έχοιέν τινες παρά τους Πατέρες διδάσκαλον… διδάσκοντας έτερα και νομοθετούντας καινά, παρά τα κοινώς δεδογμένα τε βεβαιωθέντα, και παρά των Πατέρων πάντων ομού εν τε ταις κοιναις συνελεύσεσι και πανταχού παραδεδομένα»27.
[Λοιπόν, ποιος θα τολμούσε καθόλου να συνιστά τον εαυτό του, αν δεν συνίσταται από τον Θεό και τους δούλους του Θεού; Ή ποιον άλλον διδάσκαλο θα μπορούσαν να παρουσιάσουν μερικοί αντί για τους Πατέρες… που να διδάσκει άλλα πράγματα και να νομοθετεί καινούργια, αντίθετα προς όσα έχουν κοινώς αποφασιστεί και βεβαιωθεί, και έχουν παραδοθεί από όλους μαζί τους Πατέρες τόσο στις κοινές συνόδους όσο και παντού].
Ο Μέγας Αθανάσιος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Αμφιλόχιος Ικονίου, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης, ο Νικόλαος Καβάσιλας και άλλοι, αλλά κυρίως ο Μέγας Βασίλειος, ο Ιερός Χρυσόστομος, ο Ψευδο-Διονύσιος και ο Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρονται κάθε τόσο στα έργα του, ενώ σε μία περίπτωση, αναφερόμενος στους μεγάλους πατέρες και οικουμενικούς διδασκάλους Βασίλειο και Χρυσόστομο, τονίζει ότι «αυτούς τους δύο είναι υπέρ παν άλλο αναγκαίο να ακολουθούμε»²⁸ [αυτούς τους δύο είναι πάνω από κάθε άλλο αναγκαίο να ακολουθούμε].
14 Βλ. και David Balfour, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, ό.π., σ. 79, όπου αναφέρεται: «Είναι αυτονόητον ότι συντηρητικός θεολόγος, οίος ο Συμεών, αντλεί μέγα μέρος του λεξιλογίου του εκ της Αγίας Γραφής».
15 PG 155, 36· πρβλ. και PG 155, 64: «ου πάσι διδόναι λόγον ανάγκη, καθώς προειρήκαμεν· αλλά τοις μεν ζητούσι μαθείν διαλέγεσθαι μετ’ ειρήνης, των δ’ αυ αεί φιλονικείν αιρουμένων αφίστασθαι».
[δεν είναι ανάγκη να δίνουμε εξηγήσεις σε όλους, όπως έχουμε πει ήδη· αλλά με εκείνους μεν που ζητούν να μάθουν, να συζητάμε με ειρηνικό τρόπο, από εκείνους όμως που επιλέγουν πάντοτε να φιλονικούν, να απομακρυνόμαστε.]
16 «Πρόσεχε τη των αγίων γραφών εμπόνω και καθαρά αναγνώσει, τη μελέτη τε των πατρικών εξηγήσεων και τη εν απλότητι διδασκαλία του θείου λόγου. Άμα τοις λοιποίς τοις θεία χάριτι εκλεγείσιν, ισχύουσί τε και προαιρουμένοις προς τούτο αδελφοίς επιμελούμενος έσο εν Χριστώ τω την ισχύν χορηγούντι του κατ’ αρετήν βίου, ίνα συν ετέροις και σεαυτόν ωφελήσης ποιών τε και διδάσκων ως διδασκόμεθα παρ’ αυτού», David Balfour, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, ό.π., σ. 219.
[Να δίνεις προσοχή στην επίμονη και καθαρή ανάγνωση των Αγίων Γραφών, στη μελέτη των πατερικών ερμηνειών και στην εν απλότιτι διδασκαλία του θείου λόγου. Μαζί με τους υπόλοιπους αδελφούς που έχουν εκλεγεί με τη θεία χάρη, και οι οποίοι έχουν τη δύναμη και την προαίρεση γι’ αυτό, να δείχνεις επιμέλεια εν Χριστώ, ο οποίος χορηγεί τη δύναμη για μια ενάρετη ζωή, ώστε μαζί με τους άλλους να ωφελήσεις και τον εαυτό σου, εφαρμόζοντας στην πράξη και διδάσκοντας όσα διδασκόμαστε από Εκείνον.]
17 Spatial Note: Στο αρχικό κείμενο υπήρχε τυπογραφική επικάλυψη των γραμμάτων «Δίκαιον είναι ψήθημεν» αντί του ορθού «ῳήθημεν».
