Γρηγόριος Ζιάκας: Οι παράγοντες που βοήθησαν στη συντήρηση της υλικής και πνευματικής ζωής κατά την Τουρκοκρατία

Ιερά Μονή Αγίας Αναστασίας Φαρμακολυτρίας περιοχή Βασιλικών, Φωτογραφία από ιστοσελίδα: Εφορεία Αρχαιοτήτων Χαλκιδικής και Αγίου Όρους: https://www.efachagor.gr/place/moni-agias-anastasias-farmakolytrias/

Καθηγητής Γρηγόριος Ζιάκας, Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.

Ο ρόλος της Εκκλησίας στον πολιτισμό της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας

Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/grigorios-ziakas-ta-dysmeni-apotelesmata-tis-tourkikis-katalipsis-tis-thessalonikis/

4 Περισυλλογή και ανασυγκρότηση

Όταν ο λαός της Θεσσαλονίκης συνήλθε από τα πρώτα μεγάλα πλήγματα, άρχισε την ανασυγκρότηση, η οποία αφορούσε όχι μόνο στον άμεσο, πρακτικό, οικονομικό και επαγγελματικό βίο, αλλά και στους πνευματικούς προβληματισμούς που στόχευαν στη διάσωση των παραδόσεών του, στην ανάπτυξη και έκφραση της σκέψης και του πολιτισμού του. Με άλλα λόγια, σε όλα όσα είχαν πληγεί βαριά και θανάσιμα.

Οι παράγοντες που βοηθούν στη συντήρηση της υλικής και πνευματικής ζωής που αργότερα θα οδηγήσει στη βαθμιαία ανάπτυξη της οικονομικής και πνευματικής αναγέννησης της πόλης και του Γένους, είναι η εκκλησία, η τοπική αυτοδιοίκηση των αρχόντων και οι συντεχνίες.

Πάνω απ’ όλους βρίσκεται η εκκλησία, ο μόνος επίσημα ανεκτός, κατά τις διατάξεις του Ισλάμ, οργανισμός. Ο Μητροπολίτης συνήθως προεδρεύει των σωματείων. Έτσι καταλαβαίνουμε ότι μέσα στη δεινότητα των πρώτων καιρών, την αποδυνάμωση του χριστιανικού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης, την κρίση και τον μαρασμό της οικονομικής και της πνευματικής ζωής, το πνεύμα που επιζεί και εμψυχώνει τον λαό, είναι το πνεύμα της Ορθοδοξίας.

Η ορθόδοξη παράδοση, που είχε ανανεωθεί τον 14ο αιώνα με μεγάλους μυστικούς θεολόγους (Γρηγόριος ο Παλαμάς, 1296-1359, Νικόλαος και Νείλος Καβάσιλας, 1322-1393 και 1300-1379 αντιστοίχως, και Φιλόθεος Κόκκινος, 1300-1379) και άλλους σπουδαίους πνευματικούς άνδρες, ήταν η πνευματική δύναμη που περιφερόταν στην πόλη τόσο από την εκκλησία όσο και από τους λίγους αυτοσχέδιους δασκάλους και λογίους που είχαν απομείνει σ’ αυτήν.

Το πνεύμα αυτό επέζησε μέσα στη δεινότητα των πρώτων ημερών, ξεπέρασε την άλωση του 1430 και σφράγισε για τους τέσσερις προσεχείς αιώνες τον ορθόδοξο χαρακτήρα της Θεσσαλονίκης. Έτσι η εκκλησία, με επικεφαλής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, προωθούσε, ως εθναρχεύουσα πνευματική ηγεσία, τα αισθήματα αυτά και ήταν η μόνη προστάτιδα πνευματική δύναμη και το μόνο καταφύγιο όλων ανεξαιρέτως των υποδούλων χριστιανών.

