
Ιωάννης Ε. Αναστασίου*
Ο πατριάρχης Φιλόθεος Κόκκινος ως αγιολόγος
Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/ioannis-anastasiou-gia-tis-aretes-ton-agion-opos-perigrafontai-apo-ton-agio-filotheo-kokkino-stous-vious-pou-egrapse/
Δεν παραλείπει να μας παρουσιάσει και τους διά Χριστόν σαλούς, όπως ήταν ο όσιος Σάββας ο νέος [ο Βατοπαιδινός εκ Θεσσαλονίκης] για λίγο καιρό και ο όσιος Νικόδημος ο νέος σε όλη του σχεδόν τη ζωή, εδώ στη Θεσσαλονίκη.
Όταν βρέθηκε ο όσιος Σάββας στην Κύπρο, ο λαός παρατήρησε την αυστηρή ασκητική ζωή και τον τίμησαν υπερβολικά. Ο όσιος όμως όλα αυτά τα αποστρεφόταν και για να σταματήσουν να τον τιμούν θέλησε να αυτοεξευτελισθεί και ενώ τον έβλεπαν έπεσε σε ένα λάκκο γεμάτο ακαθαρσίες και βόρβορο, τον «έκφρονα και μωρόν επίτηδες προσποιούμενος και ούτως δι’ όλης της ημέρας καθήστο τον πηλόν και της δυσώδους εκείνης υγρότητος καρτερικώς ανεχόμενος»26.
Οι πιστοί συγκεντρώθηκαν και απορούσαν για ό,τι έβλεπαν και έκλαιγαν λέγοντας «τι γένοιτο, τι πάθος, τις η αιφνίδιος αύτη μεταβολή του σοφού, του των ψυχών και των σωμάτων ιατρού του πάσης αγιωσύνης και χαρίσματος πεπληρωμένου»; 27 [«Τι συνέβη, τι πάθος είναι αυτό, ποια είναι αυτή η ξαφνική μεταβολή του σοφού, του γιατρού των ψυχών και των σωμάτων, εκείνου που ήταν γεμάτος από κάθε αγιότητα και χάρη;»]
Ο όσιος αφού ο σκοπός του εκπληρώθηκε, στο τέλος της ημέρας βγήκε από το βρωμερό λάκκο, όμως με θαυμαστό τρόπο δεν είχε καμιά άσχημη μυρωδιά, ούτε και ήταν βρεγμένος από τις ακαθαρσίες και το βόρβορο, αλλά ήταν καθαρός και απείραχτος ωσάν να βγήκε από μαλακό και απείραχτο στρώμα, ούτε ακόμη και τα ταπεινά ρούχα που φορούσε ήταν βρεγμένα. Αυτό το γεγονός έφερε στον όσιο δόξα και τιμή περισσότερη από όση είχε πριν και όλοι όταν το έμαθαν αισθάνθηκαν έκπληξη. Ο ίδιος όμως επειδή δεν αγαπούσε τις τιμές και τη δόξα, έφυγε κρυφά από την Κύπρο και πήγε στα Ιεροσόλυμα.
Ο όσιος Νικόδημος ο νέος ήταν μοναχός, αυστηρός ασκητής «νηστείαις και αγρυπνίαις την σάρκα διά παντός εκπιέζων και τα εξ αυτής αποτικτώμεθα πάθη ως οιόν τε απονεκρών»28 [«Πιέζοντας συνεχώς το σώμα με νηστείες και αγρυπνίες, και νεκρώνοντας, όσο είναι δυνατόν, τα πάθη που γεννιούνται από αυτό»].
Έβλεπε με αγαλλίαση το κάλλος του Θεού και ήθελε να προχωρήσει ακόμη περισσότερο στην αρετή «εντεύθεν ταίς νοεραίς και θείαις εσχολακώς εργασίαις, όλον εαυτόν όργανον και κιννύραν άρα πνευματικήν απεδείκνυεν»29 [«Από τότε, αφού αφοσιώθηκε στις νοερές και θείες εργασίες (την πνευματική ζωή και την προσευχή), ανέδειξε ολόκληρο τον εαυτό του όργανο και, θα έλεγε κανείς, πνευματική λύρα»].
