Αντώνιος Παπαδόπουλος: Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας εγκωμιάζει τους πόνους, τους έρωτες και τους άθλους του Αγίου Δημητρίου με τον Χριστό

 

Άγιος Δημήτριος Μυροβλύτης (τοιχογραφία). Μανουήλ Πανσέληνος, Πρωτάτον, Καρυές Αγίου Όρους.

Αντώνιος Παπαδόπουλος
Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Νικόλαος Καβάσιλας: Φιλομόναχος και φιλομάρτυς

Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/antonios-papadopoulos-o-agios-nikolaos-kavasilas-exairei-ton-agio-dimitrio-os-askiti-monacho/
Στο Βίο του Μεγάλου Αντωνίου γίνεται για πρώτη φορά λόγος για το μαρτύριο της συνειδήσεως. Με αυτό επιδιώκει ο μοναχός την εσωτερική του τελείωση. Ο ασκητής Νείλος, γράφοντας σε κάποιο μοναχό που νοσταλγεί το μαρτύριο, λέγει πως, και αν ακόμη δεν υπάρχει ο συγκεκριμένος διώκτης τύραννος, εντούτοις πρέπει να είναι έτοιμος για το εσωτερικό μαρτύριο, να αντιμετωπίζει δηλαδή με καρτερία τα ποικίλα πάθη.

Το ίδιο ισχύει για όλους τους μοναχούς, που θεωρούνται ότι ανήκουν «εν τη τάξει των μαρτύρων»5. Οι τάφοι των πιο γνωστών και πιο διακεκριμένων μοναχών ονομάζονται «Μαρτύρια», όπως και οι τάφοι των μαρτύρων. Τα λείψανα των έξοχων μοναχών τοποθετούνται κατά προτίμηση στα Μαρτύρια.

Μάρτυρες και ασκητές επιδιώκουν να εφαρμόσουν τις εντολές του Θεού. Αμφότεροι ακολουθούν πιστά τον Χριστό. Κατά την περίοδο των διωγμών οι ομολογητές ζουν με άσκηση, ενώ οι ασκητές, ζώντας ασκητικά, επιδιώκουν να καταστούν ομολογητές και μάρτυρες. Η αποχώρηση και η «απόταξη» θεωρήθηκαν ως οι μεγαλύτερες ωδίνες, που συγκρίνονται προς το μαρτύριο και τη θυσία, με τη διαφορά ότι, ενώ η ομολογία του μάρτυρα και η οδός του θανάτου και της θυσίας έγιναν άπαξ, το μαρτύριο του μοναχού παρατείνεται για όλη τη ζωή.

Ο ίδιος «θείος έρως» και η ίδια «θεία αγάπη» διακρίνουν μάρτυρες και μοναχούς. Γι’ αυτό και ο όρος «μάρτυς» αποδίδεται και στους μοναχούς. «Πότε ούτως ο θάνατος κατεφρονήθη, ειμή ότε ο σταυρός του Χριστού γέγονε;» ερωτά ο Μέγας Αντώνιος τους επισκέπτες του φιλοσόφους. «Τούτο δε ουδείς αμφιβάλλει», λέγει στη συνέχεια, «βλέπων τους μάρτυρας διά τον Χριστόν καταφρονούντας τον θάνατον, βλέπων τας της Εκκλησίας παρθένους διά τον Χριστόν καθαρά και αμίαντα τα σώματα φυλαττούσας. Και έστι μεν ικανά ταύτα τεκμήρια δείξαι την κατά Χριστόν πίστιν μόνην αληθή είναι εις ευσέβειαν».6

Πριν από τον Μέγα Αντώνιο, τόσο ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς όσο και ο Ωριγένης συσχέτισαν την εσωτερική καθαρότητα με το μαρτύριο7.

