
Αντώνιος Παπαδόπουλος
Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Νικόλαος Καβάσιλας: Φιλομόναχος και φιλομάρτυς
Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/antonios-papadopoulos-o-agios-nikolaos-kavasilas-egkomiazei-tous-ponous-tous-erotes-kai-tous-athlous-tou-agiou-dimitriou-me-ton-christo/
Γ΄. Και ερχόμαστε τώρα στο επίμαχο θέμα των συγκρίσεων του αγίου Δημητρίου προς ιερά πρόσωπα της Αγίας Γραφής, τις οποίες επιχείρησε ο Καβάσιλας. Πρώτα πρώτα συγκρίνει τον άγιο Δημήτριο με τον Ιώβ. Ο Δημήτριος υπήρξε ανώτερος από τον Ιώβ, του οποίου τα δεινά και την καρτερία θαυμάζει ο εγκωμιαστής. Ο Ιώβ, υποφέροντας, επιθυμούσε να απαλλαγεί από τις συμφορές, ενώ ο Δημήτριος ήθελε να πάθει για τον Χριστό:
«Έδωκε μεν τοις δεινοίς το σώμα, εξέχεε δε το αίμα, προήκατο δε την ψυχήν διά τα Χριστού βέλη και φίλτρα, και ουκ ηγάπα τοις δυσχερέσιν, αλλ’ ήρα πολλώ μειζόνων τε και πλειόνων».11
Έπειτα ο συγγραφέας μας συγκρίνει τον Δημήτριο με τους πατριάρχες. Ανάλογη σύγκριση του Δημητρίου προς τον Αβραάμ και τον Ισαάκ, τον τύπο του Χριστού, επιχείρησε ο Λέων ο Σοφός. Αλλ’ ενώ ο Λέων προσπαθεί να θέσει τον Δημήτριο στην ίδια θέση με τους προφήτες, ο Καβάσιλας εξάρει τον συμπατριώτη του άγιο πάνω απ’ αυτούς.12
Ο άγιος Δημήτριος είναι μεγαλύτερος και από τον Ιωσήφ, γιατί, ενώ ο τελευταίος αγωνίστηκε κατά της ακολασίας, δεν έμεινε, όμως, σε όλη του τη ζωή παρθένος.13
Στη συνέχεια ο Καβάσιλας συγκρίνει τον άγιο Δημήτριο με τον Ιωάννη, τον μεγαλύτερο των προφητών. Ο Ιωάννης έζησε στην έρημο, τρεφόμενος «διά τροφής ξένης και αήθους». Τήρησε την ψυχή του καθαρή και, αφού έγινε καθαρός, κατόρθωσε «τω καθαρώ Θεώ συγγενέσθαι».
Επίσης διακρίθηκε για την άσκηση και αξιώθηκε να δείξει στους ανθρώπους τον Χριστό, τον οποίο και βάπτισε. Ο Δημήτριος διακρίθηκε για την παρθενία, βάπτισε τον εαυτό του και πολλούς άλλους με το αίμα του μαρτυρίου. Η υπεροχή του βρίσκεται στο γεγονός ότι ο άγιος πέθανε για τον Χριστό, ενώ ο Ιωάννης «υπέρ νόμου».14
Ο Καβάσιλας προχώρησε ακόμη περισσότερο· συνέκρινε τον Δημήτριο προς τους αποστόλους Παύλο και Πέτρο και, τέλος, προς τον Ιωάννη.
Ο συγγραφέας μας παρατηρεί ότι το έργο του Παύλου και η αγάπη του προς τον Χριστό είναι πράγματα γνωστά. Ο Παύλος χρειάστηκε να περάσει πολύς χρόνος για να γίνει σκεύος εκλογής, ενώ ο Δημήτριος «τελειωθείς εν ολίγω, μακρούς επλήρωσε χρόνους». Εκτός αυτού, ο Δημήτριος δεν υστέρησε από τον Παύλο σε αγάπη προς τον Χριστό ούτε θυμόταν, όπως ο Παύλος, ότι είχε διώξει τον Χριστό. Γι’ αυτό «εφάνη και Παύλος και Παύλου μείζων».
