
Ιωάννης Φουντούλης
Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Νικόλαος Καβάσιλας ο Μυσταγωγός
Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/ioannis-fountoulis-apo-ton-psevdo-dionysio-ston-agio-nikolao-kavasila-i-exelixi-oi-piges-kai-i-theologia-ton-leitourgikon-ypomnimaton/
Ο Νικόλαος έγραψε τέσσερα μυσταγωγικά έργα, δυο πολύ μεγάλα και δυο πολύ μικρά. Το εκτενέστερο και χρονολογικά ίσως πρώτο είναι η πραγματεία «Περί της εν Χριστώ ζωής»²⁵. Αποτελείται από επτά λόγους.
Ο πρώτος είναι εισαγωγικός. Ο δεύτερος αναφέρεται στο άγιο βάπτισμα, ο τρίτος στο μύρον, ο τέταρτος στη θεία κοινωνία, ο πέμπτος στην καθιέρωση του ιερού θυσιαστηρίου (εγκαίνια ναού) και οι δυo τελευταίοι στη συνεργία του ανθρώπου με τη θεία χάρη, στο πώς θα διαφυλάξει ο πιστός τη χάρη που χορηγούν τα μυστήρια.
Το έργο αυτό, πανθομολογουμένως σπουδαιότατο, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μυσταγωγικό υπόμνημα με την ακριβή έννοια του όρου. Σκοπός του συγγραφέως, όπως δηλώνεται και στον τίτλο, δεν είναι η μύηση στα μυστήρια και στις ιερές τελετές, αλλά η έκθεση και εμβάθυνση στο μυστήριο της εν Χριστώ ζωής του πιστού.
Η πνευματική ζωή του χριστιανού κέντρο έχει τη ζωή του Χριστού. Σ’ αυτή μετέχει ο πιστός διά των μυστηρίων (βαπτίσματος, χρίσματος, κοινωνίας), που συνεχίζουν και επαναλαμβάνουν, για την προσωπική οικείωση του κάθε μέλους της Εκκλησίας, το σωτηριώδες έργο του Χριστού.
Έτσι, η ανθρωποκεντρική θεώρηση γίνεται κατ’ ανάγκην χριστοκεντρική και η χριστοκεντρική κατ’ ανάγκην πάλι κέντρο έχει τα μυστήρια.
Αυτό το διατυπώνει επιγραμματικά στην αρχή του δευτέρου λόγου:
«Το μεν ουν εν τοις ιεροίς μυστηρίοις την ιεράν ζωήν συνεστάναι από των προτέρων δέδεικται. Έκαστον δε των μυστηρίων όπως εις τουτονί φέρει τον βίον, νυνί σκοπώμεν. Έστι μεν γαρ η εν τω Χριστώ ζωή αυτό το συναφθήναι Χριστώ· ον δ᾽ άρα τρόπον εκάστη τελετή τους τετελεσμένους τω Χριστώ συνάπτει, λέγωμεν ήδη»²⁶
«Ότι λοιπόν η ιερή ζωή στηρίζεται στα ιερά μυστήρια, αποδείχθηκε από τα προηγούμενα. Τώρα ας εξετάσουμε πώς το καθένα από τα μυστήρια οδηγεί σ’ αυτή τη ζωή. Διότι η εν Χριστώ ζωή είναι αυτό το ίδιο το να ενωθεί κανείς με τον Χριστό· με ποιον τρόπο λοιπόν η κάθε τελετή συνδέει με τον Χριστό εκείνους που μυούνται, ας το πούμε τώρα».
Και λίγο κατωτέρω, αφού αναλύσει την έννοια της ενώσεως με το Χριστό διά των μυστηρίων, επαναλαμβάνει πιο χαρακτηριστικά: «Περί δε των μυστηρίων εκάστου σκοπώμεν έτι τίνα συντέλειαν τω ιερώ παρέχεται βίω»²⁷
«Ας εξετάσουμε όμως ακόμη για το καθένα από τα μυστήρια ποια συντέλεια παρέχει στην ιερή ζωή».
Στο σκοπό αυτό είναι στιβαρά προσανατολισμένη όλη η έκθεση. Γι’ αυτό και εκτενής και εξαντλητική είναι η ανάπτυξη της «θεωρίας» και περιληπτική και ελλιπής η αφήγηση της «ιστορίας», η παραδοσιακή περιγραφή του λειτουργικού τύπου²⁸. Από αυτόν δίνεται μόνο όσο είναι απόλυτα εξυπηρετικό για το στόχο του.
Στο χρίσμα η περιγραφή του τύπου είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Περιορίζεται σε τέσσερις σειρές²⁹, ενώ η θεωρία καταλαμβάνει δέκα περίπου σελίδες.
Στον τέταρτο λόγο «η ιστορία» απουσιάζει τελείως, προφανώς γιατί είχε γράψει ή, πιθανότερα, σκόπευε να γράψει ιδιαίτερη για τη θεία λειτουργία πραγματεία³⁰.
Τελείως όμως διάφορη είναι η οικονομία της ύλης του πέμπτου λόγου, που αφορά στην καθιέρωση του ιερού θυσιαστηρίου. Και ο ίδιος ο συγγραφέας είχε τη συνείδηση ότι η παρεμβολή του κεφαλαίου αυτού δεν εναρμονίζεται ούτε θεματικά ούτε μορφολογικά προς το όλο σύστημα της πραγματείας περί της εν Χριστώ ζωής.
