Άγιος Δαμασκηνός Στουδίτης, Η εμφάνιση του Χριστού, η κατάρρευση και απιστία των Αποστόλων, το ευφυές τέχνασμα της Μαγδαληνής

Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/agios-damaskinos-stouditis-oi-myroforoi-kai-oi-sygklonistikes-skines-ston-tafo-tou-christou-kata-tin-anastasi-tou/

Αι πρώται ιδούσαι την Ανάστασι
Η δύο γουν γυναίκες αυταίς, η Παναγία, και η Μαγδαληνή Μαρία, ωσάν υπήγαν εις τον τάφον, είδαν τον Άγγελον, οπού εσκίαξε [έσκιαξε] τους στρατιώτας, οπού εφύλαγαν τον Χριστόν, και εφοβήθησαν, ότι το πρόσωπόν του έλαμπεν ώσπερ αστραπή, και το φόρεμά του ήτον άσπρον ωσάν το χιόνι· ο δε Άγγελος είπε ταις: Μη φοβάσθε εσείς τίποτες· γνωρίζω τίνα ζητείτε· τον Ιησούν τον εσταυρωμένον ζητείτε· δεν είναι εδώ· αναστήθη, ωσάν προείπεν [όπως ο ίδιος προείπε].

Ελάτε, ίδετε τον τάφον, οπού ήτον θαμμένος ο αυθέντης Χριστός, και σύρτε [πηγαίνετε] γλήγορα να ειπήτε τους μαθητάς του, ότι αναστήθη από τους νεκρούς· ιδού οπού υπάγει προτήτερα από σας εις της Γαλιλαίας το βουνί· εκεί θέλετε τον ιδή· ιδού οπού σας είπα.

Πηγαινάμεναι [πηγαίνοντας] δε να ειπούν τους Αποστόλους τα λόγια του Αγγέλου, εσυναπάντησε ταις ο Χριστός, και ειπέν ταις, Χαίρετε.

Και αυταίς ως ήκουσαν την φωνήν του Κυρίου, ως συνηθισμένην οπού την είχαν, έπεσαν εις τους πόδας του, και επροσκύνησαν τον, και επίασαν τον κιόλας [και τον έπιασαν επίσης]. Ο δε Κύριος δεν ταις εμάλωσε τίποτες, μόνον ειπέν ταις: Μη φοβάσθε, σύρτε, μηνύσετε [να πείτε] τους μαθητάς μου, διά να πηγαίνουν εις την Γαλιλαίαν, να με ιδούν εκεί.

Έως εδώ διηγείται ο Ευαγγελιστής Ματθαίος διά τας Μυροφόρους γυναίκας. Υπήγαν γουν [λοιπόν], ως ταις είπεν ο Κύριος, και είπαν τους Αποστόλους· εκείνοι δε μηδέ καν δεν ηθέλησαν να ταις ακούσουν από την λύπην την πολλήν, οπού είχαν διά τον Χριστόν πώς εσταυρώθη.

Μόνον είπαν εις το μέσον τους [μεταξύ τους] διά την Παναγίαν, ότι από την λύπην της την πολλήν εταράχθηκαν και τα μάτιά της και η ακοή της, και της εφάνηκεν έτζι ως έλεγεν ότι είδε και ήκουσε.

Πλην αυτή ως καθαρή και λελαμπρυσμένη οπού ήτον ψυχή και σώματι επιστώθηκεν [είχε πιστέψει] εις όσα είδε, και δεν ηθέλησε πλέον να υπάγη εις τον τάφον.

Η δε Μαγδαληνή Μαρία μη πιστεύουσα εις την όρασιν οπού είδε, ωσάν ήκουσε τους λόγου των Αποστόλων, οπού είπαν διά την Παναγίαν, επήρε με του λόγου της [μαζί της] την Ιωάνναν, και την Μαρίαν, και την Μητέρα του Ιακώβου, και άλλαις γυναίκες, με αρώματα πολύτιμα, να υπάγωσιν εις τον τάφον να αλείψουν το κορμί του Χριστού· τίνος ένεκεν [για ποιον λόγο];

Ότι επειδή δεν έφθασαν εις την αργατινήν της Παρασκευής [επειδή δεν πρόλαβαν να πάνε το σούρουπο της Παρασκευής γιατί εκείνη την ώρα σταματούσε κάθε εργασία, λόγω της ιερότητας του Σαββάτου] να τον αλείψουν κατά την συνήθειαν των Εβραίων, ηθέλησαν να υπάγωσι τότε.

Ήτον δε τότε όταν υπήγαν, ως λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, όρθρος βαθύς, ήγουν ως τέσσαρες ή πέντε ώρας πριν να ξημερώση· και ωσάν υπήγαν, δεν ηύραν το κορμί του Χριστού, ότι είχεν αναστηθή, μόνον εστέκουνταν και απορούσαν εις το μέσον τους, τι έγινε!

