
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Υπόμνημα στην Β’ Προς Θεσσαλονικείς Επιστολή του Αποστόλου Παύλου
ΟΜΙΛΙΑ Β’
(Β’ Θεσ. 1.1-8)
2. Αυτά δεν είναι δείγματα αγάπης, αλλά σχίσματα διαφωνίας και ρήγματα κομματιασμένα. Γιατί, και αν από τον όλον άνθρωπο αποσπάσω ένα μέρος και το λάβω, αυτό βέβαια το σχίσμα είναι ενωμένο με τον εαυτό του και είναι συνεχές και συγκολλημένο, πλην όμως και έτσι είναι σχίσμα, επειδή δεν είναι ενωμένο με το υπόλοιπο σώμα.
Ποιο είναι το όφελος το ότι αγαπάς τον τάδε πάρα πολύ;
Ανθρώπινη είναι η αγάπη· αν δεν είναι ανθρώπινη αγάπη, αλλά τον αγαπάς για το Θεό, αγάπα όλους· γιατί ο Θεός έτσι πρόσταξε και τους εχθρούς ν’ αγαπάμε. Και αν πρόσταξε ν’ αγαπάμε τους εχθρούς, πόσο περισσότερο εκείνους που δε μας λύπησαν σε τίποτε;
Αλλά, λέγει, αγαπώ. Όχι όμως έτσι· ή καλύτερα ούτε αγαπάς γιατί, όταν κακολογείς, όταν φθονείς, όταν επιβουλεύεσαι, πώς αγαπάς; Αλλά, λέγει, δεν κάνω τίποτε απ’ αυτά. Όταν όμως ακούς κάποιον να κατηγορεί και δεν του κλείνεις το στόμα, πιστεύεις σ’ αυτά που λέγει και δεν τον σταματάς, αυτά ποιας αγάπης είναι απόδειξη;
«Και περισσεύει», λέγει, «η αγάπη του καθενός απ’ όλους σας προς τους άλλους, ώστε εμείς να καυχόμαστε για σας στις Εκκλησίες του Θεού».
Στην προηγούμενη λοιπόν επιστολή λέγει ότι οι Εκκλησίες όλες της Μακεδονίας και της Αχαΐας ξέσπασαν σε αναφωνητά σαν έμαθαν τα σχετικά με την πίστη τους, γιατί, λέγει, «ώστε δεν είναι ανάγκη να πούμε εμείς τίποτε γι’ αυτήν, γιατί αυτοί διακηρύττουν για μας τι είδους επίσκεψη σας εκάναμε», ενώ εδώ λέγει, «ώστε να καυχόμαστε εμείς».
Τι τέλος πάντων λοιπόν σημαίνει το λεγόμενο;
Εκεί λέγει, ότι «δεν έχουν ανάγκη της δικής μας διδασκαλίας», ενώ εδώ δεν είπε, ότι ‘διδάσκουμε αυτούς’, αλλά «καυχόμαστε» και «είμαστε υπερήφανοι».
Αν λοιπόν εμείς ευχαριστούμε το Θεό για σας και καυχόμαστε στους ανθρώπους, πολύ περισσότερο εσείς πρέπει να το κάνετε αυτό για τα δικά μας καλά. Αν τα κατορθώματά σας είναι άξια καυχήματος για άλλους, πώς είναι δυνατό για μας να είναι άξια θρήνων; Δεν είναι δυνατό να το πει κανείς.
«Ώστε εμείς οι ίδιοι», λέγει, «να καυχόμαστε για σας στις Εκκλησίες του Θεού για την υπομονή σας και την πίστη σας».
Εδώ δείχνει ότι πέρασε και πολύς χρόνος· γιατί η υπομονή φαίνεται σε πολύ χρόνο, όχι σε δύο και τρεις ημέρες. Και δε λέγει απλώς υπομονή. Βέβαια είναι δείγμα υπομονής και το να μην απολαμβάνει κανείς ήδη αγαθά υπεσχημένα, εδώ όμως ομιλεί για μεγαλύτερη υπομονή.
Και ποιά είναι αυτή;
Η υπομονή στους διωγμούς. Και το ότι υπονοεί αυτήν γίνεται φανερό απ’ όσα προσθέτει και λέγει «σε όλους τους διωγμούς σας και τις θλίψεις που υποφέρετε». Γιατί συζούσαν διαρκώς με εχθρούς, που επιχειρούσαν να τους βλάψουν από παντού, και έδειχναν σταθερή και αμετάθετη υπομονή.