Στον πρόλογο δικαιολογεί την αναφορά στα εγκαίνια, λέγοντας ότι νομίζει ότι δεν είναι «περίεργον» ή ότι κάνει κάτι το «παρέλκον».
Το ιερό θυσιαστήριο είναι «πάσης… αρχή τελετής, αν τε δειπνείν αν τε χρίσμα δέη λαμβάνειν, και μην και ιεράσασθαι και του λουτρού τα τελειότατα μετασχείν»³²
«…η αρχή κάθε τελετής, είτε πρόκειται για το δείπνο είτε χρειάζεται να πάρει κάποιος το χρίσμα, καθώς επίσης και για να ιερατευτεί και να μετασχεθεί στα τελειότατα του λουτρού».
Είναι η ρίζα και η κρηπίδα των μυστηρίων. Εδώ η έμφαση δίνεται στην περιγραφή της τελετής. Η θεωρία είναι συνεσταλμένη, μάλλον ελλιπής.
Μ’ αυτές τις προϋποθέσεις η «εν Χριστώ ζωή», παρά, επαναλαμβάνουμε, το από άλλες απόψεις αληθινά αριστουργηματικό της περιεχόμενο, σαν μυσταγωγικό έργο δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Νικόλαος θέλησε και πέτυχε ένα άριστο εγχειρίδιο πνευματικής οικοδομής, ενός πνευματικού οδηγού στην εν Χριστώ ζωή και, πολύ σωστά, ενέταξε σ’ αυτόν και τα μυστήρια.
Στο σημείο αυτό δεν έπρεπε να παραβλέψει την παραδοσιακή γραμμή μυσταγωγίας σ’ αυτά. Και το έκαμε, ακολουθώντας και, κατά τη μεγάλη θεολογική του δύναμη, αναχωνεύοντας την πατερική λειτουργική θεολογία. Γι’ αυτό η «εν Χριστώ ζωή» μοιάζει μορφολογικά περισσότερο με τη «Μυσταγωγία» του αγίου Μαξίμου, λιγότερο με τα Αρεοπαγιτικά έργα κι ακόμη πιο λίγο με το Γερμανό, το Θεόδωρο Ανδίδων και τους άλλους υπομνηματιστές.
Στην ερμηνεία του όμως αυτή τον βλέπουμε να εντάσσεται θεληματικά στους πατερικούς τρόπους ερμηνείας των συμβόλων και των λειτουργικών μορφών. Ο τύπος της λατρείας είναι και για τον Καβάσιλα η «επίδειξις» της θείας οικονομίας «επί των έργων… σιωπή»: «Την δε οικονομίαν και μιμήσασθαι και επί των έργων δείξαι πάσα ανάγκη· δει γαρ, φησίν, εξακολουθήσαι τοις ίχνεσι του υπέρ ημών παθόντος και αναστάντος»³³
«Είναι δε απόλυτη ανάγκη να μιμηθούμε την οικονομία και να τη δείξουμε με τα έργα· διότι πρέπει, λέγει, να ακολουθήσουμε τα ίχνη Εκείνου που έπαθε και αναστήθηκε για εμάς».
Και, εφαρμόζοντας τα ανωτέρω στις συμβολικές πράξεις του αγίου βαπτίσματος, προσθέτει: «Διά ταύτα τοίνυν η μεν Τριάς επί της φωνής εστι, το δε πάθος και τον θάνατον διά του ύδατος εν τω σώματι γράφομεν, τυπούντες ημάς αυτούς εις το μακάριον είδος εκείνο και την μορφήν»³⁴
«Γι’ αυτό λοιπόν η Τριάδα φανερώνεται με τη φωνή, ενώ το πάθος και τον θάνατο τα αποτυπώνουμε στο σώμα με το νερό, διαμορφώνοντας τους εαυτούς μας σύμφωνα με εκείνο το μακάριο είδος και τη μορφή».
Το κοσμοσωτήριο έργο του Κυρίου, ο λειτουργικός τύπος και η εν Χριστώ ζωή του πιστού είναι άρρηκτα ενωμένα. Καθένα δεν νοείται ξεχωριστά από τα άλλα.
Συνεχίζεται
²⁵ Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 263-661.
²⁶ Β΄ 1. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 310.
²⁷ Β΄ 4. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 312.
²⁸ Βλ. κυρίως Β΄ 12-13, 15-18. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 320-326.
²⁹ Βλ. Β΄ 2. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 390-392.
³⁰ Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 410-489.
³¹ Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 490-507.
³² Ε΄ 1. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 490.
³³ Β΄ 21. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 330.
³⁴ Β΄ 21. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 330.
Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τιμάται στις 20 Ιουνίου.
Απόσπασμα από τα «Πρακτικά Θεολογικού συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του σοφωτάτου και λογιωτάτου και τοις όλοις αγιωτάτου Οσίου πατρός ημών Νικολάου Καβάσιλα του και Χαμαετού». Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε προνοία του παναγιωτάτου μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος β’, (17-20 Ιουνίου 1982). Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης 1984.
