Αθανάσιος Αν. Αγγελόπουλος: Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης και η προάσπιση της ορθόδοξης εκκλησιαστικής ανεξαρτησίας της πόλης από τους Βενετούς

Άγιος Συμεών Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.

Αθανάσιος Αν. Αγγελόπουλος
Ο Συμεών Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και το κανονικόν καθεστώς της πόλεως επί Βενετοκρατίας
(1423-1429)

Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/athanasios-angelopoulos-o-agios-symeon-thessalonikis-synomilei-me-tous-thessalonikeis-gia-tin-paradosi-tis-polis-stous-venetous/

Οι φράσεις του πρωτοτύπου (αρχαία ελληνικά) συνοδεύονται από τη μετάφρασή τους στη νέα ελληνική, η οποία παρατίθεται αμέσως μετά εντός αγκυλών.

Τίνι τρόπω διαπραγματεύεται μετά των Βενετών ο Συμεών, κλινήρης ων [ήταν καθηλωμένος στο κρεβάτι/ κατάκοιτος]; Μόνος του ή διά των πολιτικών αρχόντων της πόλεως και τι επιτυγχάνει;

Το αξιόλογον τούτο σημείον της δράσεώς του περί των υψίστων συμφερόντων της Εκκλησίας και της Ορθοδοξίας είναι το όλως νέον, το οποίον μας πληροφορεί ο Συμεών, αλλά διαφεύγει της ιδιαιτέρας προσοχής του εκδότου των τελευταίων έργων του Συμεών, ο οποίος σχολιάζει μεν την περικοπήν αλλά ρίπτει εις ταύτην διάφορον φως.

Ο Συμεών αποφεύγει οπωσδήποτε τους πολιτικούς μεσάζοντας συμπατριώτας του, όχι διότι αυτοί του συμπεριεφέρθησαν απρεπώς, αλλά διότι ήσαν αναρμόδιοι διά θέματα εκκλησιαστικής πολιτικής τοσούτον μάλλον καθ’ όσον προκειμένου να σώσουν το «βιο τους» [την περιουσία τους] ήσαν έτοιμοι και να αλλαξοπιστήσουν και να προσχωρήσουν εις την Ουνίαν· «εις ο δη και εκ βάθους στενάξας εδάκρυσα, προ των πραγμάτων εγνωκώς το σεσαλευμένον τινών και το παραιτείσθαι ευθύς τα της πίστεως» [«για το οποίο μάλιστα αναστέναξα από τα βάθη της καρδιάς μου και δάκρυσα, καθώς γνώριζα εκ των προτέρων, πριν καν συμβούν τα γεγονότα, την αβεβαιότητα ορισμένων και την προθυμία τους να εγκαταλείπουν αμέσως τα ζητήματα της πίστης].

Έχω την γνώμην ότι ο ίδιος, βελτιωθείσης κάπως της υγείας του, διότι επί εξάμηνον περίπου διεξάγονται αι διαπραγματεύσεις αυταί, είχε την πρωτοβουλίαν του ζητήματος· το υποδηλοί εξ άλλου ο ίδιος λέγων ότι «όπως ημπόρεσα και εγνώριζα καλλίτερα, εγώ ο ίδιος παρευθύς ερρύθμισα το εκκλησιαστικόν ζήτημα»· «Ο δη και ως έγνων, αυτός αύθις περί της εκκλησίας εφρόντισα» και προσθέτει ότι αι διαπραγματεύσεις του υπήρξαν σκληραί και επίπονοι, διότι, όπως υπαινίσσεται εις άλλην συνάφειαν, οι Βενετοί ως πιστοί εκπρόσωποι του Πάπα εζήτουν την εισαγωγήν ανεπιτρέπτων δι᾽ ορθόδοξον πόλιν παπικών προνομίων, ακόμη και την απομάκρυνσίν του επεθύμουν, συνευδοκούντων των συμπατριωτών του κατά το προηγούμενον του πολιτικού Διοικητού της Θεσσαλονίκης Ανδρονίκου».