Αποφάσισε να πάει στη Θεσσαλονίκη και να ζήσει σε κοινόβιο για να συνηθίσει στην υποταγή «ίνα καντεύθεν άρα λοιπόν τελειοτέρων των αμοιβών επιτύχοιεν» [«ώστε και από εκεί να επιτύχουν τις πιο τέλειες πνευματικές ανταμοιβές»]. Όμως εδώ άρχισε να ζει διαφορετικά, έκανε συναναστροφές με πόρνες και λάβαινε μέρος σε διασκεδάσεις υποκρινόμενος όπως γράφει ο βιογράφος του.
Γι’ αυτή τη διαγωγή του όλοι τον κατηγορούσαν και ο προεστώς [ο ηγούμενος] του μοναστηριού τον έδιωχνε. Ωστόσο όσο έξω φαίνεται ότι φθείρεται, τόσο στο εσωτερικό αισθανόταν ν’ ανακαινίζεται και γινόταν «ωραίος ψυχή γάρ άπαξ μυστικώς ενωθείσα Θεώ και οιόν τ’ ειπείν σχετικώς αυτώ συγκραθείσα, τω εκείνου κάλλει διά παντός ήδεται» 30 [«Γιατί η ψυχή, αφού ενωθεί μία φορά μυστικά με τον Θεό και, για να το πούμε έτσι, ενωθεί στενά μαζί Του, βρίσκει παντοτινή ηδονή-ευφροσύνη στο δικό Του κάλλος»].
Ο προεστώς τον έστειλε σ’ ένα προάστιο να φροντίσει τα κτήματα της μονής και τα χρήματα που του έδωσαν για τη διατροφή του τα μοίραζε στους φτωχούς και στις πόρνες και ο ίδιος όλη την εβδομάδα νήστευε και ήταν σώφρων και στερεός όπως ο Ιωσήφ31.
Οι φίλοι των πορνών επειδή προσπαθούσε να τις οδηγήσει στο δρόμο του Θεού, μια ημέρα τον χτύπησαν με μαχαίρια και έτσι πληγωμένος πήγε μόνος του στο μοναστήρι, αλλά ο προεστώς δεν του επέτρεψε να μπει μέσα, λέγοντάς του ότι είναι ανάξιος γιατί ζούσε με αισχρό πάθος.
Έξω εκεί στο δρόμο απέθανε περιφρονημένος σε ηλικία περίπου 40 χρονών. Οι μοναχοί σήκωσαν το σώμα του και το έθαψαν κοντά στο μοναστήρι.
Οι δολοφόνοι έπεσαν σε λίγο πάνω στους Καταλανούς που έκαναν επιδρομή στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι τους έκοψαν τα χέρια κι έτσι πλήρωσαν για το φόνο που έκαναν. Ύστερα από λίγο καιρό άνθρωποι περνώντας από το μοναστήρι αισθάνονται κάποια ευωδία στον αέρα και δεν ήξεραν από πού προέρχεται.
Ερεύνησαν τον τόπο, έσκαψαν και βρήκαν το λείψανο του «τρισμάκαρος σώον, άρτιον όλως μηδεμίαν δήπουθεν καταφθοράν υποστάν» 32 «[το λείψανο] του τρισμακάριστου, σώο, ολόκληρο, χωρίς να έχει υποστεί, βεβαίως, καμία απολύτως φθορά.». Όλοι χάρηκαν για το ιερό λείψανο, το σήκωσαν απ’ εκεί το κήδευσαν και το τοποθέτησαν σε κατάλληλη θέση.
Ιδιαίτερη θέση στους βίους κατέχει και η περιγραφή των θαυμάτων που έκαναν οι άγιοι με τη δύναμη του Θεού. Τα θαύματα τα έκαναν οι άγιοι για να ωφελήσουν τους πιστούς που είχαν ανάγκη, για να πιστέψουν στην αγιότητά τους και να δοξασθεί ο Θεός.
Από την έκδοση της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης «Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν του εν αγίοις πατρός ημών Φιλοθέου αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Θεσσαλονικέως» (14-16 Νοεμβρίου 1983).
Επιμέλεια: Στ.Κ.