Καθώς εξάλλου η Θεσσαλονίκη βρισκόταν κοντά στην ιερή, μοναχική πολιτεία του Άθω, η οποία δεν έπαψε και στους σκοτεινούς χρόνους της τουρκοκρατίας να είναι φάρος πνευματικός όχι μόνο της ορθοδοξίας, αλλά και της ελληνικής παιδείας, δεχόταν φανερά ή υπολανθανόντως το φως του πνεύματος και μια πνοή ελπίδας και παρηγοριάς. Το Άγιον Όρος, που είχε πάρει ιδιαίτερα προνόμια από τον κατακτητή, απετέλεσε φυτώριο των γραμμάτων και εργαστήριο ισχυρής και αδιάκοπης παιδείας σ’ όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας. Η ελληνική πολυφωνία έγινε αισθητή στον χώρο της μοναχικής πολιτείας, και η ζωή της αθωνικής πολιτείας αποτελούσε στα σκοτεινά εκείνα χρόνια μικρογραφία της πνευματικής ζωής του ελληνισμού.

Παρά τις κατά καιρούς δοκιμασίες, η φροντίδα για παιδεία ήταν αδιάκοπη. Τα αντιγραφικά εργαστήρια του Αγίου Όρους συνέχιζαν την παλιά χειρόγραφη παράδοση και πολλοί μοναχοί αφιέρωναν διά βίου τον εαυτό τους στην αντιγραφή όχι μόνο λειτουργικών και πατερικών, αλλά και αρχαίων ελληνικών κειμένων7.

Τα μοναστήρια γενικώς, επειδή κατά τον ισλαμικό νόμο θεωρούνταν βακούφια, δηλαδή ιεροί και απαραβίαστοι τόποι, είχαν την ευχέρεια να αναπτύξουν την πνευματική ζωή και να καλλιεργήσουν, κατά το εφικτό, τα γράμματα και τις τέχνες. Γι’ αυτό τα μοναστήρια της Μακεδονίας που απέμειναν, παρουσιάζουν, όσο μπορούμε να κρίνομε από την ιστορία τους και τις βιβλιοθήκες που διέσωσαν, άξια λόγου φροντίδα για θέματα παιδείας.

Ένα τέτοιο σπουδαίο μοναστήρι, που βρίσκεται κοντά στη Θεσσαλονίκη και είναι αρχαιότερο από τα μοναστήρια του Αγίου Όρους (το ίδρυσε κατά την παράδοση η Θεοφανώ του Βυζαντίου στα 888) είναι η μεγάλη Σταυροπηγιακή Μονή της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας. Εδώ στα 1522 έρχεται και εγκαταβιώνει με την ακολουθία του ο άγιος Θεωνάς, κατοπινός μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Ανακαινίζει εκ βάθρων το μοναστήρι και το αναδεικνύει σε ιερό διδασκαλείο. Ένας σοβαρός αριθμός λογίων μοναχών που βγήκε από το μοναστήρι, φανερώνει τη σημασία της πνευματικής παρουσίας του στα δύσκολα εκείνα χρόνια για τη Θεσσαλονίκη και την επαρχία της8.

Αλλά και μέσα στη Θεσσαλονίκη υπήρχε το ξακουστό μοναστήρι των Βλατάδων, που είχε χτιστεί προφανώς μεταξύ των ετών 1320-1360 από τους μοναχούς αδελφούς Βλαταίους ή Βλατάδες από την Κρήτη. Οι υπηρεσίες του στους χριστιανούς της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας είναι σημαντικές. Το μοναστήρι αυτό, που επονομάστηκε από τους Τούρκους «Τσαούς Μαναστήρ» (από το όνομα του πρώτου τούρκου διοικητή της Θεσσαλονίκης Σιουγκιούρ Τσαούς μπέη), πήρε ιδιαίτερα προνόμια από τον κατακτητή και έγινε μια πνευματική όαση για τους χριστιανούς της Θεσσαλονίκης.