Ούτω, την τελευταίαν στιγμήν επιτυγχάνει την συμπερίληψιν εις το τελικόν κείμενον της συνθήκης, το οποίον ελέγχει ο ίδιος, των όρων της εκκλησιαστικής ανεξαρτησίας της πόλεως διά την οποίαν εν συνεχεία αγωνίζεται υπό βενετοκρατίαν μέχρι του θανάτου του «και μόλις γε τούτο γέγραπται εν ταις γεγονυίαις αυτών συνθήκαις αγώσι και πόνοις ημών, ίνα μη τα της Εκκλησίας απόληται» [και μόλις που γράφτηκε αυτό στις συμφωνίες που έγιναν μαζί τους, ύστερα από αγώνες και κόπους δικούς μας, για να μην καταστραφούν τα δίκαια της Εκκλησίας].

Εις το σημείον τούτο τονίζει την βοήθειαν προς αυτόν του Θεού τη μεσιτεία της Θεομήτορος και του μυροβλήτου Αγίου Δημητρίου ώστε να μη καταντήση η Εκκλησία Θεσσαλονίκης εις την ατίμωσιν της αναγκαστικής Ουνίας, την οποίαν υπέστησαν αι ορθόδοξοι Εκκλησίαι των νήσων και της Κύπρου και η οποία ατίμωσις προοιωνίζετο από τον Συμεών χειροτέρα διά την Θεσσαλονίκην, εάν επεκράτει εις την πόλιν του Αγίου Δημητρίου, δι’ ευνόητους λόγους.

Τι επέτυχεν όμως ο Συμεών να εισαχθή εις το τελικόν κείμενον της συμφωνίας, την οποίαν τον Ιούνιον του έτους 1423 επικυρώνει η Βενετική Σύγκλητος;

Ο Συμεών μνημονεύει τρία βασικά σημεία και αγνοεί εν τέταρτον, το οποίον φαίνεται ότι δι’ αυτόν τον ίδιον και την Εκκλησίαν υπό τας τότε συνθήκας δεν είχεν άμεσον σημασίαν:
Πρώτος όρος γενικού χαρακτήρος, σεβασμός «των άνωθεν ορθών εν ημίν εθών και δογμάτων θείων» [«των ορθών εκκλησιαστικών παραδόσεων και των θείων δογμάτων που επικρατούν στην Ορθόδοξη Εκκλησία»], της δογματικής, δηλονότι [δηλαδή], και εκκλησιαστικής παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας διά την Εκκλησίαν της Θεσσαλονίκης·

δεύτερος όρος, αναγνώρισις των περιουσιακών δικαιωμάτων της Εκκλησίας εις ναούς και μονάς, «τους ναούς είναι και τας μονάς παρ’ ημίν»

και τρίτον κανονική εξάρτησις της μητροπόλεως Θεσσαλονίκης από το Οικουμενικόν Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως, διά της εκλογής υπό της Συνόδου του Πατριαρχείου και αποστολής εκείθεν του εκάστοτε Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, όπως πάντοτε εγίνετο «και αυτόν τον αρχιερέα, ως έθος αρχαίον, παρά του της Κωνσταντίνου ορθοδόξου δη Πατριάρχου και της συνόδου χειροτονείσθαι» «και αυτόν τον ίδιο τον αρχιερέα, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση και τάξη, να χειροτονείται από τον ορθόδοξο Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης και τη σύνοδο».

Τέταρτος όρος, αστικού χαρακτήρος, ήτο η αποδοχή της ανωτάτης δικαστικής εξουσίας, την οποίαν εκέκτηντο άπαντες οι μητροπολίται της αυτοκρατορίας το τελευταίον όμως τούτο είχε μεγάλην σημασίαν διά τας αστικάς διαφοράς των πολιτών, οι οποίοι επροτίμων τον βυζαντινόν και όχι τον ενετικόν τρόπον απονομής αστικής δικαιοσύνης· είχον δε οι κάτοικοι βαθείαν εμπιστοσύνην εις την αυστηράν δικαιοκρισίαν του Αρχιεπισκόπου.

