Άγιος Δαμασκηνός Στουδίτης, Οι Μυροφόροι και οι συγκλονιστικές σκηνές στον τάφο του Χριστού κατά την Ανάστασή του!

Θησαυρός Δαμασκηνού
Λόγος κοινή γλώσση εις την Κυριακήν των Μυροφόρων
Εις την Κυριακή των Μυροφόρων

Πόσαι και ποίαι αι Μυροφόραι

Και απεδώ ακούσατε την ακολουθίαν του λόγου των Μυροφόρων, πώς υπάγει· διότι τινές μην ηξεύροντες την τάξιν της διηγήσεως, συγχύζουν την υπόθεσιν· πλην εγώ τας μαρτυρίας των Ευαγγελιστών να τας διηγηθώ κατά το πρέπον· και πρώτον να είπω, πόσαι Μυροφόροι γυναίκες είναι, οπού υπήγαν εις τον τάφον του Χριστού τα μύρα.

Πολλαίς και διάφοραις είναι αι Μυροφόροι, πλην επτά είναι η καθολικώτεραις [κυριότερες]· και πρώτη μεν η Μαγδαληνή Μαρία, από την οποίαν ο Χριστός εύγαλεν επτά δαιμόνια, και διά την τοιαύτην ευεργεσίαν ηκολούθει και ηγάπα τον Χριστόν αυτή. Και μετά την Ανάληψιν του Χριστού, υπήγεν εις την Ρώμην, εις τον βασιλέα Τιβέριον, ο οποίος είχε πονεμένον το ένα ομμάτιον, και διατί τον ιάτρευσεν η Μαγδαληνή Μαρία, εφόνευσε τους αρχιερείς και αυτόν τον Πιλάτον.

Ύστερα δε απέθανεν εις την Έφεσον, και την έθαψεν ο Θεολόγος Ιωάννης· και μετά ταύτα ο βασιλεύς Λέων ο σοφός εμετάθεσε το λείψανόν της εις την Κωνσταντινούπολιν. Μαγδαληνή δε ωνομάζετο, ότι ήτον από τα Μάγδαλα, από μίαν χώραν της ανατολής.

Δευτέρα είναι η Σαλώμη, η οποία ήτον θυγατέρα του Ιωσήφ του μνήστορος· διότι ο Ιωσήφ ο φύλαξ της Παναγίας τέσσαρα παιδία αρσενικά εγέννησε: τον Ιάκωβον, οπού ωνομάζετο μικρός, τον Ιωσή, τον Σίμωνα, και τον Ιούδαν, όχι τον προδότην, αλλά τον Αδελφόθεον. Είχε δε και τρεις θυγατέρες, την Εσθήρ, την Θάμαρ, και την Σαλώμην την γυναίκα του Ζεβεδαίου· ώστε όταν ακούσης οπού λέγει το Ευαγγέλιον, Μαρία Ιακώβου του μικρού, και Ιωσή Μήτηρ, την Παναγίαν Θεοτόκον νόμιζε ότι λέγει [να καταλάβεις ότι λέει].
Διότι μητέρα των παιδίων του Ιωσήφ εφαίνετο η Παναγία, και λαχαίνει ότι ο Θεολόγος Ιωάννης, ο υιός της Σαλώμης, και ο Χριστός, ο Υιός της Παναγίας, ήτον ανεψιός, και θείος· ο μεν Χριστός θείος, ο δε Ιωάννης ανεψιός.

Τρίτη Μυροφόρος είναι η Ιωάννα, η οποία ήτον γυναίκα του Χωζά· ο δε Χωζά αυτός ήτον επίτροπος και οικονόμος εις το σπήτι του βασιλέως Ηρώδου.

Τετάρτη είναι η Μαρία η αδελφή του Λαζάρου, η οποία και προτήτερα εις το σπήτι της άλειψε τον Χριστόν με το μύρον, όταν ανάστησε τον αδελφόν της τον Λάζαρον, καθώς ορίζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Η ουν Μαρία λαβούσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικής [μία λίτρα που ήταν περίπου 327 γραμμάρια, από πολύτιμο καθαρό και ανόθευτο άρωμα από το φυτό νάρδος των Ινδιών»].

