Ιωάννης Ταρνανίδης: Η Θεσσαλονίκη έρχεται πιο κοντά στους Σλάβους ως πόλη της δύναμης, του φωτός, της θαυμαστής θρησκείας, του μεγάλου Αγίου Δημητρίου!

Πολιορκία της Θεσσαλονίκης από τους Βουλγάρους 1040.

Ιωάννης Ταρνανίδης
Καθηγητής στο Τμήμα Θεολογίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Εικόνα και δυναμική της βυζαντινής Θεσσαλονίκης στο μεσαιωνικό σλαβικό γίγνεσθαι*

Η εικόνα της συμβασιλεύουσας της βυζαντινής αυτοκρατορίας Θεσσαλονίκης, όχι μόνο με τα ισχυρά τείχη και τη στρατιωτική της δύναμη, αλλά και με τους πνευματικούς και τους λογίους της, τους αγίους, τους συγγραφείς, τους καλλιτέχνες, τους ζωγράφους, αρχιτέκτονες και σοφούς της, υπήρξε ένας συνεχής υψηλός στόχος, τον οποίο οι Σλάβοι προσπαθούσαν να προσεγγίσουν, και ταυτόχρονα μια δυναμική στη σλαβική προσπάθεια προσαρμογής στο νέο κόσμο.

Απ’ ό,τι αφήνουν οι σχετικές πηγές να αντιληφθούμε, η Θεσσαλονίκη υπήρξε η πρώτη σημαντικότερη πόλη του πολιτισμένου κόσμου, την οποία συνάντησαν οι Σλάβοι στο πέρασμά τους προς τον ευρωπαϊκό χώρο. Αν μάλιστα αληθεύουν τα όσα μας διέσωσαν τα «Θαύματα του αγ. Δημητρίου», οι πρώτες εκείνες επαφές των Σλάβων με τη Θεσσαλονίκη, μεταξύ των ετών 597 και 680 μ.Χ., δεν αποτελούσαν κάποιες τυχαίες ή φιλικές επισκέψεις στην περιοχή και στην πόλη.

Ο συγγραφέας του κειμένου, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ιωάννης, που έζησε τα γεγονότα ή τουλάχιστον ένα μέρος των γεγονότων και ο συνεχιστής του, κάνουν λόγο για πέντε πολιορκίες και επιπλέον για κάποιες συνωμοσίες των Αβαροσλάβων κατά της πόλης. Επί έναν αιώνα, κατά πυκνότερα (597, 609, 615, 618) ή αραιότερα (678) διαστήματα, οι λαοί αυτοί βρίσκονταν σε μια συνεχή προσπάθεια κατάληψης της πόλης, ονειρευόμενοι ασφαλώς πλούτη και λάφυρα για αρπαγή.

Είναι λοιπόν λογικό να σκεφτούμε, πως η εικόνα της Θεσσαλονίκης, στα πρώτα εκείνα χρόνια, βρισκόταν σε μια συνεχή μετατόπιση στη συνείδηση των επιτιθεμένων, που δεν μπορούσαν να την καταλάβουν. Ασφαλώς και οι πληροφορίες τους γι’ αυτήν, σε κάθε νέα πολιορκία, γίνονταν πληρέστερες και πάντως πλουσιότερες. Ότι, βέβαια, οι απανωτές πολιορκίες της πόλης είχαν κάποια συνέχεια και εξελικτική σχέση μεταξύ τους, τούτο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, διότι όχι μόνο προέρχονταν και προπαρασκευάζονταν από τον ίδιο αβαροσλαβικό ή καθαρά σλαβικό χώρο, αλλά και διότι εμφανίζονται να αναπροσαρμόζονται συν τω χρόνω ανάλογα με τις νέες πληροφορίες και τις νέες εμπειρίες που οι πολιορκητές αποκτούσαν.

Έτσι, ενώ κατά την πρώτη πολιορκία οι επιτιθέμενοι εμφανίζονται αδέξιοι στη χρήση των πολιορκητικών μηχανών -τις οποίες ενδεχομένως και δεν διέθεταν- στη δεύτερη εμφανίζονται πιο εμπειροπόλεμοι, στην τρίτη να διαθέτουν και μονόξυλα πλοία και επιπλέον να κινούνται από συγκεκριμένο σημείο που υπολογίζουν ότι θα καταστήσει ευκολότερη την πρόσβασή τους στην πόλη, στην τέταρτη -με πρωτοβουλία πλέον των Σλάβων- εμφανίζονται «σεσιδηρωμένοι», με μηχανήματα κατά πολύ τελειότερα σε σχέση με τις προηγούμενες πολιορκίες, στη δε πέμπτη, που γίνεται μόνο από σλαβικά φύλα, ακολουθείται νέα τακτική, της λαφυραγωγίας και σύλληψης αιχμαλώτων από την ύπαιθρο χώρα.