Μοναχοί, λοιπόν, και μάρτυρες θυσιάζουν τους εαυτούς τους χάρη του Χριστού, ορμώμενοι από θείο έρωτα. Και το μαρτύριο και ο μοναχικός βίος είναι εσχατολογικές εκδηλώσεις ενός χριστιανικού ενθουσιασμού. Γιατί μάρτυρες και μοναχοί επιδιώκουν την κατά Χριστόν τελειότητα.

Ο κοινός εχθρός έχει πάντοτε τον ίδιο σκοπό: την απομάκρυνση των πιστών από την Εκκλησία. Κατά την περίοδο των διωγμών χρησιμοποιούνται ως όργανα οι διώκτες και τα βασανιστήρια. Κατά την ειρηνική περίοδο ο πολέμιος έχει ως όργανά του «τον εν τοις μέλεσιν έτερον νόμον τον αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός» και τον «κόσμον». Το καθήκον των χριστιανών που θέλουν να γίνουν τέλειοι είναι να κατατροπώνουν τον ανταγωνιστή τους.

Αγωνίζεται και θριαμβεύει με τον θάνατό του ο μάρτυς. Αγωνίζεται και νικά και ο μοναχός. Εκλείπει ένα στάδιο αγώνων και αρχίζει ένα άλλο εντός της συνειδήσεως. Και με το ένα μαρτύριο και με το άλλο, μάρτυρες και μοναχοί φέρουν τα στίγματα του Χριστού.

Ο θρίαμβος και η νίκη των μαρτύρων και των μοναχών υποδηλώνουν τον τελικό θρίαμβο της Βασιλείας, που θα έλθει με το πλήρωμα του χρόνου.

Β΄. Στα εγκώμια του Καβάσιλα στον άγιο Δημήτριο θεωρείται γνωστό και δεδομένο το μαρτύριο του αίματος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο συγγραφέας μας το αντιπαρέρχεται. Ιδιαίτερος λόγος για το μαρτύριο γίνεται στο τρίτο του εγκώμιο, γραμμένο, όπως είπαμε, στην ομηρική γλώσσα. Το κείμενο αυτό αποτελεί και βασική πηγή για το μαρτύριο του Λούπου, μαθητή του Δημητρίου. Ο Καβάσιλας, όμως, επιμένει περισσότερο στους εσωτερικούς αγώνες, για να δειχθεί η καρτερία του Δημητρίου.

Ο Δημήτριος, νέος ακόμη, ρύθμισε τις αισθήσεις του κατά τέτοιον τρόπο, ώστε έπαυσαν να υπακούουν στις επιθυμίες του. Αποφεύγοντας την «τρυφή», κατέστησε το σώμα του απαθές, όργανο του θείου Πνεύματος.
«Τας γαρ αισθήσεις ρυθμίσας κάλλιστα πάντων ως μη ταις επιθυμίαις υπάγεσθαι, μηδ’ απάδειν έχειν τω λογισμώ την ψυχήν, εξ ανάγκης καθαράν των ουκ αγαθών έδειξεν εννοιών και συμπάσης υλικής προσπαθείας κρείττω παρεσκεύασεν είναι, καντεύθεν αύθις το σώμα απαθές καθάπαξ διέθηκε και δι’ αλλήλων άμφω καθάρας νεών εαυτόν ανέδειξε θείον και όργανον πνεύματος».
[«Αφού δε ρύθμισε τις αισθήσεις του με τον καλύτερο τρόπο από όλους, ώστε να μην υποτάσσονται στις επιθυμίες ούτε η ψυχή να βρίσκεται σε ασυμφωνία με τον λογισμό, έδειξε εξ ανάγκης την ψυχή καθαρή από κακές έννοιες και την έκανε ανώτερη από κάθε υλική προσπάθεια· και από εκεί πάλι κατέστησε μια για πάντα το σώμα του απαθές, και αφού καθάρισε και τα δύο μέσω του ενός και του άλλου, ανέδειξε τον εαυτό του θεϊκό ναό και όργανο του Πνεύματος».]

