Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: Την αδύνατη αγάπη και την πίστη οι θλίψεις την διασαλεύουν, ενώ την ισχυρή την κάνουν ισχυρότερη!

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος.

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Υπόμνημα στην Β’ Προς Θεσσαλονικείς Επιστολή του Αποστόλου Παύλου

ΟΜΙΛΙΑ Β’

(Β’ Θεσ. 1.1-8)
«Παῦλος καὶ Σιλουανὸς καὶ Τιμόθεος τῇ Ἐκκλησία Θεσσαλονικέων ἐν Θεῷ Πατρὶ ἡμῶν καὶ Κυρίῳ Ἰησοῦ Χριστῷ· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ Πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ».
Μεταφορά στη νεοελληνική

«Ο Παύλος και ο Σιλουανός και ο Τιμόθεος προς την Εκκλησία των Θεσσαλονικέων στο όνομα του Θεού του Πατέρα μας και του Κυρίου Ιησού Χριστού. Χάρη να δίνεται σε σας και ειρήνη από το Θεό τον Πατέρα μας και τον Κύριο Ιησού Χριστό».

1. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους τα πάντα κάνουν και μηχανεύονται, ώστε να πετύχουν κάποια χάρη από τους άρχοντες και από τους ανθρώπους που είναι ισχυρότεροί τους. Κι αν πετύχουν αυτό για το οποίο φροντίζουν, νομίζουν τους εαυτούς τους μακάριους, κι αυτό το θεωρούν μεγάλη υπόθεση. 

Αν λοιπόν είναι τόσο μεγάλο πράγμα το να πετύχεις χάρη από ανθρώπους, πόσο μεγάλο θα μπορούσε να θεωρηθεί το να βρεις χάρη από το Θεό; Γι’ αυτό πάντα αυτό πρώτο αναφέρει στην επιστολή του, κι αυτό εύχεται, γνωρίζοντας ότι, αν υπάρχει αυτό, τίποτε στο εξής δε θα υπάρχει θλιβερό, αλλ’ όσες δυσκολίες κι αν παρουσιασθούν όλες θα λυθούν. 

Και για να το διαπιστώσετε, ο Ιωσήφ ήταν δούλος, νέος, άπειρος κι άπλαστος και του ανατέθηκε συγχρόνως ή προστασία της οικίας και να είναι υπόλογος σε άνδρα Αιγύπτιο. Γνωρίζετε εκείνο το έθνος πόσο οργίλο είναι και πόσο δε συγχωρεί, όταν όμως προστεθεί και η διοίκηση και η εξουσία, η οργή τότε, εξ αιτίας της εξουσίας, γίνεται μεγαλύτερη. 

Και αυτό είναι ολοφάνερο απ’ όσα προξένησε αυτή στη συνέχεια. Γιατί, ενώ τον κατηγορούσε η κυρία του, αυτός το ανεχόταν, αν και βέβαια δεν υπέστησαν βία εκείνοι που κρατούσαν τα ενδύματά του, αλλ’ ο απογυμνωμένος. Γιατί θα έπρεπε να πει ότι, εάν ύψωνες τη φωνή σου θα έφευγε, κι αν είχε συνείδηση δε θα περίμενε την παρουσία του κυρίου του. 

Και όμως τίποτε τέτοιο δε σκέφθηκε εκείνος, αλλ’ εντελώς παράλογα επέτρεψε τα πάντα στο θυμό του και τον έκλεισε στη φυλακή· τόσο άλογος ήταν αυτός. Αν και βέβαια ήταν δυνατό και από τα άλλα γεγονότα να σκεφθεί την αγαθότητα και σύνεση του άνδρα, αλλ’ όμως, επειδή ήταν πολύ παράλογος, τίποτε απ’ αυτά δε σκέφθηκε. 

Αυτός λοιπόν, αν και είχε τέτοιο μοχθηρό κύριο και του ήταν εμπιστευμένη ή διαχείρηση ολόκληρης της οικίας, μολονότι ήταν ξένος και έρημος και άπειρος, επειδή ο Θεός τον περιέβαλε με πολύ χάρη, με τέτοιο τρόπο τα ξεπέρασε όλα, σαν να μη υπήρχαν οι πειρασμοί, και τη συκοφαντία της κυρίας του, και τον κίνδυνο του θανάτου, και τη φυλακή, και στο τέλος ανέβηκε στο βασιλικό θρόνο.

Γνώριζε λοιπόν αυτός ο μακάριος πόσο μεγάλη είναι η χάρη του Θεού, και γι’ αυτό αυτήν τους εύχεται. 

Αλλά και κάτι άλλο επιδιώκει· θέλοντας δηλαδή να τους κάνει να αισθανθούν ευγνωμοσύνη γι’ αυτά που θα τους έλεγε στη συνέχεια της επιστολής, ώστε, και αν ακόμα τους επιτιμά, και αν ακόμη τους επιπλήττει να μην αποσκιρτούν, γι’ αυτό προ πάντων τους θυμίζει τη χάρη του Θεού, μαλακώνοντας την καρδιά τους, ώστε, και αν ακόμα τους συμβεί θλίψη, ενθυμούμενοι τη χάρη με την οποία σώθηκαν από μεγαλύτερα κακά, να μην απογοητευθούν στα μικρότερα, αλλά να έχουν την παρηγοριά απ’ εκεί, όπως και αλλού γράφοντας, έλεγε «αν, ενώ ήμασταν εχθροί, συμφιλιωθήκαμε με το Θεό μέσω του θανάτου του Υιού του, πολύ περισσότερο, αφού συμφιλιωθήκαμε, θα σωθούμε με τη ζωή αυτού».