Η εικόνα λοιπόν, την οποία σταδιακά σχηματίζουν οι Σλάβοι για τη Θεσσαλονίκη, είναι, ότι η πόλη αυτή είναι καλά οχυρωμένη και διαθέτει ακαταμάχητους υπερασπιστές, είναι απόρθητη. Η εικόνα αυτή, με την πάροδο των ετών, δεν αποτελεί μόνο μια εξωτερική εντύπωση, αλλά και αποτέλεσμα μιας εγγύτερης γνωριμίας, η οποία προέρχεται είτε από τις πληροφορίες αιχμαλώτων Θεσσαλονικέων, τους οποίους κατόρθωσαν να συλλάβουν οι Σλάβοι, είτε από πληροφορίες Σλάβων που μεταμορφωμένοι (όπως οι ίδιες πηγές μας παραδίδουν) σε Ρωμαίους, έμπαιναν στην πόλη για να εμπορευτούν, να δώσουν τη δική τους πραμάτεια και να αγοράσουν τα προϊόντα της ανεπτυγμένης βυζαντινής Θεσσαλονίκης.

Έχοντας κατά συνέπεια οι επιτιθέμενοι Σλάβοι αυτή την εξωτερική εικόνα της απόρθητης πόλης, μαζί με τις πληροφορίες για τους κατοίκους της, που πίστευαν σε κάποιο συγκεκριμένο θεό, όντες δε και οι ίδιοι δεισιδαίμονες, ασφαλώς και θα πίστεψαν πως στην πόλη αυτή κατοικούσαν κάποιοι άνθρωποι και κάποιοι θεοί, τους οποίους δεν ήταν δυνατό να υποτάξουν.

Η πρώτη πάντως σλαβική πηγή και σλαβική αναφορά στην εικόνα της Θεσσαλονίκης, παρόλο που είναι κατά διακόσια περίπου χρόνια μεταγενέστερη, φαίνεται να συμφωνεί με τα παραπάνω και να τα συμπληρώνει. Περιλαμβάνεται στο σλαβικό Βίο του αγίου Μεθοδίου (κεφ. V) και εμφανίζει το βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ να θεωρεί αδιαμφισβήτητη τη στενή σχέση της πόλης με το σλαβικό στοιχείο. Συγκεκριμένα, όταν ο εν λόγω αυτοκράτορας, ανταποκρινόμενος στο αίτημα του Μοραβού ηγεμόνα Rostislav και θέλοντας να στείλει στη χώρα του δεύτερου ως ιεραποστόλους τους Θεσσαλονικείς αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο, αντιμετωπίζει τη διστακτικότητά τους, φέρεται να τους λέει τα εξής χαρακτηριστικά λόγια: «Σεις όμως είστε Θεσσαλονικείς και οι Θεσσαλονικείς όλοι μιλούν καθαρά σλαβικά» 1.

Αφήνουμε στην άκρη τις κατά καιρούς υποθετικές τοποθετήσεις των επιστημόνων απέναντι σ’ αυτό το χωρίο και τις προσπάθειες ερμηνείας του με διάφορες αλλαγές του παραδομένου κειμένου και ερχόμαστε να το αναλύσουμε όπως ακριβώς μας παραδόθηκε και φυσικά σε συνδυασμό με όσα είπαμε παραπάνω.

Θεωρούμε μόνο απαραίτητο να διευκρινίσουμε, πως και στην περίπτωση που το χωρίο αυτό αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη, δεν παύει να απηχεί κάποιες αντιλήψεις και κάποιες τάσεις, τον χρόνο προέλευσης των οποίων δεν μπορούμε να καθορίσουμε και ακόμα, πως οι αντιλήψεις και οι τάσεις αυτές εξακολουθήσαν και στα μετέπειτα χρόνια να επιβιώνουν στον σλαβικό χώρο και να διαμορφώνουν μια συγκεκριμένη παράδοση. Αυτό δηλαδή ακριβώς που αναζητούμε και εμείς.