«Δίκαιον είναι ωήθημεν, ό ψυχή πιστεύομεν καί φέρομεν, γλώττη τε κηρύττομεν, και διδάσκομεν, και γράμμασι καθομολογήσαι, και εις παράστασιν της καθ’ ημάς αληθούς και μόνης ευσεβείας, εκ των θείων τούτο διερμηνεύσαι Γραφών ως δύναμις», PG 155, 725.
[Θεωρήσαμε δίκαιο, αυτό που πιστεύουμε και φέρουμε μέσα στην ψυχή μας, και με τη γλώσσα μας κηρύττουμε και διδάσκουμε, να το ομολογήσουμε και γραπτώς, και για να παρουσιάσουμε την αληθινή και μόνη δική μας ευσέβεια, να το ερμηνεύσουμε μέσα από τις θείες Γραφές όσο μας είναι δυνατόν.]
18 «Κληρικός. Και πόθεν ασφαλέστερον διαλέγεσθαι, εκ φυσικών εννοιών, ή γραφικών μαρτυριών; Αρχιερεύς. Από των αγίων Γραφών… Έστι δ’ ότε και από κοινών εννοιών και παραδειγμάτων. Πλην εκείνα λεκτέον, όσαπερ εν παραδείγμασι των αγίων πλείστοι ειρήκασι, και όσα ου προς εναντίωσιν των αγίων Γραφών ορά· καί ταύτα ως εν παρέργω. Ου γαρ έξω των θείων Γραφών όλως δει χωρείν, ή φρονείν», PG 155, 36-37.
[Κληρικός: Και από πού είναι ασφαλέστερο να επιχειρηματολογεί κανείς, από τις φυσικές έννοιες (τη λογική) ή από τις μαρτυρίες των Γραφών; Αρχιερέας: Από τις Άγιες Γραφές… Κάποιες φορές βέβαια και από κοινές έννοιες και παραδείγματα. Όμως πρέπει να λέγονται εκείνα τα παραδείγματα που οι περισσότεροι από τους αγίους έχουν ήδη αναφέρει, και όσα δεν έρχονται σε αντίθεση με τις Άγιες Γραφές· κι αυτά ακόμη να λέγονται δευτερευόντως. Διότι δεν πρέπει καθόλου να προχωρούμε ή να σκεφτόμαστε έξω από τις θείες Γραφές.]
19Πρβλ. και PG 155, 176, 536.
20 «Έκθεσις αναγκαιοτάτη περί των του ιερού Συμβόλου ρήσεων όθεν συνελέγησαν, και κατά τίνων αύται συγκείμεναί εισιν», PG 155, 803-818.
[Αναγκαιότατη έκθεση σχετικά με τις φράσεις του ιερού Συμβόλου (της Πίστεως), από πού δηλαδή συγκεντρώθηκαν και εναντίον ποιων έχουν συνταχθεί.]
21 «Καθόσον ουν και ημείς ηδυνήθημεν γνώναι, και καθόσον ημίν εδόθη, ελαχίστοις γε ούσι και ταπεινοίς, περί ων ηρωτήσατε, νομίσαντες ημάς είναι τι, λέγομεν εν αγάπη, εκ των Πατέρων τα πλείω συλλέξαντες», PG 155, 701· «Εξ ων δη και ημείς ως Πατέρων ερανισάμενοι, και ει τι περ άλλο παρά των προ ημών έγνωμεν, γράφομεν υμίν, τη του Θεού θαρρήσαντες χάριτι», αυτόθι πρβλ. και PG 155, 752.
[Όσο λοιπόν μπορέσαμε κι εμείς να γνωρίσουμε, και όσο μας δόθηκε -αν και είμαστε ελάχιστοι και ταπεινοί- σχετικά με όσα μας ρωτήσατε επειδή νομίσατε ότι είμαστε κάτι σημαντικό, σας απαντάμε με αγάπη, έχοντας συγκεντρώσει τα περισσότερα από τους Πατέρες… Από αυτά λοιπόν κι εμείς, αφού τα συνεισφέραμε ως πατερικά διδάγματα, μαζί με ό,τι άλλο γνωρίσαμε από όσους έζησαν πριν από εμάς, σας γράφουμε, έχοντας εμπιστοσύνη στη χάρη του Θεού.]
