Θησαυρός Δαμασκηνού
Λόγος κοινή γλώσση εις την Κυριακήν των Μυροφόρων
Εις την Κυριακή των Μυροφόρων
Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/agios-damaskinos-stouditis-i-emfanisi-tou-christou-i-katarrefsi-kai-apistia-ton-apostolon-to-effyes-technasma-tis-magdalinis/
Οι μαθητές διαπιστώνουν την Ανάσταση
Μόλις άκουσαν οι δύο Απόστολοι (ο Πέτρος και ο Ιωάννης) ότι το σώμα του Χριστού κλάπηκε, έτρεξαν αμέσως να δουν· τους ακολούθησε και η Μαρία. Ο μεν Πέτρος, επειδή ήταν γηραιότερος, έμεινε πίσω στον δρόμο· ο δε Ιωάννης, ως νεότερος, έτρεξε και έφτασε πρώτος από τον Πέτρο στον τάφο. Έσκυψε μέσα και είδε ότι το λεπτό σεντόνι ήταν μόνο του.
Μετά έφτασε και ο Πέτρος που τον ακολουθούσε, μπήκε μέσα στον τάφο και είδε ότι το κομμάτι ύφασμα που ήταν τυλιγμένο στο κεφάλι του Χριστού δεν ήταν μαζί με το άλλο σεντόνι που τύλιγε το σώμα Του, αλλά ήταν διπλωμένο μόνο του σε μια άκρη του τάφου. Τότε μπήκε και ο άλλος μαθητής, ο Ιωάννης δηλαδή, είδε και πίστεψε.
Τι πίστεψε; Ότι αλήθεια έκλεψαν το σώμα του Χριστού. Για το ότι αναστήθηκε, κανένας από τους δύο δεν το πίστεψε. Ποιος το λέει αυτό; Ο ίδιος ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ορίζει: «Γιατί ακόμα δεν γνώριζαν τη Γραφή, ότι έπρεπε Εκείνος να αναστηθεί εκ νεκρών»· δηλαδή, οι δύο αυτοί δεν ήξεραν ακόμα από τις Γραφές πώς έμελλε ο Χριστός να αναστηθεί.
Έτσι οι μαθητές γύρισαν πίσω. Και πώς γύρισαν; Χωρίς να πιστεύουν τίποτα για την ανάσταση του Χριστού.
Γι’ αυτό και η Μαρία η Μαγδαληνή, βλέποντάς τους να στέκονται με απιστία και να αμφιβάλλουν, έπεσε και η ίδια σε αμφιβολία. Σκεφτόταν: «Πριν δουν οι Απόστολοι τον τάφο άδειο, αμφέβαλλαν· τώρα που είδαν με τα μάτια τους, πάλι στέκονται και αμφιβάλλουν και δεν πιστεύουν ότι αληθινά αναστήθηκε. Είναι φανερό λοιπόν ότι εγώ, ως γυναίκα, φαντάζομαι πράγματα και δεν βλέπω ούτε ακούω τίποτα βέβαιο. Ενώ αυτοί, που είναι φωτισμένοι, συγκρατούν τον νου τους και δεν πλανώνται εύκολα όπως εμείς οι γυναίκες».
Επιπλέον, οι στρατιώτες που φύλαγαν τον τάφο πήγαν στους Αρχιερείς και τους είπαν ότι σείστηκε ο τόπος, άστραψε μπροστά τους και αυτοί παρέλυσαν από τον φόβο τους. Οι Αρχιερείς όμως τους έδωσαν χρήματα για να πουν ότι οι μαθητές Του Τον έκλεψαν. Γι’ αυτό λέει και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος: «Και διαδόθηκε αυτός ο λόγος μεταξύ των Ιουδαίων μέχρι σήμερα».
Όταν λοιπόν έφυγαν ο Πέτρος και ο Ιωάννης, η Μαρία έμεινε έξω από τον τάφο κλαίγοντας. Έσκυψε μέσα και είδε δύο Αγγέλους με άσπρα φορέματα, να κάθονται ο ένας στο κεφάλι και ο άλλος στα πόδια, εκεί όπου βρισκόταν το σώμα του Χριστού.
Της λένε οι Άγγελοι: «Γυναίκα, γιατί κλαις;».
Εκείνη απάντησε: «Πήραν τον Κύριό μου και δεν ξέρω πού Τον έβαλαν».
Έτσι είπε και γύρισε πίσω της και είδε τον Χριστό να στέκεται, αλλά δεν Τον γνώρισε, γιατί το σώμα Του ήταν πλέον άφθαρτο και δεν είχε την παλιά γνώριμη μορφή ώστε να Τον αναγνωρίσουν αμέσως τα ανθρώπινα μάτια.
Της λέει ο Κύριος: «Γυναίκα, γιατί κλαις;».
Εκείνη, νομίζοντας ότι είναι ο κηπουρός (γιατί εκεί που θάφτηκε ο Χριστός υπήρχε κήπος), Του λέει: «Κύριε, αν Τον πήρες εσύ, δείξε μου πού Τον έβαλες για να Τον πάρω εγώ».
Αυτή την απόκριση η Μαγδαληνή δεν την είπε με δόλο. Στην αρχή, στους Αποστόλους, προσποιήθηκε ότι δεν ήξερε για να τους παρακινήσει να πάνε στον τάφο. Αφού όμως πήγαν και είδαν ότι το σώμα έλειπε και πάλι δεν πίστεψαν, γύρισε και η δική της γνώμη στην απιστία από την πολλή ευλάβεια, φοβούμενη μήπως πλανηθεί από τη μεγάλη της χαρά – επειδή και οι στρατιώτες διέδιδαν ότι ο Χριστός κλάπηκε.
Γι’ αυτό ο Χριστός, ως καρδιογνώστης, βλέποντας την απιστία της, της μίλησε απότομα και της είπε: «Μαρία!».
Εκείνη, μόλις αναγνώρισε τη φωνή Του, έπεσε στα πόδια Του για να Τον πιάσει. Αλλά ο Χριστός δεν την δέχτηκε όπως την πρώτη φορά (που ήταν μαζί με τη Μητέρα Του), αλλά της είπε: «Μη με αγγίζεις».
Την αποδιώχνει ο Χριστός επειδή απίστησε. Την πρώτη φορά της επέτρεψε να Τον αγγίξει για να βεβαιώσει την Ανάστασή Του.
Τώρα όμως, επειδή την έβλεπε να αμφιβάλλει πάλι, της λέει: «Μη με αγγίζεις, γιατί ακόμα δεν ανέβηκα προς τον Πατέρα μου».
Με αυτόν τον λόγο της υπενθύμιζε ότι είναι Θεός αληθινός, αλλά και τέλειος άνθρωπος.
Της είπε: «Πήγαινε στους αδελφούς μου και πες τους: Αναβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας, στον Θεό μου και Θεό σας».
Μόλις τα άκουσε αυτά η Μαγδαληνή, πήγε σε όλους τους μαθητές και πλέον δεν έλεγε «Πήραν τον Κύριό μας», αλλά με θάρρος τους ανακοίνωσε: «Είδα εγώ τον Χριστό και αυτά τα λόγια μου είπε».
Αυτά διηγείται ο Ιωάννης για την τρίτη πορεία των Μυροφόρων, που έγινε όταν ήταν ακόμα σκοτάδι.
Απόσπασμα από το βιβλίο, «Θησαυρός Δαμασκηνού» των εκδόσεων Βασ. Ρηγόπουλου. Εισαγωγή, βιογραφία συγγραφέως Ευάγγελος [π. Ειρηναίος] Χρ. Δεληδήμος.