«Χάρη σε σας ας δίνετε», λέγει, «και ειρήνη από το Θεό τον Πατέρα μας και τον Κύριο Ιησού Χριστό. Οφείλουμε, αδελφοί, πάντοτε να ευχαριστούμε το Θεό για σας, όπως αξίζει». 

Πρόσεχε υπερβολική ταπεινοφροσύνη. Λέγοντας, «οφείλομε να ευχαριστούμε», αφήνει σ’ αυτούς να συλλογίζονται και να εννοούν ότι, αν άλλοι για τις επιτυχίες σας δε θαυμάζουν πρώτα εσάς, αλλά το Θεό, πολύ περισσότερο το κάνουμε και εμείς αυτό. Εξ άλλου εξυψώνει και το φρόνημά τους, επειδή υποφέρουν τέτοια που είναι άξια όχι για δάκρυα ούτε για θρήνους. αλλά άξια ευχαριστίας προς το Θεό. 

Αν όμως ο Παύλος ευχαριστεί για τα ξένα αγαθά, τι θα πάθουν εκείνοι, που όχι μόνο δεν ευχαριστούν, αλλά και λειώνουν από ζηλοφθονία; «Γιατί αυξάνει πολύ η πίστη σας και περισσεύει η αγάπη του καθένα από σας προς τους άλλους». 

Και πώς, λέγει, είναι δυνατό ν’ αυξηθεί η πίστη; Πώς; όταν γι’ αυτήν υποφέρουμε κάτι το φοβερό.

Πράγματι είναι μεγάλο πράγμα το να είσαι στηριγμένος γερά και να μη παρασύρεσαι από τους λογισμούς, όταν όμως και άνεμοι πέφτουν επάνω μας με ορμή και βροχές καταρρακτώδεις μας κατακλύζουν και απ’ όλες τις μεριές ξεσηκώνεται φοβερή καταιγίδα και τα κύματα είναι αλλεπάλληλα, και παρ’ όλα αυτά δε σαλευόμαστε, αυτό τίποτε άλλο δεν αποδεικνύει, παρά το ότι η πίστη αυξάνεται, υπεραυξάνεται και γίνεται υψηλότερη. 

Γιατί, όπως ακριβώς στην περίπτωση πλημμύρας όλα τα πετρώδη και χαμηλά γρήγορα σκεπάζονται, όσα όμως βρίσκονται υψηλότερα δεν τα φθάνει το νερό, έτσι και η πίστη όταν μεγαλώσει δεν μικραίνει πια. Γι’ αυτό δεν είπε ‘αυξάνει’, αλλ’, «υπεραυξάνει η πίστη σας, και περισσεύει η αγάπη του καθενός απ’ όλους σας προς τους άλλους». 

Βλέπεις ότι και αυτό προσθέτει θλίψεις; το να συμπαραστέκεται ο ένας κοντά στον άλλο, το να φροντίζει ο ένας για τον άλλο; Απ’ αυτό προερχόταν και πολλή παρηγοριά.

Την αδύνατη λοιπόν αγάπη και την πίστη οι θλίψεις την διασαλεύουν, ενώ την ισχυρή την κάνουν ισχυρότερ. Γιατί η ψυχή που βρίσκεται σε πολύ πόνο, όταν είναι αδύνατη, τίποτε δε θα μπορούσε να της προσθέσει ο πόνος, η ισχυρή όμως και τότε προ πάντων γίνεται ισχυρότερη. 

Και πρόσεχε αγάπη· δεν αγαπούσαν μόνο τον ένα, ενώ τον άλλο όχι, αλλ’ ίση ήταν η αγάπη προς όλους· γιατί αυτό υπαινίχθηκε λέγοντας, «του καθενός απ’ όλους σας προς τους άλλους»· γιατί είναι ισόρροπη, σαν να είναι ένα σώμα. 

Γιατί και τώρα βρίσκουμε αγάπη να υπάρχει σε πολλούς, αλλ’ αυτή η αγάπη γίνεται αιτία διαστάσεως. Όταν δηλαδή είμαστε δύο ή τρεις ενωμένοι, και οι δύο είναι μεταξύ τους πολύ συνδεδεμένοι ή οι τρεις ή οι τέσσερεις, ξεχωρίζουν όμως του εαυτούς τους από τους υπολοίπους, το να μπορούν να καταφύγουν σ’ εκείνους και για όλα να στηρίζονται σ’ εκείνους, αυτό είναι απομάκρυνση από την αγάπη, όχι αγάπη. 

Γιατί πες μου· αν το μάτι την πρόνοια που έχει για όλο το σώμα την περιορίσει στο χέρι και αποστραφεί από τ’ άλλα μέλη και προσέχει μόνο το χέρι, δε βλάπτει όλο το άλλο σώμα; είναι φυσικό. Έτσι και εμείς, αν την αγάπη, που οφείλομε να απλώνουμε σε όλη την Εκκλησία του Θεού, την περιορίσουμε σε έναν και δυο, βλάπτουμε και εμάς τους ίδιους και εκείνους και όλους.

Απόσπασμα από τον τόμο «Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα 23, των Πατερικών Εκδόσεων Γρηγόριος ο Παλαμάς. Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, Ελευθέριος Γ. Μερετάκης (θεολόγος) και Ζαχαρούλα Κατσανεβάκη-Μπίρδα (φιλόλογος).

Επιμέλεια: Στ.Κ.
Κύλιση στην κορυφή