Πέμπτη είναι η αδελφή της η Μάρθα, η οποία και προτήτερα πολλήν προθυμίαν έδειξεν εις τον Χριστόν, ότι αυτή τον υπηρέτα εις όλα τα σωματικά.

Έκτη είναι η Μαρία η γυναίκα του Κλωπά. Κλωπάν δε τινές τον Κλεώπαν ονομάζουσιν· αυτήν την Μαρίαν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης Αδελφήν της Θεοτόκου ονομάζει την, λέγωντας εις την σταύρωσιν ούτως: Ειστήκεισαν δε παρά τω Σταυρώ του Ιησού η Μήτηρ αυτού, και η αδελφή της Μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά· πώς δε ήτον αδελφή της Παναγίας, ακούσατε.

Ο Ιωακείμ ο πατήρ της Παναγίας είχεν αδελφόν· λοιπόν ο αδελφός του απέθανε, χωρίς να αφήση παιδί, και κατά τον νόμον του Μωϋσέως επήρε την νύμφην του διά γυναίκα, και έκαμεν απ’ εκείνην αυτήν την Μαρίαν· από δε την Άνναν έκαμε την Παναγίαν Θεοτόκον, ώστε το λοιπόν αδελφή της ήτον από τον πατέρα μόνον.

Εβδόμη Μυροφόρος είναι η Σωσάννα.

Ήτον δε και άλλαις πολλαίς, ως το λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, αίτινες ήσαν διακονούσαι τω Χριστώ από των υπαρχόντων αυταίς· πλην οι Ευαγγελισταί δεν είπασι τα ονόματά τους, ότι δεν ήτον τίποτες μεγάλαις [δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστές γιατί δεν αναφέρονται κάπου αλλού στο Ευαγγέλιο].

Αλλ’ επειδή είπαμεν τα ονόματα των Μυροφόρων, ας έλθωμεν και εις την διήγησιν, πώς υπήγαν τα μύρα.

Η Μαγδαληνή Μαρία, και η Ιωάννα, και η Σαλώμη, και άλλαις μερικαίς ητοίμασαν μύρα το Σάββατον, διά να υπάγουν εις μίαν των Σαββάτων, ήγουν την Κυριακήν, να αλείψουν το κορμί του Χριστού. Αλλ’ η Μαρία η μήτηρ του μικρού Ιακώβου, η οποία, ως το επροείπα, είναι η Παναγία, επειδή ήτον αρραβωνιαστική του Ιωσήφ του πατρός του Ιακώβου, δεν εβάσταξεν από την περισσήν της λύπην, να περάση όλη η νύκτα του Σαββάτου, ξημερώνοντας η Κυριακή.

Αμή [αλλά] παρευθύς οψίας Σαββάτων υπήγεν εις τον τάφον, ήγουν κατά το μεσονύκτιον, ή παρακάτω κάμποσον από το μεσονύκτιον [αργά κατά τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, προς το ξημέρωμα], όχι ως νομίζουσι τινές, ότι πρόσαργα [νωρίς το βράδι] του Σαββάτου.

Και πόθεν να είναι αλήθεια, ότι κατά το μεσονύκτιον υπήγεν; Από την τριήμερον Ανάστασιν του Κυρίου, διότι η Κυριακή είναι τρίτη ημέρα, αντάμα με την Παρασκευήν. Η δε Κυριακή από την εβδόμην ώραν της νυκτός αρχίζει, και παύει ως την εβδόμην ώραν της άλλης νυκτός.