Ο ίδιος εις άλλην συνάφειαν υπεραμύνεται της δικαιοκρισίας του αυτής λέγων «μετά καθαρότητος απάσης και ζήλου δικαιοσύνης των κρίσεων προϊστάμενοι και της αληθείας μη αφιστάμενοι, ου χάριν και πολλοίς εδόξαμεν βαρείς, μη κρίνοντες κατ’ όψιν, μηδ᾽ υποστελλόμενοι πρόσωπον»
[«διευθύνοντας τις δικαστικές αποφάσεις με απόλυτη καθαρότητα και ζήλο δικαιοσύνης, χωρίς να απομακρυνόμαστε από την αλήθεια, γι’ αυτό και σε πολλούς φανήκαμε αυστηροί, χωρίς να κρίνουμε επιφανειακά, ούτε να μεροληπτούμε υπέρ κάποιων προσώπων».

Δια να γίνουν αποδεκτοί οι ανωτέρω όροι του Συμεών από μέρους των Βενετών δεν γεννάται αμφιβολία ότι οι τελευταίοι απέσυραν τους ιδικούς των όρους, τους οποίους ευχαρίστως άνευ αντιρρήσεως ήσαν πρόθυμοι να αποδεχθούν οι συμπατριώται του Συμεών.

Ποίοι ήσαν οι όροι αυτοί, τους οποίους ερρωμένως απέρριψεν ο Συμεών;

Η εισαγωγή εις την ορθόδοξον λατρείαν της φήμης, δηλ. του πολυχρονισμού, του Πάπα και του μνημοσύνου αυτού, δηλ. αποδοχής της αρχής δικαιωμάτων δικαιοδοσίας παπικής επί της Εκκλησίας Θεσσαλονίκης, η παραχώρησις εις τους Βενετούς ή χρήσις υπ’ αυτών ορθοδόξων ναών και απόδοσις τελετουργικών τιμών εις τον εν Θεσσαλονίκη δούκα της Γαληνοτάτης διά  της καθιερώσεως ειδικού συνθρόνου του παρά τον αρχιερατικόν θρόνον.

Δηλαδή, κατά κάποιον τρόπον επεζήτουν, εάν το κατώρθωνον οι Βενετοί, την επίσημον εισαγωγήν και αποδοχήν της Ουνίας από μέρους της Πολιτείας και της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης «περί τε φήμης και μνημοσύνου ζητήσεως και ναών και του εν τοις ημετέροις τους εκείνων εθέλειν ιερουργείν, και όσον τούτων ένεκα πάντων και πλειόνων άλλων ηγωνισάμεθα συντηρούντες τα της ορθοδοξίας ανέπαφα τοις εν τη πόλει πιστοίς» [«τόσο σχετικά με την αξίωσή τους για τη φήμη τον πολυχρονισμό και μνημόνευση του Πάπα, όσο και για τους ναούς, αλλά και για την επιθυμία τους να λειτουργούν οι δικοί τους Λατίνοι κληρικοί στους ορθόδοξους ναούς, καθώς και για το πόσο αγωνιστήκαμε εξαιτίας όλων αυτών και για άλλα ακόμα περισσότερα, διατηρώντας τα δίκαια της Ορθοδοξίας άθικτα για τους πιστούς της πόλης]».

Και αλλαχού συμπληρώνει: «Ου γαρ φήμης μόνον και υπαντής εν ναοίς και λαμπαδοχίας και θυμιάματος, αλλά και μνημοσύνου σχεδόν και του συστήναι τω αρχιερατικώ θρόνω ανάγκην επήγον ημίν τινες, και ου της ετέρας τοσούτον, όσον οι της ημέτερας μερίδος», «Διότι όχι μόνο για φήμη και υποδοχή στους ναούς, λαμπαδηφορία και θυμίαμα, αλλά σχεδόν και για τη μνημόνευση του Πάπα και την εγκατάστασή του στον αρχιερατικό θρόνο προσπαθούσαν ορισμένοι να μας επιβάλουν εξαναγκασμό -και μάλιστα όχι τόσο εκείνοι της άλλης πλευράς, οι Λατίνοι, όσο εκείνοι της δικής μας παράταξης, οι λατινόφρονες Ορθόδοξοι».

Συνεχίζεται
Απόσπασμα από το βιβλίο της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, «Πρακτικά Λειτουργικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών Συμεώνος Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Θαυματουργού 15.9.81», έκδοση Ιεράς Μονής Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης, 1983.

Κύλιση στην κορυφή