
Αντώνιος Παπαδόπουλος
Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Νικόλαος Καβάσιλας: Φιλομόναχος και φιλομάρτυς
Όταν ο Νικόλαος Καβάσιλας βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, νεαρός ακόμη φοιτητής, όχι παραπάνω από είκοσι χρονών, συνέταξε, με την προτροπή του πατέρα του, ένα εγκώμιο στον άγιο Δημήτριο και το έστειλε στη Θεσσαλονίκη, συμμετέχοντας έτσι στον διαγωνισμό που είχε προκηρύξει «ο ύπατος των φιλοσόφων» Ιωάννης Άμπαρης. Το εγκώμιο «Εις τον ένδοξον του Χριστού μεγαλομάρτυρα και θαυματουργόν και μυροβλύτην Δημήτριον» επικρίθηκε ζωηρότατα από τους λογίους της Θεσσαλονίκης, γιατί σ’ αυτό εμφανιζόταν ο πολιούχος άγιος Δημήτριος ανώτερος από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Ο θείος του, όμως, ο Νείλος Καβάσιλας, ενθάρρυνε τον ανιψιό του στη σύγκριση αυτή, γιατί, όπως παρατήρησε, ανάλογη σύγκριση έκανε και ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος χαρακτήρισε τον Χριστό κατά το ανθρώπινο «βραχύ τι παρ’ αγγέλους ηλαττωμένον». Ο Νείλος Καβάσιλας παρότρυνε ακόμη τον ανιψιό του να συνεχίσει τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη χωρίς να δίνει σημασία στις επικρίσεις και του υπενθύμισε να καλλιεργεί τον εαυτό του πνευματικά, για να γίνει ένας σωστός χριστιανός.1
Ο Νικόλαος Καβάσιλας πληροφορήθηκε τις επικρίσεις αυτές των λογίων συμπατριωτών του, αλλά δεν απογοητεύτηκε. Συνέταξε νέο εγκώμιο στον άγιο Δημήτριο, «Προσφώνημα εις τον ένδοξον του Χριστού μεγαλομάρτυρα Δημήτριον». Στο δεύτερο αυτό εγκώμιο, ενώ εμφανίζεται μετριοπαθέστερος, ωστόσο δεν απομακρύνεται από την αρχική του γραμμή: να εξάρει, δηλαδή, τον συμπατριώτη του άγιο «διαφερόντως των άλλων αγίων».
Τα δύο αυτά κείμενα του Καβάσιλα έχουν συνεξεταστεί με τα κείμενα άλλων λογίων της Θεσσαλονίκης, που καλύπτουν μια περίοδο από το 1300 ως το 1350, για να φανεί ότι «οι κλασσικές σπουδές συμβαδίζανε με τις θεολογικές συζητήσεις, μερικές φορές μάλιστα η χριστιανική θεολογία και η κλασσική φιλολογία ήταν σαν να συμπληρώνανε η μία την άλλη, όπως γινόταν πάντοτε στις μεγάλες ώρες ανθίσεως του βυζαντινού πολιτισμού».2
Η αλληλοσυμπλήρωση αυτή κατά την περίοδο του δέκατου τέταρτου αιώνα συνέβαλε στη σύνδεση κλασικής παραδόσεως και χριστιανικής διδασκαλίας, προήγαγε δηλαδή την «Ελληνική Ορθοδοξία».3
[…]
Για τους συγγραφείς της Θεσσαλονίκης το θέμα του αγίου Δημητρίου ήταν από τα πιο προσφιλή. Στα εγκώμια που γράφονται κατά τον δέκατο τέταρτο αιώνα δεν έχουμε λεπτομερή αναγραφή των βιογραφικών στοιχείων των αγίων, γιατί πολλά από αυτά είναι γνωστά στους αναγνώστες.
Εκείνο που ενδιαφέρει τους συγγραφείς είναι να εγκωμιάσουν περισσότερο και όχι να βιογραφήσουν. Εάν μάλιστα λάβουμε σοβαρά υπόψη μας ότι οι εγκωμιασμοί στον άγιο Δημήτριο δεν αποτελούν επίδειξη ρητορικής τέχνης ή μια βυζαντινή «κενολογία», θέτουμε αμέσως το ερώτημα: τι επιθυμεί να εγκωμιάσει ο Νικόλαος Καβάσιλας με τα δύο αυτά κείμενα για τον άγιο Δημήτριο;
Δεχόμαστε οπωσδήποτε ως ορθή την παρατήρηση ότι τα κείμενα αυτά είναι ενταγμένα στο όλο πνεύμα της εποχής, κατά την οποία σημειώνεται μια αναχώνευση της κλασικής παραδόσεως.