Ας ντρέπονται όσοι αλλάζουν δόγματα με σκοπό να επιτύχουν ανθρώπινη προστασία. Όταν δηλαδή το κήρυγμα βρισκόταν ακόμη στην αρχή του, άνθρωποι φτωχοί, που ζούσαν από την καθημερινή τους εργασία, δέχονταν μίση από άνδρες πολιτευομένους και προύχοντες της πόλεως, γιατί δεν υπήρχε ακόμα πιστός βασιλιάς ούτε άρχοντας, και, ενώ υπέμεναν πόλεμο ακήρυκτο, παρ’ όλα αυτά δεν αρνούνταν την πίστη τους.
«Απόδειξη της δίκαιας κρίσεως του Θεού». Πρόσεχε με ποιό τρόπο τους παρηγορεί. Είπε ότι «ευχαριστούμε το Θεό», είπε ότι «καυχόμαστε ενώπιον των ανθρώπων».
Καλά βέβαια κι αυτά, αλλά εκείνο που ζητάει εκείνος που πονάει είναι αυτό προ πάντων, ν’ απαλλαχθεί δηλαδή απ’ τα κακά και να τιμωρηθούν εκείνοι που τους κακομεταχειρίζονται. Γιατί, όταν η ψυχή είναι πνευματικά αδύναμη, αυτό προπάντων ζητάει, ενώ η φιλοσοφημένη ψυχή δε ζητάει αυτό.
Ποιο λοιπόν είναι αυτό που εννοεί λέγοντας, «απόδειξη της δίκαιας κρίσεως του Θεού»;
Ήδη υπαινίχθηκε την ανταπόδοση και των δύο, κι εκείνων που κακοποιούν και εκείνων που κακοποιούνται. Είναι σαν να έλεγε· για να φαίνεται η δικαιοσύνη του Θεού, όταν θα στεφανώνει εσάς, ενώ εκείνους θα τους τιμωρεί. Συγχρόνως τους παρηγορεί, δείχνοντας ότι από τους δικούς τους πόνους και ιδρώτες στεφανώνονται και σύμφωνα με τον λόγο της δικαιοσύνης.
Αλλά προηγουμένως αναφέρει αυτό που τους αφορά. Αν και επιθυμεί κανείς πολύ την τιμωρία, όμως πριν απ’ όλα επιθυμεί τα βραβεία. Γι’ αυτό και προσθέτει λέγοντας «για να φανείτε άξιοι της βασιλείας του Θεού, για την οποία και υποφέρετε».
Δε γίνεται λοιπόν αυτό επειδή εκείνοι που αδικούν είναι δυνατότεροι, αλλ’ επειδή πρέπει έτσι να εισέλθουμε στη βασιλεία των ουρανών. Γιατί, λέγει, «πρέπει μέσω πολλών θλίψεων να εισέλθουμε στη βασιλεία του Θεού».
«Γιατί είναι πάρα πολύ δίκαιο στο Θεό ν’ ανταποδώσει θλίψη σ’ εκείνους που σας θλίβουν, ενώ σε σας που θλίβεσθε ανακούφιση μαζί με μας, κατά την ημέρα της αποκαλύψεως του Κυρίου Ιησού από τον ουρανό μαζί με τους αγγέλους της δυνάμεώς του».
Το «είπερ» εδώ λέγεται με την έννοια του γιατί, πράγμα που χρησιμοποιούμε κι εμείς για πράγματα πάρα πολύ καθομολογημένα και αναντίρρητα λέγεται αντί του «είναι πάρα πολύ δίκαιο».
Εφόσον δηλαδή, λέγει, είναι δίκαιο στο Θεό να τιμωρήσει αυτούς, οπωσδήποτε θα τους τιμωρήσει. Σαν να έλεγε· εφόσον ενδιαφέρεται ο Θεός για τα ανθρώπινα πράγματα, εφόσον φροντίζει ο Θεός γι’ αυτά. Έτσι κι αυτός αναφέρει αυτό το «είπερ», σαν να πρόκειται για ομολογημένα πράγματα· σαν να έλεγε κάποιος· εφόσον ο Θεός μισεί τους πονηρούς.
Γι’ αυτό μιλάει έτσι, για ν’ αναγκάσει εκείνους να πουν, ότι τους ‘μισεί’. Αυτές δηλαδή οι γνώμες είναι αναντίρρητες και επομένως και εκείνοι οι ίδιοι γνωρίζουν ότι είναι δίκαιο να τους μισεί. Γιατί, αν αυτό είναι δίκαιο για τους ανθρώπους, πολύ περισσότερο είναι δίκαιο για το Θεό.
«Ν’ ανταποδώσει», λέγει, «σ’ αυτούς που σας θλίβουν θλίψη, και σε σας που πάσχετε ανάπαυση μαζί με μας».
Απόσπασμα από τον τόμο «Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα 23, των Πατερικών Εκδόσεων Γρηγόριος ο Παλαμάς. Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, Ελευθέριος Γ. Μερετάκης (θεολόγος) και Ζαχαρούλα Κατσανεβάκη-Μπίρδα (φιλόλογος).

No Comment