Υπήρξε ανώτερος από τον Πέτρο, ο οποίος υπήρξε θαυμαστός για τον ζήλο του και για τα δεινά που υπέστη για τον Χριστό. Δεινά, όμως, υπέστη και ο Δημήτριος. Ο Πέτρος, ωστόσο, «ωμίλησε γάμω», ενώ ο Δημήτριος «παρθενίας ην εραστής».
Τέλος, ο Καβάσιλας, συγκρίνοντας τον Δημήτριο προς τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή, λέγει ότι ο συμπατριώτης του δεν υπολείπεται από τον Ιωάννη κατά την παρθενία ούτε κατά τη θεολογία ούτε, τέλος, κατά τη φιλανθρωπία. Υπήρξε μάλιστα μεγαλύτερος απ’ αυτόν, γιατί επιπλέον πέθανε μαρτυρικό θάνατο, «πληγείς την πλευράν», ενώ ο Ιωάννης δεν μαρτύρησε.
Από τη σύγκριση αυτή προκύπτει ότι ο άγιος Δημήτριος υπήρξε ανώτερος όλων των προφητών, των αποστόλων και των μαρτύρων.
«Ούτως, ω πάντων ανθρώπων βέλτιστε, συ και προφήτης ει, και προφητών μακρώ πάντων άριστος, και απόστολος και αποστόλων γε μεγ’ αμείνων, και μάρτυς, και παρά πάντων των ενταύθα γενομένων σχήματος το συγκεχωρηκός έχων… Και νενίκηκας μεν τον των αγίων σύμπαντα κύκλον, και καθ’ ένα και κατά φατρίας, και πάντας ομού· το μεν ά γε πάντες εισί, μόνος αυτός γενόμενος, κοινή δε πάντας, οις, ά πάσι πρόσεστι, μόνος απάντων μετέχων, και το μεθ’ υπερβολής προσείληφεις, τω δε πάντων Δεσπότη, των ίσων ώσπερ εφιλονίκησας μετασχείν».15
Από την παράθεση του κειμένου φαίνεται ότι ο Καβάσιλας δεν συνέκρινε τον άγιο Δημήτριο μόνο προς τον πρύτανη των προφητών και πρότυπο του μοναχικού βίου, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, αλλά και προς τους αποστόλους Παύλο, Πέτρο και Ιωάννη.
Προφανώς ο νεαρός Καβάσιλας υπερβάλλει, κινούμενος και από συναισθηματικούς λόγους προς τον συμπατριώτη του. Θα μπορούσε τουλάχιστον να θεωρήσει τον εγκωμιαζόμενο άγιο Δημήτριο ισάξιο με τους Αποστόλους, όπως γινόταν στην αρχαία Εκκλησία. Διαπρεπέστεροι, δηλαδή, μοναχοί θεωρούνταν ισάξιοι των Αποστόλων.16
Εκείνο, όμως, που φαίνεται από τις αναλογίες των συγκρίσεων είναι το διπλό μαρτύριο που αποδίδει ο Καβάσιλας στον συμπατριώτη του άγιο: το εσωτερικό και το μαρτύριο του αίματος.
Με το ένα αναφέρεται στους εσωτερικούς αγώνες του αγίου Δημητρίου, ο οποίος θέλει να μείνει αγνός, καθαρός, παρθένος, σε συνδυασμό με την προσευχή, και με το άλλο να γίνει μιμητής Χριστού. Έτσι, άλλωστε, θα ερμηνεύσει ο Καβάσιλας και το μύρο που αναβλύζει από τον τάφο του μάρτυρα.
