
Ο Θωμάς ομολογεί τον Χριστόν Κύριόν του
Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/agios-damaskinos-stouditis-piase-tin-plevran-mou-o-thoma-na-chortasis-to-thelima-sou%c2%b7-piase-to-kormi-mou-na-min-apistis-pleon/
Απεκρίθη ο Θωμάς, και είπεν αυτώ· «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου»· λέγει αυτώ ο Ιησούς· «Ότι εώρακός με πε πίστευκας; μακάριοι οι μη ιδόντες, και πιστεύσαντες»· ήγουν [δηλαδή], αφόντις [αφ’ ότου, από την στιγμή] εψηλάφησεν ο Θωμάς τον Χριστόν, απεκρίθη και είπεν: «Εσύ είσαι ο αυθέντης [Κύριος] μου, και ο Θεός μου»!
Λέγει τον ο Χριστός· «Διατί με είδες, διά τούτο επίστευσες; καλότυχοι είναι εκείνοι, οι που δεν με είδαν, και επίστευσαν ότι αναστήθηκα».
Δεν εστάθη [επέμεινε] ο Θωμάς εις την απιστίαν του, επειδή ίδιον είναι αγαθού ανθρώπου, προτού μεν μάθη το καλόν, να μη το ηξεύρη [να το αγνοεί]· αφόντις δε το μάθη, παρευθύς να το πιάση [να το εγκολπωθεί, να το αποδεχτεί αμέσως].
Εμεταγνώμησεν [άλλαξε γνώμη] ο Θωμάς, επειδή εκατάλαβε την αλήθειαν διά τούτο και είπεν: Εσύ είσαι ο αυθέντης μου, και ο Θεός μου· το μεν αυθέντης διά την ανθρωπότητα, το δε Θεός διά την Θεότητα· πιστεύω την ανάστασίν σου, Αυθέντη, πιστεύω την νίκην σου, Βασιλεύ των βασιλευόντων.
Πιστεύω και λέγω: ο Κύριός μου και ο Θεός μου· πλέον δεν ζητώ· πλέον δεν απιστώ· πλέον δεν έχω διχογνωμίαν [δισταγμό]· πλέον δεν πολυπραγμονώ [αμφισβητώ] την ανάστασίν σου· εγνώρισα τίνα εκαταξιώθηκα [καταξιώθηκα] να πιάσω· εγνώρισα τίνα έπιασα, οπού ο θάνατος δεν εδυνήθη να τον κρατήση [να τον νικήσει]· εκατάλαβα τίνα εψηλάφησα, οπού ο ήλιος τον είδεν εσταυρωμένον και εσκοτίσθη, η σελήνη το φως έκρυψεν, η γη εσείσθη, η πέτραις εσχίσθησαν, ο άδης ετρόμαξεν.
Εσύ είσαι ο Θεός οπού είσαι εξ αρχής, και θέλεις είσαι έως αιώνας αιώνων.
Εσύ είσαι και ουράνιος, και επίγειος· συ και αόρατος, και ορατός· εσύ είσαι ο ασχημάτιστος Θεός, οπού έλαβες σχήμα δουλικόν δι’ εμέ· εσύ είσαι ο αληθής Θεός, και αψευδής άνθρωπος· εσύ είσαι ο εν κόλποις του Πατρός, και επί της γης περιπατών· εσύ είσαι, οπού εγεννήθης εκ της Παρθένου, και αϊδίως [αιωνίως] είσαι με τον Πατέρα.
Εσύ είσαι εν τω ουρανώ, και δι’ ημάς εν τω σταυρώ· εσύ κάθεσαι εν ουρανώ εις τον φοβερόν θρόνον, αλλά και επί της γης εκατοίκησες εις τον τάφον· εσύ είσαι απαθής κατά την Θεότητα και παθητός κατά την ανθρωπότητα· εσύ είσαι ομοούσιος με τον Πατέρα, αλλ’ έγινες ομοούσιος και με τους ανθρώπους.
Εσύ είσαι αθάνατος, και θνητός εσύ εις τον τάφον, αλλά και εις τα Χερουβίμ· εσύ εις τον θάνατον, αλλά και εις τον αθάνατον Πατέρα· εσύ εθανατώθης, και έδωκες ζωήν τους [στους] πιστούς.
Εσύ είσαι ο Θεός, ο κτίστης και δημιουργός του σύμπαντος κόσμου· εσύ προνοείς, και κυβερνάς τον όλον κόσμον· εσύ είσαι μετ’ εμάς [μαζί μας], επειδή έγινες και ωσάν ημάς· εσύ διακρατείς [κρατείς, στηρίζεις] τα πάντα, επειδή εσύ τα εποίησες· εσύ βασιλεύεις του ουρανού, ότι πλάσμα σου [δημιούργημά σου] είναι· εσύ εξουσιάζεις της γης, ότι κτίσμα σου είναι.
Εσύ είσαι Βασιλεύς των βασιλευόντων [αυτών που κυβερνούν], ότι δούλοι σου είναι· εσύ είσαι αυθέντης [Κύριος] των αυθεντάδων [των αρχόντων], ότι σκλάβοι σου είναι.
Εσένα ομολογώ και εγώ αυθέντην και Θεόν, διότι εσύ από την συγκατάβασίν σου εύγαλες την απιστίαν από την καρδίαν μου· εσύ εκαταδίκασες την αμαρτίαν εις την αναμάρτητόν σου σάρκα· εσύ ηλευθέρωσες τους ανθρώπους, οπού ήτον αιχμάλωτοι εις του Διαβόλου τας χείρας.
Εσύ εκαταπάτησες του Διαβόλου την δύναμιν· εσύ εθανάτωσες τον θάνατον με τον θάνατόν σου· εσύ ενέκρωσες τον νεκρωτήν Διάβολον με την νέκρωσιν σου· εσύ με την ανάστασίν σου έδειξες εις ημάς την ανάστασιν· εσύ άφησες τον τάφον εύκαιρον [άδειο], διά να πιστονώμεσθεν [για να βεβαιωνόμαστε στην πίστη μας] ημείς ότι αναστήθης· εσύ έκαμες την γην, ουρανόν εσύ εποίησες την γην λαμπροτέραν του ουρανού.
Εσύ τους ανθρώπους ανύψωσες· εσύ τους ανθρώπους ετίμησες· εσύ την ανθρωπίνην φύσιν εκαινούργησες [έκανες καινούργια]· εσύ τον παλαιόν Αδάμ ανεκαίνισες· εφάνης εσύ και τώρα έμπροσθέν μας· διά τούτο λέγω μεγαλοφώνως: Εσύ είσαι ο αυθέντης μου, και ο Θεός μου!
Λέγει τον ο Χριστός [Του λέει ο Χριστός]: Αφόντις με είδες, επίστευσες, ω Θωμά; καλότυχοι είναι εκείνοι, οπού μόνον θέλουν ακούη από σας τους μαθητάς μου, ότι αναστήθηκα, και θέλουν πιστεύσει.
Αυτός ο λόγος και εις ημάς διαβαίνει [αφορά και εμάς, φτάνει και σε εμάς], ευλογημένοι Χριστιανοί, οπού δεν είδομεν τον Χριστόν, και επιστεύσαμεν εις αυτόν.
Συνεχίζεται
Απόσπασμα από το βιβλίο, «Θησαυρός Δαμασκηνού» των εκδόσεων Βασ. Ρηγόπουλου. Εισαγωγή, βιογραφία συγγραφέως Ευάγγελος [π. Ειρηναίος] Χρ. Δεληδήμος.
