
Ο Όσιος Αθανάσιος ο Πάριος τιμάται στις 24 Ιουνίου
Χαράλαμπος Γ. Καρούσος, Θεολόγος (Th.M.) – Μουσουργός, υποψήφιος διδάκτωρ του Τμήματος Θεολογίας του Ε.Κ.Π.Α.
«Αθανάσιος Πάριος, ο παιδαγωγός και διδάσκαλος του γένους».
1. ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ
Ο Αθανάσιος Πάριος, σύμφωνα με το μαθητή και βιογράφο του Α. Ζ. Μάμουκα, γεννήθηκε στο μικρό χωριό Κώστος της Πάρου [1]. Ήταν ο πρωτότοκος γιός του Σιφναίου Απόστολου Τούλιου, ο οποίος είχε εγκατασταθεί και νυμφευθεί εκεί [2]. Ο ίδιος αργότερα καθιερώθηκε ως ιστορικό πρόσωπο και ως διδάσκαλος όχι με το πατρώνυμό του αλλά με το προσωνύμιο «Πάριος».
Το έτος γεννήσεώς του ποικίλλει, αφού οι ερευνητές το τοποθετούν μεταξύ των ετών 1715 και 1725 ή ακόμη και το 1730. Το πιθανότερο πάντως είναι ότι γεννήθηκε το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1721-1722 [3]. Αναντίρρητο πάντως παραμένει από την έρευνα ότι απεβίωσε στις 24 Ιουνίου 1813 στα Ρεστά της Χίου [4].
Τα πρώτα του γράμματα, τα κοινά, είναι πιθανόν να τα διδάχθηκε στην Πάρο [5] ή ακόμη στη Σίφνο αλλά και στην Άνδρο [6]. Στη συνέχεια, κατά το 1745, εγγράφεται για την συνέχιση των σπουδών του στην περίφημη «Ευαγγελική Σχολή» της Σμύρνης, την οποία είχε ιδρύσει και διηύθυνε ο Ιερόθεος Δενδρινός, λόγιος μοναχός από την Ιθάκη. Στην ίδια Σχολή φοίτησαν αργότερα τόσο ο ομοϊδεάτης του Νικόδημος ο Αγιορείτης όσο και ο ιδεολογικός του αντίπαλος Αδαμάντιος Κοραής [7]. Μετά από έξι έτη σπουδών εκεί αποχωρεί και οδεύει προς το Άγιον Όρος, όπου εντάσσεται το 1752 στο μαθητικό δυναμικό της επίσης ονομαστής Αθωνιάδας Σχολής.
Στην Αθωνιάδα θα μαθητεύσει ο Πάριος περίπου επί μία τετραετία και μεταξύ των ετών 1752 και 1757 [8] πλησίον του λογίου μοναχού από την Πάτρα Νεόφυτου Καυσοκαλυβίτη «του κατ’ εξοχήν γραμματικού» [9] αλλά και του «σοφού διδασκάλου» [10] Ευγένιου Βούλγαρη (διδάσκοντος Φιλοσοφικά), διακόνου τότε από την Κέρκυρα [11] και διαδόχου του πρώτου στη διεύθυνση της Σχολής από το 1753 [12].
Το 1757 φαίνεται ότι διετέλεσε βοηθός του Ευγένιου Βούλγαρη, ως διακεκριμένος μαθητής αυτού, ενώ το επόμενο έτος, το 1758, αποδέχεται ο Πάριος, με την προτροπή του Βούλγαρη, να αναλάβει καθήκοντα ως σχολάρχης και διδάσκαλος στη Σχολή της Θεσσαλονίκης. Στο Ελληνομουσείο της Θεσσαλονίκης ο Πάριος ως διδάσκαλος θα παραμείνει έως το 1760, οπότε και αναχωρεί, κατά την προσωπική του μαρτυρία, η οποία εμπεριέχεται σε επιστολή του προς τον Δωρόθεο Βουλησμά [13], προς Κέρκυρα.
Η αναχώρηση αυτή του Παρίου αποδίδεται από τον Κ. Σάθα σε επιδημία πανώλης, η οποία ενέσκηψε στη Θεσσαλονίκη [14] και επέφερε τη διακοπή των μαθημάτων της Σχολής.