Και παρευθύς εφάνηκαν δύο άνδρες με φορέματα οπού έλαμπαν, η δε γυναίκες ως τους είδαν, σκιάχθησαν, και έσκυψαν το πρόσωπόν τους εις την γην, λέγοντες εκείνοι: διατί ζητείτε τον ζωντανόν με τους νεκρούς; δεν είναι εδώ, αμή [αλλά] αναστήθη! Ενθυμηθήτε, πως σας έλεγεν ακόμη όταν ήτον εις την Γαλιλαίαν μετ’ εσάς, ότι μέλλει ο Υιός του ανθρώπου να παραδοθή εις χέρια ανθρώπων αμαρτωλών, και να σταυρωθή, και εις την τρίτην ημέραν να αναστηθή.

Τότε η γυναίκες ενθυμήθησαν τους λόγους του Χριστού, οπού επρόλεγεν.

Δοξασμένος είναι ο Θεός, ευλογημένοι Χριστιανοί, ότι αλήθειαν διηγούμαι, και καταλάβετε, πως δεν είναι πρώτη στράτα [δεν ήταν η πρώτη φορά που πήγαν] αυτή των Μυροφόρων, ως λέγουσι τινές, αλλά δεύτερη είναι.

Διότι άπρεπον ήταν εις τους Αγγέλους να μαλώσουν ταις Μυροφόραις γυναίκες, πώς εζητούσαν τον Χριστόν, εάν δεν τον ήθελαν ζητήση προτήτερα άλλην φοράν. αμή διατί υπήγαν μίαν φοράν, και ήκουσαν ότι αναστήθη, και δεν επίστευσαν, και πάλιν υπήγαν να τον ζητούν, διά τούτο ταις μαλώνουν, και λέγουν: Διατί ζητείτε τον ζωντανόν με τους νεκρούς;

Και άλλο δε παράδειγμα, να πιστεύσετε, ότι δεύτερη στράτα ήτον αυτή των Μυροφόρων· πόθεν; ότι αυταίς η Μυροφόραις είχαν και αι τρείς και άνδρας με του λόγου τους. Τις [ποιος] το λέγει; ο Ευαγγελιστής Λουκάς: «Τη μια των σαββάτων, όρθρου βαθέος, ήλθον γυναίκες εις το μνημείον, φέρουσαι α [αυτά που] ητοίμασαν αρώματα, και τινες συν αυταίς»· ήγουν [δηλαδή] ήτον και τινές άνδρες αντάμα μετ’ αυταίς.

Ει δε ερωτήσει κανείς, διατί δεν είπεν ο Ευαγγελιστής και τα ονόματα των ανδρών εκείνων; Λέγομεν προς αυτούς ότι οι άνδρες εκείνοι ήτον κοπέλια [βοηθοί, υπηρέτες] των Μυροφόρων, και κατώτεροι άνθρωποι, και διά τούτο δεν τους ονομάζει κατ’ όνομα ο Ευαγγελιστής· αλλ’ ας έλθωμεν πάλιν εις την έννοιαν οπού αφήκαμεν τον λόγον μας.

Ωσάν ήκουσαν η Μυροφόραις εκείναις τους λόγους των δύο Αγγέλων, υπήγαν και είπαν τους Αποστόλους όσα είδαν, και ήκουσαν· οι δε Απόστολοι δεν τας επίστευσαν, αμή είπαν ότι παραμυθεύονται [φαντασιώνονται, λένε παραμύθια], και φλυαρούν· μόνος δε ο Απόστολος Πέτρος, ως θερμότερος οπού ήτον εις την αγάπην του Χριστού, έδραμε μοναχός, και υπήγεν εις τον τάφον, και λοιπόν έσκυψε μόνον, και είδεν, ότι δεν ήτον εκεί το κορμί του Χριστού· έπειτα εγύρισε θαυμάζωντας εις τον εαυτόν του [απορώντας] την υπόθεσιν οπού έγινεν.

Η δε Μαγδαληνή Μαρία, ως είδε, ότι δεν την επίστευσαν οι Απόστολοι και μίαν και δεύτερην φοράν, αμή είπαν ότι φλυαρεί, εσηκώθη μοναχή της προς το ξημέρωμα της ημέρας, αυτό θέλει να ειπή το πρωί, οπού ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει, και υπήγε πάλιν εις τον τάφον, και είδεν ότι η πέτρα ήτον παραμερισμένη από το στόμα του τάφου, και παρευθύς έδραμε, και υπήγε προς τον Πέτρον και Ιωάννην.