Η βιβλιοθήκη του με τους πολύτιμους χειρόγραφους κώδικες, οι εικόνες και τα άλλα ιερά κειμήλια που διασώζει, μαρτυρούν για την πνευματική του παρουσία στον χειμαζόμενο λαό της πόλης σ’ όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας. Μέσα στον περίβολό του, που κατά τον ισλαμικό νόμο ήταν ιερός και απαραβίαστος (βακούφ), οι χριστιανοί εύρισκαν την ευκαιρία να λειτουργηθούν και να ζήσουν λίγες στιγμές ανάπαυλας. Η πνευματική και μυστική ατμόσφαιρα του χώρου έδενε με άρρηκτους ψυχικούς δεσμούς τους Θεσσαλονικείς με το μοναστήρι ως τα πρόσφατα χρόνια, και η συναισθηματική αυτή προσέγγιση είναι ζωντανή έως σήμερα»9.

Τα μοναστικά αυτά κέντρα ενισχύουν σημαντικά τους εκάστοτε επισκόπους Θεσσαλονίκης για να εμψυχώσουν με τους ιερείς τους τον κατατρεγμένο λαό. Έτσι, οι μεγάλες δυσκολίες από τη φυγή των λογίων και τον πνευματικό μαρασμό στα πρώτα κρίσιμα χρόνια αντιμετωπίζονται με την παρουσία φωτισμένων ιεραρχών. Ήδη στα τέλη του 15ου αιώνα διδάσκει στη Θεσσαλονίκη και γίνεται έπειτα μητροπολίτης της ο Θεοφάνης, ο οποίος εβιογράφησε τον Νεομάρτυρα Μιχαήλ Μαυρουδή.

Στα 1538-41 γίνεται μητροπολίτης της Θεσσαλονίκης ο άγιος Θεωνάς, ηγούμενος της Αγίας Αναστασίας. Τον άγιο Θεωνά τον διαδέχεται στα 1541 ο εξίσου προς αυτόν λόγιος Μητροφάνης, μητροπολίτης έως τότε Βεροίας, ο οποίος ήταν επίσης ένας από τους ικανούς λογίους που περιστοίχιζαν τον σπουδαίο Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ τον Τρανό.

Στα 1585 διδάσκει στη Θεσσαλονίκη ο λόγιος ιερέας Γεώργιος Αθηναίος σε δέκα παιδιά, όπως μαρτυρεί ο διακεκριμένος γερμανός θεολόγος της Τυβίγγης και μεγάλος ελληνιστής Μαρτίνος Κρούσιος (1526-1607).

Εκείνος όμως που στα χρόνια αυτά απέκτησε μεγάλη φήμη δασκάλου στη Θεσσαλονίκη είναι ο μοναχός Ματθαίος από την Κρήτη, μαθητής του Αρσενίου, επισκόπου Τιρνόβου, και αδελφός του παραπάνω μητροπολίτη Βεροίας και έπειτα Θεσσαλονίκης Μητροφάνη.

Με την παρουσία λοιπόν αυτή της εκκλησίας και ορισμένων λογίων δεν λείπει κατά τους δύο πρώτους σκοτεινούς αιώνες της δουλείας η υποτυπώδης συντήρηση της λογιοσύνης και της παιδείας από τη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο εκείνο που θα ονομασθεί αργότερα, κατά τον 18ο αιώνα, λογιοσύνη δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει κατά την περίοδο αυτή.

Αυτό για το οποίο κυρίως πασχίζουν οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης κατά τους δύσκολους αυτούς αιώνες είναι να επιβιώνουν και να δώσουν ορισμένες στοιχειώδεις γνώσεις ανάγνωσης και γραφής στα αγόρια τους μόνο. Και για το έργο αυτό κύριος παράγων είναι η εκκλησία. Τα μαζεύουν λοιπόν στις εκκλησίες, κοντά σε κάποιον αυτοσχέδιο δάσκαλο, κυρίως κληρικό ή μοναχό, και τα μαθαίνουν να διαβάζουν το Ψαλτήρι, την Οκτώηχο, το Ωρολόγιο και άλλα λειτουργικά βιβλία μερικές ώρες την ημέρα. Περισσότερη παιδεία υπήρχε μόνο στα μοναστήρια, και ιδίως στο Άγιον Όρος.