Είναι σαφές πως εδώ ο αυτοκράτορας δεν απευθυνόταν σε Σλάβους κατοίκους της Θεσσαλονίκης. Αν επρόκειτο περί Σλάβων, ο αυτοκράτορας δεν θα ρίσκαρε να αποφανθεί, πού μιλούν καθαρά τη γλώσσα τους και πού όχι καθαρά ή λιγότερο καθαρά. Αυτή τη διάκριση ούτε οι ίδιοι οι Σλάβοι δεν θα ήσαν σε θέση να την κάνουν. Αντίθετα, είναι πολύ λογική και ταιριαστή η φράση, με την υπερβολική της μάλιστα διατύπωση, όταν απευθύνεται σε μη Σλάβους. Εννοείται, πως τη σλαβική θα τη γνώριζε περιορισμένος αριθμός μη Σλάβων, ενδεχομένως ανάλογα με την περιοχή στην οποία κατοικούσαν, και φυσικά, ότι από αυτούς κάποιοι τη γνώριζαν καλύτερα και κάποιοι λιγότερο καλά.

Οι Θεσσαλονικείς δε, απ’ ό,τι φαίνεται, ήσαν από κείνους που γνώριζαν να τη μιλούν πιο καθαρά, λόγω της πιο πυκνής και πιο άμεσης επικοινωνίας τους με τους γύρω από την πόλη σλαβικούς πληθυσμούς. Μιας επικοινωνίας, που λάβαινε χώρα όχι μόνο έξω από τα τείχη της πόλης, αλλά και πιο στενά μάλιστα μέσα στην πόλη, γύρω από την αγορά της και, λογικά σε ένα μικρότερο ποσοστό, αλλά πιο ουσιαστικά, γύρω από τις εκκλησιές και τα μοναστήρια της.

Πολύ φυσικό και καθόλου απίθανο, σε κάποιες από αυτές τις συναντήσεις γύρω από τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της να ξεκίνησε και η προσπάθεια απόδοσης στα σλαβικά μερικών από τις πιο απλές χριστιανικές ευχές, όπως το «Κύριε ελέησον», το «παράσχου Κύριε», το «Άγιος ο Θεός» ή και άλλων πιο σύνθετων. Αυτή δε η φήμη να οδήγησε τον αυτοκράτορα στο να εκφραστεί έτσι όπως εκφράστηκε για τους Θεσσαλονικείς. Και μήπως δεν έχει σχέση με αυτή τη συνάφεια και το γεγονός, ότι Θεσσαλονικείς επελέγησαν για την μεγάλη ιεραποστολή στη χώρα των Σλάβων, τη Μοραβία;

Να λοιπόν που ύστερα από δυο αιώνες, μετά από την τελευταία πολιορκία της από τους Σλάβους, η Θεσσαλονίκη εμφανίζεται ως κέντρο επικοινωνίας, συμβίωσης και ακτινοβολίας στον κόσμο των Σλάβων. Η οχυρή και απόρθητη Θεσσαλονίκη έρχεται πιο κοντά στους Σλάβους και δεν αποτελεί πια αντικείμενο πολιορκίας, αλλά πρότυπο απομίμησης· πόλη της δύναμης, αλλά και του φωτός, της θαυμαστής θρησκείας, του μεγάλου αγ. Δημητρίου.

Συνεχίζεται

* Πρώτη προσέγγιση. Αναλυτικότερη αναφορά στο θέμα γίνεται στον Τιμητικό Τόμο στον Σωτήρη Κίσσα, υπό τον τίτλο «Το σλαβικό είδωλο της πόλης του αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης» (υπό έκδοση εκ μέρους της Ελληνικής Εταιρείας Σλαβικών Μελετών), όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

1 Ιω. Αναστασίου, Βίος Κωνσταντίνου – Κυρίλλου. Βίος Μεθοδίου (μετάφρασις). Βίος Κλήμεντος Αχρίδος, Επιστ. Επετηρίς Θεολογικής Σχολής (του ΑΠΘ), Θεσσαλονίκη 1968, σελ. 153.

Απόσπασμα από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης η «Θεσσαλονίκη ως κέντρο Ορθοδόξου Θεολογίας προοπτικές στη σημερινή Ευρώπη» που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Θεσσαλονίκη από 21-25 Μαΐου του 1997. 

Κύλιση στην κορυφή