
Ιωάννης Φουντούλης
Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Νικόλαος Καβάσιλας ο Μυσταγωγός
Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/ioannis-fountoulis-leitourgika-mystagogika-ypomnimata-apo-ton-dionysio-areopagiti-ston-agio-symeon-thessaloniki/
Έτσι, αφού διαπιστώθηκε η ακριβής σχέση των υπομνημάτων αυτών και ο οργανικός σύνδεσμος προς τις αρχαίες μυσταγωγικές κατηχήσεις, η αναζήτηση των πηγών τους οδήγησε όχι πια στα έργα του Ψευδο-Διονυσίου, αλλά στην αρχαιότερη πατερική και εκκλησιαστική γραμματεία.
Δε θα ξένιζε κανέναν από τους γνώστες της ιστορίας της χριστιανικής θεολογίας, αν πατέρας των μυσταγωγικών υπομνημάτων χαρακτηριζόταν ο μεγάλος θεολόγος της αρχαίας Εκκλησίας, ο Ωριγένης. Δεν έγραψε βέβαια ο ίδιος μυσταγωγικό υπόμνημα. Τα πρωτεία εξακολουθεί να τα έχει ο Διονύσιος. Έρριψε όμως τα σπέρματα για την κατοπινή άνθηση και καρποφορία του είδους αυτού.
Το ένα και μοναδικό μυστήριο του Χριστού εκφράζεται στην αγία Γραφή, στην Εκκλησία και στη λατρεία.
Όπως η σάρκα του Χριστού συγκαλύπτει, αλλά και αποκαλύπτει τη θεότητα, έτσι και το γράμμα της Γραφής και το σύμβολο της λατρείας συγκαλύπτουν και αποκαλύπτουν το ίδιο μυστήριο. Από την «ιστορική διήγηση» και από το λειτουργικό σύμβολο αναγόμαστε στη «νοητή θεωρία».
Κατά τον τρόπο αυτόν η θεία λατρεία αποκτά μια ιδιαίτερη πνευματική αξία και πραγματική υπόσταση. Ιδιαίτερα το λειτουργικό σύμβολο επιμηκύνει στο παρόν και καθιστά ενεργό στο σήμερα το μυστήριο του Χριστού για εκείνους που με καθαρή ψυχή και με το φωτισμό του αγίου Πνεύματος ανάγονται στην κατανόησή του.
Γι’ αυτό και ερμηνεύεται κατά τον ίδιο με τη Γραφή τρόπο: Τυπολογικά, εφ᾽ όσον πραγματοποιεί τύπους της Παλαιάς Διαθήκης. Μυστικά, αφού είναι έκφραση της εσωτερικής πνευματικής λατρείας. Αναλογικά, αφού είναι η εικόνα και η πρόγευση της ουρανίου λειτουργίας.
Η αναλογία μάς ανάγει από το ορατό στο αόρατο, από το γράμμα στο πνεύμα. Η λειτουργική μυσταγωγία του Ωριγένους δεν είναι τόσο μύηση στο μυστήριο της λειτουργίας, όσο εισαγωγή διά της λειτουργίας στο μοναδικό μυστήριο του Χριστού.
Με τη συμβολή της Αντιοχειανής ερμηνείας, η μυσταγωγική θεολογία εμπλουτίζεται με πιο ιστορικό και πιο πραγματιστικό στοιχείο. Το λειτουργικό σύμβολο καθιστά παρούσα μια συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα, που αναφέρεται στο σωτηριώδες έργο του Χριστού και προτυπώνεται στην Παλαιά Διαθήκη.
Κι εδώ ο σύνδεσμος Γραφής και λατρείας, ερμηνείας της Γραφής και μυσταγωγίας είναι πάρα πολύ εμφανής. Και πάλι η λατρεία βρίσκεται στο κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής, αφού διασυνδέει παρελθόν, παρόν και μέλλον: Εκπληρώνει τον τύπο της Παλαιάς, καθιστά παρούσα την αλήθεια της Καινής για τη σωτηρία των ανθρώπων και προλαμβάνει τη μελλοντική ακατάπαυστη λατρεία στην ουράνια ζωή.
Ήδη από τον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων και στη συνέχεια από τον ιερό Χρυσόστομο, το Θεόδωρο Μοψουεστίας και τον άγιο Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη οι αρχές αυτές της ερμηνείας του λειτουργικού συμβόλου εφαρμόζονται περιστασιακά ή και συστηματικότερα²².
Η μίξη των δύο θεολογικών τάσεων, της Αντιοχειανής και της Αλεξανδρινής, στο προϋφιστάμενο γόνιμο έδαφος των αρχαίων μυσταγωγικών κατηχήσεων παρήγαγε ώριμο καρπό τα μυσταγωγικά υπομνήματα.