Εάν μετρής έτζι [εάν μετράς έτσι], δεν σφάλλεις εις ταις ημέραις οπού διηγείται ο Μωυσής εις την κοσμοποιΐαν, και λέγει: Και εγένετο εσπέρα, και εγένετο πρωί, ημέρα μία· διότι ο ήλιος, αφόντις [αφ’ ότου] περάση το μέσον της νυκτός, παρευθύς φωτίζει τα ανατολικά μέρη, αγκαλά και ημείς δεν τον βλέπομεν, και κάμνει τότε το ξημέρωμα εις τους ανατολίτας ανθρώπους.

Αφόντις γουν [λοιπόν] απέρασε το μέσον της νυκτός της Κυριακής, αναστήθη ο Χριστός, όταν εξημέρωνεν η Κυριακή, οπού είναι τρεις ημέραις σωσταίς [ολόκληρες] από την αρχήν της Παρασκευής.

Η Παναγία γουν Θεοτόκος έχουσα λύπην περισσότερον από όλαις ταίς Μυροφόραις διά τον μονογενή της Υιόν, επήρε μοναχήν [μόνο] την Μαγδαληνήν Μαρίαν, και υπήγεν εις τον τάφον του Χριστού, χωρίς μύρα, επειδή μεσονύκτιον ήτον, και δεν τους εβόλει [βόλευε] ο καιρός να τα πάρουν.

Πρώτην αυτήν την φοράν υπήγαν γυναίκες εις τον τάφον, ως γράφει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος· αφόντις γουν υπήγαν εις τον τάφον, έγεινε σεισμός, ότι Άγγελος Κυρίου κατέβη από τους ουρανούς, και εκύλισε την πέτραν του τάφου, έπειτα εκάθισεν απάνω της.

Ο δε Κύριος τότε ήτον αναστημένος, διότι δεν λέγει ο Ευαγγελιστής, ότι αφόντις εκύλισεν ο Άγγελος την πέτραν αναστήθη ο Χριστός, αμή μόνον πως εκύλισε την πέτραν διηγείται, και λέγει: Άγγελος Κυρίου καταβάς εξ ουρανού, προσελθών απεκύλισε τον λίθον από της θύρας του μνημείου, και εκάθητο επάνω αυτού.
Διότι ο Κύριος τότε είχεν αναστηθή, ακόμη όταν ήτον η πέτρα επάνω εις τον τάφον του [ο Χριστός είχε ήδη αναστηθεί πριν ο Άγγελος μετακινήσει την μεγάλη πέτρα]. Διά τούτο [με αυτόν τον τρόπο] υπήγε και Κυριακήν αργά προς τους μαθητάς του, και εσέβη [μπήκε] εις το σπήτι οπού ήτον σφαλισμέναις [κλεισμένες] η θύραις, διά να βεβαιώση το θαύμα της αναστάσεώς του.

Η δύο γουν γυναίκες αυταίς, η Παναγία, και η Μαγδαληνή Μαρία, ωσάν υπήγαν εις τον τάφον, είδαν τον Άγγελον, οπού εσκίαξε [ετρόμαξε] τους στρατιώτας, οπού εφύλαγαν τον Χριστόν, και εφοβήθησαν, ότι το πρόσωπόν του έλαμπεν ώσπερ αστραπή, και το φόρεμά του ήτον άσπρον ωσάν το χιόνι!

Ο δε Άγγελος είπε ταις: Μη φοβάσθε εσείς τίποτες· γνωρίζω τίνα ζητείτε· τον Ιησούν τον εσταυρωμένον ζητείτε· δεν είναι εδώ· αναστήθη, ωσάν προείπεν [όπως τους είχε πει προηγουμενως]. Ελάτε, ίδετε τον τάφον, οπού ήτον θαμμένος ο αυθέντης Χριστός.

Συνεχίζεται

Απόσπασμα από το βιβλίο, «Θησαυρός Δαμασκηνού» των εκδόσεων Βασ. Ρηγόπουλου. Εισαγωγή, βιογραφία συγγραφέως Ευάγγελος [π. Ειρηναίος] Χρ. Δεληδήμος. 

Κύλιση στην κορυφή