Στο γενικό, άλλωστε, αυτό πνεύμα εντάσσεται και το τρίτο εγκώμιο του Καβάσιλα, ποιητικό τούτη τη φορά, συντεταγμένο δηλαδή επί της προσωδίας. Οι αρχές, όμως, και τα νοήματα που «περνούν» από τα κείμενα του Καβάσιλα φαίνεται ότι στοχεύουν κάπως ψηλότερα. Ο άγιος Δημήτριος εξαίρεται σαν ασκητής μοναχός, που βιώνει πριν από το μαρτύριο του αίματος και το εσωτερικό μαρτύριο· το μαρτύριο, δηλαδή, της συνειδήσεως.
Προβάλλοντας τέτοιες αρχές, ο νεαρός Καβάσιλας εξαίρει προφανώς τον αγιορείτικο και γενικότερα τον ορθόδοξο μοναχισμό, ενώ ταυτόχρονα εκφράζει τον εσωτερικό του κόσμο. Φρονούμε ότι οι θέσεις αυτές μπορούν να στηριχθούν με όσα θα αναπτύξουμε.
Α΄. Μάρτυρες και μοναχοί
Μεταξύ των δύο μεγάλων χορών των αγίων της χριστιανικής Εκκλησίας, δηλαδή των μαρτύρων και των μοναχών, υπάρχει στενή σχέση. Οι μάρτυρες στην αρχαία Εκκλησία είναι οι μιμητές του πάθους του Χριστού· οι γνήσιοι μαθητές του Χριστού, που επισφραγίζουν τη ζωή τους με το αίμα τους. Με αυτούς συσχετίζονται αργότερα οι μοναχοί. Πολλοί, άλλωστε, ομολογητές της πίστεως, όπως φαίνεται σε πολλά Μαρτύρια, είχαν τάσεις ασκητικές.
Το στάδιο της δοκιμασίας, με την ανάδειξη ηρώων της χριστιανικής πίστεως, είχε κλείσει μετά το τέλος των διωγμών. Τα «όργανα του εχθρού», όπως ονομάζονται οι διώκτες του χριστιανισμού, είχαν καταθέσει τα όπλα. Η ειρηνική περίοδος δεν παρείχε πια αφορμές δοκιμασίας.
Με τη νίκη, όμως, του χριστιανισμού ανοίχθηκε ένα νέο στάδιο πνευματικών αγώνων για όσους επιθυμούσαν «φιλοσοφίας κορυφήν αναβήναι». Τα ασκητήρια και τα μοναστήρια, στα οποία καταφεύγουν οι μοναχοί, είναι τα νέα στάδια των αγώνων τους, είναι η «παλαίστρα», όπου αναδεικνύονται οι νέοι «ολυμπιονίκες».
Οι μοναχοί θεωρούνται «μιμητές του Κυρίου», είναι εκείνοι που αίρουν τον σταυρό τους και γι’ αυτό ονομάζονται «σταυροφόροι». Τους μοναχούς τούς αναμένει «ισάγγελος δόξα», την οποία «επαγγέλλεται ο αγωνοθέτης τοις αγωνιζομένοις». Αυτοί τελικά θα «στεφανηφορήσουν μεταξύ των αγγέλων», οι οποίοι και παραλαμβάνουν τις ψυχές τους μετά θάνατον.
Συνεχίζεται
1. Βλ. Αθανασίου Αγγελοπούλου, Νικόλαος Καβάσιλας Χαμαετός. Η ζωή και το έργον αυτού, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 26.
2. Βασιλείου Λαούρδα, Η κλασσική φιλολογία εις την Θεσσαλονίκην κατά τον δέκατον τέταρτον αιώνα, Θεσσαλονίκη 1960, σ. 5.
3. Βλ. Βασιλείου Λαούρδα, ό.π., σ. 13 κ.ε. Βλ. επίσης Α. Φυτράκη, «Μαρτύριον και μοναχικός βίος», Θεολογία 19 (1941–1948), σ. 328.
Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τιμάται στις 20 Ιουνίου.
Απόσπασμα από τα «Πρακτικά Θεολογικού συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του σοφωτάτου και λογιωτάτου και τοις όλοις αγιωτάτου Οσίου πατρός ημών Νικολάου Καβάσιλα του και Χαμαετού». Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε προνοία του παναγιωτάτου μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος β’, (17-20 Ιουνίου 1982). Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης 1984.