Η προσοχή, λοιπόν, των επικριτών του Καβάσιλα δεν θα έπρεπε να στραφεί τόσο πολύ στις συγκρίσεις όσο στο πνεύμα και στον σκοπό του νεαρού Καβάσιλα. Ο ίδιος, άλλωστε, αγνός και καλοπροαίρετος όπως ήταν, θα διορθώσει τις υπερβολές στο δεύτερο εγκώμιο, ενώ, ως προς το θέμα της προβολής των ασκητικών και άλλων αρετών των μοναχών, θα έχει το θάρρος να επανέλθει.
Η υπεροχή του αγίου Δημητρίου έναντι όλων των αγίων, αποστόλων και μαρτύρων οδηγεί στην τελευταία και ανώτατη σύγκριση μεταξύ του αγίου Δημητρίου και του Χριστού.
Τις αναλογίες από τη σύγκριση διατυπώνει ο Καβάσιλας με τον εξής τρόπο:
«Εμαρτύρησεν εκείνος επί Ποντίου Πιλάτου την καλήν ομολογίαν – εμαρτυρήσας και αυτός την καλήν ομολογίαν εκείνω. Δεδεμένον έμαθες – εδέθης αυτός. Εδέξατο τη πλευρά την πληγήν ο Δεσπότης – και συ τούτω τω μέρει τας πληγάς εκείνας εδέξω. Υπέρ ανθρώπων εκείνος είλετο την τελευτήν, υπέρ αυτού και των ανθρώπων ετελεύτησας αυτός»17
[«Εκείνος [ο Χριστός] έδωσε ενώπιον του Ποντίου Πιλάτου την καλή ομολογία – έδωσες κι εσύ την καλή ομολογία προς χάριν Εκείνου. Έμαθες ότι Εκείνος δεθήκε – δεθήκες κι εσύ ο ίδιος (κατά τη σύλληψή του). Δέχτηκε ο Δεσπότης το χτύπημα στα πλευρά – κι εσύ δέχτηκες εκείνα τα χτυπήματα στο ίδιο ακριβώς μέρος. Υπέρ των ανθρώπων διάλεξε Εκείνος τον θάνατο, υπέρ Εκείνου αλλά και των ανθρώπων πέθανες κι εσύ».].
Ο συσχετισμός του Δημητρίου προς τον Χριστό γίνεται όχι κατά την προηγούμενη αναλογία, κατά την οποία ο Δημήτριος αναδεικνυόταν ανώτερος, αλλά για να τονισθεί ότι όλες τις αρετές τις έλαβε από τον Χριστό, επειδή πίστευε ότι «δίχα Χριστού και της εκείνου συμμαχίας» δεν μπορούσε να επιτύχει τίποτε.
Ο άγιος Δημήτριος υπήρξε «μιμητής Χριστού» και «εταίρος Χριστού». «Ω Χριστού μεν εταίρε, Χριστού δε μιμητά», λέγει προς τον Δημήτριο σε μια αποστροφή του.18
Και στο μετριοπαθέστερο εγκώμιό του στον άγιο Δημήτριο ο Καβάσιλας τονίζει ότι ο συμπατριώτης του άγιος σε όλη του τη ζωή επιδίωξε την εσωτερική καθαρότητα, ότι αγάπησε την παρθενία και γι’ αυτό μπορεί να συγκριθεί με τον Ιωσήφ και με τον Ιωάννη τον Θεολόγο.
Η αποκορύφωση, όμως, της εξάρσεως της παρθενίας στο πρόσωπο του Δημητρίου γίνεται από τον Καβάσιλα, όταν ο συγγραφέας μας επιδιώκει να τονίσει ότι ο Δημήτριος περισσότερο απ’ όλους πλησιάζει με την καθαρότητά του την καθαρότητα της Αγίας Τριάδος.