Τα λειτουργικά σύμβολα έγιναν ανεξάντλητη πηγή «θεωριών». Το καθ’ εαυτό άλαλο σύμβολο έγινε λαλίστατο. Προνόμιο, αλλά και αδυναμία της μυσταγωγικής αλληγορίας. Κάθε ιερός τύπος μπορούσε να εικονίζει και να αποκαλύπτει ένα, δύο, τρία ή και περισσότερα θεία αρχέτυπα²³.
Αυτό δεν ενοχλούσε τους ιερούς μυσταγωγούς. Η υπέρβαση του λόγου έφθανε ίσως σε υπερβολές, αλλά όχι στο παράλογο. Έτσι, η προσκομιδή μπορούσε να εικονίζει πάθος και γέννηση, η είσοδος των δώρων την είσοδο στον κόσμο του Χριστού, την έλευση στο πάθος, τη νεκρική Του πομπή, αλλά και τη δευτέρα ένδοξη παρουσία Του.
Η συναίρεση τόπων, χρόνων, γεγονότων είναι πάρα πολύ συνηθισμένη. Αρκεί όλα να συντονίζονται στο ένα μεγάλο και μόνο θέμα, την αποκάλυψη «εν μιμήσει» και «εικόνι» και «ομοιώματι» του μυστηρίου του Χριστού για το φωτισμό, την κάθαρση και τη σωτηρία του κόσμου.
Β
«Είεν» [«Ας είναι λοιπόν»], θα έλεγε στο σημείο αυτό ο μακάριος Καβάσιλας με την αναδρομή που κάναμε (τηλεγραφικά σύντομη σε σχέση με το μεγάλο θέμα) προσφιλή του έκφραση. Καιρός να έλθουμε σ’ αυτόν. Χωρίς τη μακρά εισαγωγή θα υπήρχε κίνδυνος ή να μην κατανοήσουμε το έργο του Νικολάου ή να εκφυλλιστεί η διαπραγμάτευση σε μιαν ανεδαφική δοξολογική θεώρηση, που ούτε ο σεμνός αυτός άνθρωπος δεν θα την επιδοκίμαζε.
Το τέλος της επίγειας ζωής του Καβάσιλα απέχει μόνο 60 χρόνια από την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως. Η εποχή του ήταν περίοδος «τελευταίας αναλαμπής», βαρειάς ασθενείας, που προεικόνιζε το επερχόμενο τέλος. Τρεις μεγάλες για τη θεία λατρεία μορφές της περιόδου αυτής γράφουν τον λειτουργικό επίλογο του Βυζαντίου.
Και οι τρεις συνδέονται με τη Θεσσαλονίκη: ο Άγιος Φιλόθεος Κόκκινος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Θεσσαλονικεύς (1354-1355 και 1364-1376), ο Καβάσιλας και ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης (1416/17-1429). Ο Νικόλαος Καβάσιλας βρίσκεται στη μέση. Έφθασε το τέλος του Κοκκίνου και την αρχή του Συμεών.
Και οι τρεις έχουν μια υποσυνείδητη ή και ενσυνείδητη διαίσθηση των επερχομένων δεινών και της δύσκολης περιόδου που θα επακολουθούσε. Βάζουν όλες τις δυνάμεις τους να γράψουν τη λειτουργική διαθήκη μιας μακράς και γόνιμης για τη θεία λατρεία περιόδου.
Ο πρώτος με τη «Διάταξη της θείας λειτουργίας» κωδικοποιεί τη λειτουργική παράδοση. Οι δυο άλλοι φθάνουν καθένας σε διαφορετική κορυφή του ίδιου υψηλού βουνού, της μυσταγωγικής ερμηνείας της θείας λατρείας. Αφήνουν στις ερχόμενες γενεές τη λειτουργική παρακαταθήκη της βυζαντινής Εκκλησίας. Στη σύγκριση με τον Συμεών θα επανερχόμαστε συχνά. Είναι ο καλλίτερος δρόμος για την κατανόηση και αξιολόγηση του έργου του Καβάσιλα.
Συνεχίζεται
Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τιμάται στις 20 Ιουνίου.
Απόσπασμα από τα «Πρακτικά Θεολογικού συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του σοφωτάτου και λογιωτάτου και τοις όλοις αγιωτάτου Οσίου πατρός ημών Νικολάου Καβάσιλα του και Χαμαετού». Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε προνοία του παναγιωτάτου μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος β’, (17-20 Ιουνίου 1982). Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης 1984.