Ὁ άγιος Δημήτριος σε όλη του τη ζωή τήρησε τον εαυτό του καθαρό και το «κατ’ εικόνα σαφώς επεδείξατο». Έτσι αναδείχθηκε αρχέτυπο καθαρότητας, κανόνας ακριβής, και έτυχε «απαθείας θεόθεν»8.

Και στα δύο πρώτα εγκώμια τονίζονται οι πόνοι και οι εσωτερικοί αγώνες του Δημητρίου για την καθαρότητα του σώματος και της ψυχής, με τους οποίους έμεινε παρθένος και αναδείχθηκε ισάγγελος. Ο Δημήτριος ήταν κατά πάντα αγνός, αγνότατος9.

Ο Καβάσιλας εγκωμιάζει τους πόνους, τους έρωτες και τους άθλους του Δημητρίου με το Χριστό:
«Εγώ δε και εκείνο αν είποιμι, παντός μάλλον υπέρ του μεγάλου προσήκον· ως εί γε μηδ’ ητισοῦν ην των μελλόντων αγαθών εκείνων ελπίς, μηδ’ άθλα προύκειτο ταις υπέρ της αρετής αγωνίαις, Δημήτριον αν από μόνης της εις Χριστόν ευσεβείας, μηδενός ήττον των τι λαβείν ηλπικότων, υπέρ των θείων επιταγμάτων πάντας και λέγειν και πράττειν και πάσχειν οίεσθαι δειν, άθλα λαμπρά τους του Σωτήρος έρωτας, και μόνην ταύτην των πόνων αμοιβήν ηγούμενον».
[«Εγώ δε θα έλεγα και εκείνο, το οποίο ταιριάζει περισσότερο από κάθε άλλο στον μέγιστο βαθμό: ότι έστω κι αν δεν υπήρχε κάποια απολύτως ελπίδα για εκείνα τα μέλλοντα αγαθά, ούτε προβάλλονταν έπαθλα για τους αγώνες υπέρ της αρετής, ο Δημήτριος -μόνο και μόνο από την ευσέβειά του προς τον Χριστό, όντας καθόλου κατώτερος από εκείνους που ήλπιζαν να λάβουν κάτι- θα θεωρούσε ότι πρέπει όλοι να λένε, να πράττουν και να πάσχουν για τις θεϊκές εντολές, θεωρώντας λαμπρά έπαθλα τους έρωτες του Σωτήρος και μόνη αυτήν την αμοιβή των κόπων του».]
Σε μια αποστροφή του προς τον άγιο τον αποκαλεί «θησαυρόν θείων ερώτων», «τρόπαιον ευσεβείας», «εικόνα των του Θεού χαρίτων», «κοινωνόν των τραυμάτων του Χριστού, και της τελευτής και της δόξης».10

5. PG 79, 421.

6. Μέγας Αθανάσιος, Βίος Μεγάλου Αντωνίου, PG 26, 953.

7. Βλ. Α. Φυτράκη, ό.π., σ. 323–324.

8. Νικολάου Καβάσιλα, «Προσφώνημα και Επιγράμματα εις τον Άγιον Δημήτριον», έκδ. Β. Λαούρδα, ΕΕΒΣ 22 (1952), σ. 100.

9. Νικολάου Καβάσιλα, «Προσφώνημα εις τον ένδοξον του Χριστού μεγαλομάρτυρα Δημήτριον τον Μυροβλύτην», έκδ. Ιω. Θεοφίλου, Μνημεία αγιολογικά, Βενετία 1884, σ. 77–78.

10. Έκδ. Ιω. Θεοφίλου, ό.π., σ. 78 και 113.

Απόσπασμα από τα «Πρακτικά Θεολογικού συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του σοφωτάτου και λογιωτάτου και τοις όλοις αγιωτάτου Οσίου πατρός ημών Νικολάου Καβάσιλα του και Χαμαετού». Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε προνοία του παναγιωτάτου μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος β’, (17-20 Ιουνίου 1982). Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης 1984. 

Κύλιση στην κορυφή