Στην Κέρκυρα, την οποία επισκέπτεται χάριν ερεύνης και μορφώσεως, θα ενταχθεί στους μαθητές και κατ’ επέκταση στη Σχολή του Νικηφόρου Θεοτόκη, όπου και θα παρακολουθήσει μαθήματα φιλοσοφίας, φυσικής και ρητορικής [15].
Η γραπτή, κατά την παραμονή του εκεί, φιλική πρόταση του Ιώσηπου Μοισιόδακα, ο οποίος τον γνώριζε από την περίοδο της μαθητείας του στην Αθωνιάδα, «να μεταβή εις τας Ακαδημίας της Ευρώπης προς τελειοτέραν εκπαίδευσιν», εκτιμώντας «την ευφυΐαν, την αγχίνοιαν και την φιλοπονίαν του» [16], δεν απέδωσε.
Μετά την Κέρκυρα ο Πάριος, πιθανότατα δεχόμενος πρόσκληση από τον φίλα προσκείμενο προς αυτόν διδάσκαλο Παναγιώτη Παλαμά, ιδρυτή της τοπικής Σχολής, έρχεται στο Μεσολόγγι το 1762 [17], για να εργασθεί ως διδάσκαλος και ως ιεροκήρυκας, «διάκονος έτι ων» [18]. Εδώ θα παραμείνει έως το 1767, οπότε και, κατά την προσωπική του μαρτυρία, αναχωρεί για τη Θεσσαλονίκη και από εκεί, λόγω των ταραχών της εποχής αλλά και χάριν ερεύνης, προς το Άγιον Όρος.
Θα επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη και στο Ελληνομουσείο μετά από δύο έτη το 1769. Το 1770 αναχωρεί και πάλιν από τη Θεσσαλονίκη, λόγω των νέων ταραχών (τα γνωστά Ορλωφικά) αλλά και χάριν ερεύνης, προς το Άγιον Όρος, συγκεκριμένα στη Μονή των Ιβήρων. Η μετάβαση αυτή του Παρίου στο Άγιον Όρος είναι πιθανόν να συνδέεται και με ανάληψη καθηκόντων ως σχολάρχη και διδασκάλου στην Αθωνιάδα. Ο Κ. Σάθας αναφέρει ότι ο Πάριος παρέλαβε συνοδικά γράμματα για το σκοπό αυτό [19].
Η συγκεκριμένη παρουσία του Αθανασίου Παρίου στο Άγιον Όρος και ειδικά στην Αθωνιάδα θα είναι σύντομη, εξαιτίας ταραχών εκ μέρους των μαθητών στη Σχολή αλλά και της εμπλοκής του ιδίου με ιδιαίτερη σφοδρότητα στο περίφημο κολλυβαδικό κίνημα. Εκεί χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον συναγωνιστή του Μακάριο Νοταρά, Επίσκοπο Κορίνθου [20], και επιστρέφει εκ νέου στη Θεσσαλονίκη, ενώ συνεχίζει να αγωνίζεται υπέρ των θέσεων των -χλευαστικώς αποκαλουμένων από τους αντιπάλους τους- «Κολλυβάδων».
Στις 5 Ιουλίου του 1776, καταδικάζεται μαζί με άλλους τρεις και καθαιρείται από την Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επί Πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχη Σωφρονίου Β΄ (1774-1780), εξ αιτίας των θέσεων και της ηγετικής παρουσίας του στο κολλυβαδικό κίνημα [21]. Η συνολική καταδίκη του αυτή θα αρθεί «κατόπιν αιτήσεώς του» [22] το 1781 από την Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επί Πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχη Γαβριήλ Δ΄(1780-1785) [23].
Μετά την συνοδική αποκατάστασή του και έχοντας επιστρέψει στη διεύθυνση του Ελληνομουσείου της Θεσσαλονίκης, θα δεχθεί δύο προτάσεις από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τις οποίες δεν αποδέχθηκε: αφ’ ενός να εργασθεί ως σχολάρχης και διδάσκαλος στην Πατριαρχική Σχολή, στην Κωνσταντινούπολη, ορίζοντας ο ίδιος το μισθό του, και αφ’ ετέρου να επιλέξει χηρεύουσα επισκοπή, ώστε να αναδειχθεί Επίσκοπος [24].