22 PG 155, 304.
23 «Ημείς μεν ουν και διεξοδικώτερον εβουλόμεθα τα της ιερωτάτης τελετής ερμηνεύσαι. Αλλ’ ότι και αδρανής ημών ο νους, και των μεγίστων και θείων ανδρών τινάς αξίως αυτών της υψηλής γνώσεως συνεγράψαντο, εκείσε παραπέμποντες υμάς, σιγώμεν ημείς. Αλλά και όσαπερ είπομεν, ουκ αφ’ εαυτών είπομεν, αλλ’ αφορμάς έχοντες εκ Πατέρων, και των της ευσεβείας μάλιστα διδασκάλων, οι περί τούτων υψηλοφρόνως εδίδαξαν. Εμέλλομεν και περί των εν τη προθέσει διαλαβείν· αλλ’ επειδή και τούτο εκείνοις ηρμήνευται, ου χρεία λέγειν ημάς», PG 155, 749.
[Εμείς λοιπόν θέλαμε να ερμηνεύσουμε ακόμη πιο διεξοδικά τα όσα αφορούν την ιερότατη τελετή. Επειδή όμως και ο δικός μας νους είναι αδύναμος, και επειδή κάποιοι από τους μέγιστους και θείους άνδρες έχουν γράψει γι’ αυτά αντάξια της υψηλής τους γνώσης, σας παραπέμπουμε εκεί και εμείς σιωπούμε. Αλλά και όσα ήδη είπαμε, δεν τα είπαμε από τον εαυτό μας, αλλά έχοντας ως αφορμή και βάση τους Πατέρες, και μάλιστα τους διδασκάλους της ευσεβείας, οι οποίοι δίδαξαν για αυτά με υψηλό φρόνημα. Επρόκειτο να μιλήσουμε και για τα της προσκομιδής (προθέσεως)· επειδή όμως κι αυτό έχει ερμηνευτεί από εκείνους, δεν είναι χρεία να τα λέμε εμείς.]
24 «Εκείνα σπεύδομεν εννοείν, όσαπερ ελάβομεν παρά των Πατέρων, και εν αυτοίς αρκείσθαι σπουδάζομεν· ου γαρ εκείνοις τι αζήτητον υπολέλειπται. Τα πλείω δε παραιτούμεθα, τον όλισθον δειλιώντες», PG 155, 832.
[Εκείνα μόνο σπεύδουμε να κατανοήσουμε, όσα δηλαδή παραλάβαμε από τους Πατέρες, και φροντίζουμε να αρκούμαστε σε αυτά· διότι τίποτα δεν έχει μείνει ανεξερεύνητο από εκείνους. Τα δε περισσότερα (τα πέρα από αυτά) τα αποφεύγουμε, επειδή φοβόμαστε το παραστράτημα.]
25 PG 155, 253.
26 PG 155, 273.
27 «Λοιπόν τις τολμήσειεν όλως εαυτόν συνιστάν, μη παρά Θεού και των του Θεού συνιστάμενος δούλων; Ή τίνα προσφέρειν έχοιέν τινες παρά τους Πατέρας διδάσκαλον… διδάσκοντας έτερα και νομοθετούντας καινά, παρά τα κοινώς δεδογμένα τε βεβαιωθέντα, και παρά των Πατέρων πάντων ομού εν τε ταις κοιναίς συνελεύσεσι και πανταχού παραδεδομένα», PG 155, 280· πρβλ. Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Το λειτουργικόν έργον Συμεών του Θεσσαλονίκης. (Συμβολή εις την ιστορίαν και θεωρίαν της θείας λατρείας), Θεσσαλονίκη 1966, σ. 120-121.
[Επομένως, ποιος θα τολμούσε καθόλου να προβάλει τον εαυτό του, αν δεν έχει την επιδοκιμασία από τον Θεό και τους δούλους του Θεού; Ή ποιον άλλον διδάσκαλο θα μπορούσαν κάποιοι να παρουσιάσουν αντί των Πατέρων… που να διδάσκει άλλα πράγματα και να νομοθετεί καινοτομίες, αντίθετα με όσα έχουν κοινώς αποφασιστεί και βεβαιωθεί, και αντίθετα με όσα έχουν παραδοθεί από όλους μαζί τους Πατέρες και στις κοινές συνόδους και παντού;]
28 PG 155, 849.
Απόσπασμα από το βιβλίο της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, «Πρακτικά Λειτουργικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών Συμεώνος Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Θαυματουργού 15.9.81», έκδοση Ιεράς Μονής Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης, 1983.
Επιμέλεια: Στ.Κ.