Ιδέ [κοίτα] φρονιμάδα γυναικός· ελυπήθη πολλά πως με την Παναγίαν εις την πρώτην στράταν [την πρώτη φορά] είπε τους Αποστόλους διά την ανάστασιν του Χριστού, και δεν την επίστευσαν· πάλιν υπήγε και δεύτερην φοράν με άλλαις γυναίκες, και με άνδρας, και ουδέ τότε δε την επίστευσαν, αμή είπαν ότι φλυαρεί.
Ελυπήθη γουν όχι μόνον ότι δεν την επίστευσαν, αμή ότι δεν εσηκώθη κανείς απ’ αυτουνούς να υπάγη εις τον τάφον να ιδή, αλλά ή από τον φόβον των Ιουδαίων, ή από την λύπην τους την πολλήν εκάθουνταν όλοι τους ωσάν νεκροί· μόνον ο Πέτρος οπού εσηκώθη, και υπήγε και αυτός με πολύν φόβο και τρόμο, ότι δεν απετόλμησε να σεβή [εισέλθει] μέσα, αμή μόνον έσκυψεν από έξω.

Δι’ αυτό και η Μαγδαληνή Μαρία υπήγε πάλιν μοναχή της, ωσάν το προείπα, εις τον τάφον του Χριστού· και ωσάν είδε τον τάφον ανοικτόν, και την πέτραν παραμερισμένην, έβαλεν εις τον νουν της τοιαύτην έννοιαν [έγνοια, απορία], και είπεν: Εάν υπάγω εις όλους τους μαθητάς να ειπώ πάλιν, ότι αναστήθη ο Χριστός, μόνον όσον θέλω κάμη σύγχυσιν εις το μέσον τους, και θέλουν ειπή, ότι εδαιμονίσθηκα, διότι εάν την δεύτερην φοράν δεν μας επίστευσαν, οπού ημασθεν τόσαις πολλαίς, τώρα πώς να πιστεύσουν εμένα μοναχήν;

Αμή να υπάγω εις τους πρώτους των Αποστόλων, τον Πέτρον και Ιωάννην, να τους ειπώ την υπόθεσιν· αλλά και αυτοί ήκουσαν προτήτερα διά την ανάστασιν του Χριστού και δεν επίστευσαν· το λοιπόν πώς να τους παρακινήσω να έλθουν και αυτοί εις τον τάφον να ιδούν την ανάστασιν;

Εγνώρισα τι να κάμω [Σκέφτηκα τι θα κάνω]· να μη τους ειπώ ότι αναστήθη ο Χριστός, διατί πάλιν θέλουν απιστήσει, αμή να τους ειπώ ετούτο το εύκολον και άπιστον μαντάτον [ψεύτικη πληροφορία]…

Υπήγε γουν η Μαγδαληνή Μαρία εις τον Πέτρον και Ιωάννην· εις μεν τον Πέτρον, ότι ηγάπα περισσώς τον Χριστόν· εις δε τον Ιωάννην, ότι τον ηγάπα ο Χριστός από όλους περισσότερον· εις αυτούς υπήγε και ειπέ τους: Επήραν τον αυθέντην μας τον Κύριον από τον τάφον, και δεν ηξεύρω πού τον έβαλαν· ωσάν να τους έλεγεν: Ακούσετέ με, δούλοι του Θεού, ή ότι αναστήθη ο Χριστός, ή ότι δεν αναστήθη· δεν ηξεύρω τι να σας ειπώ· μόνον ένα σας λέγω κατά αλήθειαν, ότι το κορμί του δεν είναι εις τον τάφον· διά τούτο σπουδάξετε [να ψάξετε, να ενδιαφερθείτε] να γνωρίσωμεν τις το έκλεψε, και πού το έβαλε;

Βλέπεις φρονιμάδα γυναικός; διότι εάν ειπούμεν ότι δεν εσυμβουλεύθη [σκέφτηκε] να τους ειπή έτζι, θέλομεν φανή ως ψεύσται· διότι πώς αυτή οπού είδε τον Χριστόν την πρώτην φοράν, και πάλιν οπού ήκουσεν από τους Αγγέλους, ότι αναστήθη, να λέγη εις τους Αποστόλους, ότι δεν ηξεύρω τι έγινε το κορμί του Χριστού; αμή φανερόν είναι ότι τεχνευμένον [προκατασκευασμένο, έξυπνα κατασκευασμένο] και φρόνιμον ήτον το μήνυμά της αυτό· διά τούτο και τους εκατάπεισεν, ότι δεν τους είπε μέγα τίποτες μαντάτο· τι πολύ ήτον εάν ήθελαν υπάγη οι Εβραίοι να το πάρουν, διά να μη το εύρουν οι Απόστολοι, και το τιμήσουν;

Συνεχίζεται

Απόσπασμα από το βιβλίο, «Θησαυρός Δαμασκηνού» των εκδόσεων Βασ. Ρηγόπουλου. Εισαγωγή, βιογραφία συγγραφέως Ευάγγελος [π. Ειρηναίος] Χρ. Δεληδήμος. 

Κύλιση στην κορυφή