Το 1786, αποχωρεί από τη Θεσσαλονίκη [25] με στόχο να επιστρέψει και να εγκατασταθεί στην Πάρο για να προσφέρει εκεί τις υπηρεσίες του [26]. Το πλοίο θα αναγκασθεί να προσαράξει στη Χίο. Η αποχώρησή του από εκεί δυσχεραίνεται και λόγω της έναρξης του 2ου Ρωσοτουρκικού πολέμου (1787-1792).
Η Χίος τελικά έμελλε να είναι το τελευταίο και άκρως δημιουργικό στάδιο της διδασκαλικής δράσης αλλά και της ζωής του Αθανασίου Παρίου. Ανταποκρινόμενος στις πιέσεις που του ασκήθηκαν από τους άρχοντες της νήσου αλλά και από φίλα προσκείμενα προς αυτόν πρόσωπα (Μακάριος Νοταράς, Κοινοβιάρχης Νήφων κλπ.) ανέλαβε να διδάξει, να οργανώσει και να διευθύνει από το 1788-1811 τη Σχολή της Χίου προσδίδοντας αίγλη σ’ αυτήν [27].
Αυτό συνετέλεσε στον ερχομό, χάριν του Παρίου, πολλών μαθητών και εκτός της Χίου, όπως ο Θεόφιλος Καΐρης, ο Γρηγόριος Σαράφης, ο Βενιαμίν Λέσβιος, ο Νικόλαος Λογάδης [28].
Το 1811, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί κυρίως λόγω της πολεμικής που του ασκήθηκε εκ μέρους των Βενιαμίν Λεσβίου, Δωροθέου Πρωΐου, Αδαμαντίου Κοραή και Κωνσταντίνου Κούμα [29], ως απόρροια της πολεμικής που ασκούσε ο Αθανάσιος Πάριος κατά των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Απεβίωσε στις 24 Ιουνίου 1813 στη Χίο, στη Μονή του Αγ. Γεωργίου Ρεστών, όπου είχε εγκατασταθεί μετά την παρααιτησή του από τη Σχολή της νήσου [30].
Το 1995 κατετάγη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στη χορεία των αγίων της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας [31].
2. ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ
Ο Αθανάσιος Πάριος, ο «αξιολογώτερος των Ελλήνων θεολόγων μετά τον Ευγένιον Βούλγαριν», κατά τον L. Petit [32], υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας με ποικιλία έργων τα οποία κατατάσσονται σε:
1. Απολογητικά (αντιρρητικά – πολεμικά),
2. Δογματικοκανονικά,
3. Λειτουργικά,
4. Παιδαγωγικά (διδακτικά),
5. Βιογραφικά (αγιολογικά),
6. Ποιητικά,
7. Ομιλίες-Λόγοι,
8. Επιστολές [33].
Στα παιδαγωγικά του έργα, τα οποία προορίζονταν για σχολική χρήση, εντάσσονται τα βιβλία:
α) Γραμματική του Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτη, την οποία βελτιώνει και την ανακαινίζει εκ βάθρων,
β) Ρητορική Πραγματεία του Ερμογένους του Ταρσέως, στην οποία αναλύει επί μακρόν τις θεωρίες περί «τεχνικού λόγου» του συγκεκριμένου εθνικού ρητοροδιδασκάλου του 2ου αι. μ. Χ.. Στο βιβλίο εξετάζονται επίσης και άλλοι ρήτορες, οι Πατέρες της Εκκλησίας, τα είδη των λόγων, ο σκοπός του κηρύγματος κλπ.,
γ) Στοιχεία Μεταφυσικής του Antonio Genovesi, σε μετάφραση του Παρίου από την ιταλική γλώσσα με την προσθήκη ποικίλων σχετικών συμπληρωματικών στοιχείων,
δ) Σχολική επίστασις στην επιστολή του αγίου Ισιδώρου Πηλουσιώτη, της οποίας η αρχή είναι «ανήρ ελλόγιμος και ορθός»,
ε) Λιβανίου του σοφιστού, Λόγος πρεσβευτικός δεύτερος, τον οποίον εξηγεί ο Πάριος,
στ) Θεματογραφία, χάριν εκγυμνάσεως των μαθητών, όπου εγκωμιάζει την αληθινή φιλοσοφία,
ζ) Εξήγησις της προς τους νέους παραινέσεως του Μεγάλου Βασιλείου,
η) Εξήγησις εις τον προς Δημόνικον του Ισοκράτους παραινετικόν λόγον,
θ) Ερμηνεία εν συνόψει καθ’ όσους δήποτε τρόπους ερμηνευτέον τας μετοχάς κατά τε τον Θεόδωρον και Νεόφυτον,
ι) Επιτομή είτε συλλογή των θείων της πίστεως δογμάτων.