«Αλλ’ ω πάντα τα βέλτιστα και ων αυτός και δοκών και καλούμενος, ω παρθενίας άγαλμα και θαύμα μαρτύρων και συμπάσης άλλης της περί Θεόν εταιρείας και, ίνα συνελών είπω, ω παντοδαπόν αγαθόν και διά πάντων βέλτιστε πάντων, συ μεν ούτως έχων χαίροις και συγχαίροις σαυτώ, ως σοι μάλιστα των άλλων διαφερόντως το χαίρειν προσήκει, άτε και μάλιστα των άλλων διαφερόντως τη καθαρωτάτη Τριάδι προσήκοντι και της εκείθεν αρρήτου δόξης πάντας τους άλλους επιτυχεί καταστάντι, άθ’ υπέρ πάντας τους άλλους ταύτης υπερασπιστή γεγονότι»19
[«Αλλά, ώ εσύ που είσαι άριστος σε όλα και που τέτοιος θεωρείσαι αλλά και αποκαλείσαι, ω στολίδι της παρθενίας και θαύμα των μαρτύρων και ολόκληρης της υπόλοιπης θείας συνοδείας, και για να τα πω όλα συγκεφαλαιωμένα, ω εσύ που είσαι κάθε λογής αγαθό και ο καλύτερος από όλους σε όλα: εσύ, όντας έτσι, ας χαίρεσαι και ας συγχαίρεις τον εαυτό σου, καθώς σε εσένα εξαιρετικά περισσότερο από κάθε άλλον αρμόζει η χαρά· καθότι εξαιρετικά περισσότερο από κάθε άλλον ανήκεις στην καθαρότατη Τριάδα και αξιώθηκες την εκείθεν άρρητη δόξα περισσότερο από όλους τους άλλους, επειδή έγινες υπερασπιστής αυτής υπεράνω όλων των άλλων».]
Η αγαμία και η παρθενία, κατά την ασκητική παράδοση, έχουν χαρακτήρα εσχατολογικό, εφόσον με αυτές ο άνθρωπος μιμείται την πολιτεία του ουρανού και μετέχει προκαταβολικά στον τρόπο των υιών του μέλλοντος αιώνα. Γι’ αυτό και ο παρθενικός βίος δεν ανάγεται μόνο στους αγγέλους αλλά και στον τριαδικό Θεό. Η διδασκαλία αυτή εκτίθεται στο Συμπόσιον ή περί αγνείας έργο του Μεθοδίου Ολύμπου, σε έργα του Βασιλείου Αγκύρας, του Γρηγορίου του Θεολόγου, του Γρηγορίου Νύσσης, του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και σε ολόκληρη την ασκητική γραμματεία.20
11. Έκδ. Ιω. Θεοφίλου, ό.π., σ. 108.
12. Βλ. Αντ. Παπαδόπουλου, Ο άγιος Δημήτριος εις την ελληνικήν και βουλγαρικήν παράδοσιν, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 121.
13. Έκδ. Ιω. Θεοφίλου, ό.π., σ. 109–110.
14. Έκδ. Ιω. Θεοφίλου, ό.π., σ. 111.
15. Ό.π. Η αρχική αρίθμηση παραπέμπει σε προηγούμενη βιβλιογραφική αναφορά.
16. Βλ. Αν. Φυτράκη, ό.π., σ. 313.
17. Έκδ. Ιω. Θεοφίλου, ό.π., σ. 114.
18. Έκδ. Β. Λαούρδα, ό.π., σ. 104.
19. Βλ. Θ. Ζήση, Τέχνη παρθενίας, Θεσσαλονίκη 1973.
20. Έκδ. Β. Λαούρδα, ό.π., σ. 100.
Απόσπασμα από τα «Πρακτικά Θεολογικού συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του σοφωτάτου και λογιωτάτου και τοις όλοις αγιωτάτου Οσίου πατρός ημών Νικολάου Καβάσιλα του και Χαμαετού». Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε προνοία του παναγιωτάτου μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος β’, (17-20 Ιουνίου 1982). Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης 1984.