  1. Η ακόλουθη, ενδεικτική απλώς, βιβλιογραφία για το Άγιον Όρος κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας φανερώνει, ότι η καλλιέργεια των γραμμάτων, παρά τις κατά καιρούς κρίσεις, δεν ανεκόπη ποτέ στο Άγιον Όρος: Μ. Ι. Γεδεών, «Ο Άθως. Αναμνήσεις – Έγγραφα – Σημειώσεις», Κωνσταντινούπολις 1885 του ιδίου, «Πατριαρχικαί Εφημερίδες εκ της ημετέρας εκκλησιαστικής ιστορίας (1500-1912)». Μέρος α΄ (1500-1600), Αθήναι 1926. Καλλίνικος Δελικάνης, «Περιγραφικός κατάλογος των εν τοις κώδιξι εγγράφων περί των εν Άθω μονών (1630-1863)», Κωνσταντινούπολις 1902. Λαυριώτης (Λαζαρίδης), «Το Άγιον Όρος μετά την οθωμανικήν κατάκτησιν», Επιστ. Επετηρίς Βυζ. Σπουδών 32 (1963). P. Lemerle – P. Wittek, «Recherches sur l’histoire et la statut des monastères athonites sous la domination turque. I. Trois documents du monastère de Kutlumus», Archives d’histoire de droit oriental, 3 (1948) 411-472. Λίνος Πολίτης, «Αγιορείτες βιβλιογράφοι του 16ου αιώνα», Ελληνικά 15 (1957) 355-384.

  2. Για το μοναστήρι αυτό βλ. τη συστηματική εργασία του καθηγητού Αποστ. Αθ. Γλαβίνα, «Το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας» (= Επιστ. Επετ. Θεολογ. Σχολής Πανεπ. Θεσσαλονίκης. Παράρτημα αρ. 33 του 26ου τόμου 1981), Θεσσαλονίκη 1983.

  3. Βλ. Γεωργ. Στογιόγλου, «Η εν Θεσσαλονίκη Πατριαρχική μονή των Βλατάδων», Θεσσαλονίκη 1971. Γ. Ι. Θεοχαρίδου, «Οι ιδρυταί της εν Θεσσαλονίκη μονής των Βλατάδων», Τιμητικός Τόμος «εις Άγιον Γρηγόριον Παλαμάν (1359-1959)», Θεσσαλονίκη 1959, σελ. 49-70. Τα χειρόγραφα της Μονής Βλατάδων ερεύνησε και κατέγραψε ο Σοφρ. Ευστρατιάδης, «Κατάλογος των εν τη Μονή Βλατάδων αποκειμένων κωδίκων», Γρηγόριος ο Παλαμάς 2 (1918) 97-107, 224-237, 274-283, 326-330, 386-404 κτλ. έως 708-717 και 3 (1919) 29-45, 74-91, 137-150 (ανάτυπο). Βλ. επίσης Ιω. Βασδραβέλλη, «Ιστορικά αρχεία Μακεδονίας, Γ΄ Αρχείον μονής Βλατάδων 1446-1839», Θεσσαλονίκη 1955. Β. Α. Μυστακίδου, «Διάφορα περί Θεσσαλονίκης σημειώματα. Η μονή των Βλαταίων και τα εν αυτή έγγραφα, μητροπολίται Θεσσαλονίκης, επισκοπαί κ.λπ.», ΕΦΣΚ 27 (1900) 369-388.

Απόσπασμα από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ η «Θεσσαλονίκη ως κέντρο Ορθοδόξου Θεολογίας προοπτικές στη σημερινή Ευρώπη» που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Θεσσαλονίκη από 21-25 Μαΐου του 1997. 

Κύλιση στην κορυφή