Συνεχίζεται
[1] Σάθα, 1863, σσ. 630-663 και ειδικά υποσημ. 2 (σσ. 630-631).
[2] Αρκά, 1960, σσ. 16-17.
[3] Η χρονολογία γεννήσεως με βάση την αναφορά του Α. Ζ. Μάμουκα (Σαθα, ό. π., σ. 635), σύμφωνα με την οποία ο Πάριος, όταν αποχώρησε από τη Σχολή της Χίου το «1812», ήταν «ενενηκοντούτης σχεδόν».
[4] Σάθα, ό. π., σσ. 635-636· Αρκά, ό. π., σσ. 31-32.
[5] Σάθα, ό. π., σ. 631.
[6] Αρκά, ό. π., σ. 18.
[7] Αμάντου, 1930, Γ΄, σ. 393· Αρκά, ό. π., σ. 18.
[8] Αρκά, ό. π., σ. 21· Χαβιαρά, 1911, σ. 143.
[9] Σάθα, ό. π., σ. 631.
[10] Ευαγγελίδη, 1936, Α΄, σ. 91.
[11] Αρκά, ό. π., σ. 19.
[12] Ευαγγελίδη, Α΄, ό. π., σ. 91.
[13] Χαβιαρά, ό. π., σ. 146.
[14] Σάθα, ό. π., σ. 631.
[15] Σάθα, ό. π., σ. 631.
[16] Σάθα, ό. π., σ. 631.
[17] Σαγκριώτου, 1926, σ. 146.
[18] Σάθα, ό. π., σ. 631.
[19] Σάθα, ό. π., σ. 631· Αρκά, ό. π., σ. 23. Ο Γ. Στογιόγλου, 1998, σ. 508, θεωρεί ότι η θέση αυτή πρέπει να επανεξεταστεί.
[20] Σάθα, ό. π., σ. 632, υποσημ.1.
[21] Στογιόγλου, ό. π., σ. 508· Βρανούση, 1966, σσ. 258-259· Petit, 1899, ΙΙ, σ. 330.
[22] Μακρή, 1965, 7, στ. 743· Βρανούση, ό. π., σ. 260.
[23] Οικονομίδη, 1961, σ. 353· Βρανούση, ό. π., σ. 260.
[24] Σάθα, ό. π., σ. 632.
[25] Ευαγγελίδη, 1936, Β΄, σ. 139 ̇ Αρκά, ό. π., σ. 28.
[26] Σάθα, ό. π., σ. 632.
[27] Σάθα, ό. π., σ. 635· Αρκά, ό. π., σ. 30.
[28] Αμάντου, ό. π., σ. 395· Βρανούση, ό. π., σ. 267.
[29] Αμάντου, ό. π., σ. 402· Βρανούση, ό. π., σ. 269.
[30] Σάθα, ό. π., σ. 635-636· Αρκά, ό. π., σσ. 31-32.
[31] Αθ. Παρ. Γραμμ., σ. ιθ.
[32] Petit, 1909, I, 2, στ. 2189· Οικονομίδη, ό. π., σ. 347, υποσημ. 1.
[33] Αρκά, ό. π., σσ. 34-41· Καραμπέτσου, 1974, σ. 46. Περισσότερα για την εργογραφία του Παρίου, βλ. Μεταλληνού, 1995, Α΄, σσ. 295-329· Αραμπατζή, 1998.
Δημοσιευμένο στα: Πρακτικά του Ελληνικού Ινστιτούτου Εφαρμοσμένης Παιδαγωγικής και Εκπαίδευσης (ΕΛΛ.Ι.Ε.Π.ΕΚ.), 7o Πανελλήνιο Συνέδριο 10, 11, 12 Οκτωβρίου 2014
Καθώς επίσης: http://www.elliepek.gr/documents/7o_synedrio_eisigiseis/karousos.pdf
