Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: Όχι δε μόνο δεν έκαμε ο Θεός το θάνατο, αλλά και τον εμπόδισε να γίνει!

Ομιλία 31*

1. Ο Θεός δεν έκαμε τον θάνατο ούτε τέρπεται για την απώλεια ζωντανών. Εάν δε ο Θεός δεν έκαμε τον θάνατο, τότε για μας δεν είναι αίτιος αυτός ούτε των δεινών που επακολούθησαν στον θάνατο. Από πού λοιπόν έρχονται σε εμάς οι αρρώστιες και τα νοσήματα και τα άλλα δυσχερή, αφ’ ότου υπάρχει ο θάνατος; 

Από πού δε έρχεται και ο θάνατος; Από την αρχική παρακοή μας προς τον Θεό· από την παράβασι της εντολής που μας εδόθηκε από τον Θεό· από την προγονική μας αμαρτία στον παράδεισο. Ώστε και αι νόσοι και οι αρρώστιες και όλο το ποικίλο βάρος των πειρασμών προέρχονται από την αμαρτία.

Διότι γι’ αυτήν ενδυθήκαμε τους δερματίνους χιτώνες, τούτο δηλαδή το νοσηρό και θνητό και πονεμένο σώμα, και μετοικισθήκαμε στον πρόσκαιρο και φθαρτό τούτον κόσμο και καταδικασθήκαμε να ζούμε πολυπαθή και γεμάτο συμφορές βίο. 

Σαν δρόμος λοιπόν είναι η νόσος, τραχεία και απότομη, στον οποίο δρόμο εισήγαγε η αμαρτία το γένος των ανθρώπων· και της οδού αυτής ο τελευταίος σταθμός και το έσχατο καταγώγιο είναι ο θάνατος.

2. Όχι δε μόνο δεν έκαμε ο Θεός το θάνατο, αλλά και τον εμπόδισε να γίνει· μολονότι, αφού έπλασε τον άνθρωπο ως αυτεξούσιο ζώο, δεν έπρεπε να τον εμποδίζει, για να μη αφανίσει το έργο του, αφαιρώντας την από αυτόν δοσμένη σ’ εμάς αυτεξουσιότητα. 

Αλλά με τη σοφία και αγαθότητά του ευρήκε πώς να εμποδίσει από τον θάνατο τον άνθρωπο και να του συντηρήσει το αυτεξούσιο. Πώς λοιπόν το κατώρθωσε αυτό; Ευθύς μόλις τον έπλασε και τον εζωοποίησε εισέβαλε σ’ αυτόν αποθανατίζουσα συμβουλή· και ασφαλίζοντας από πριν δυνατά τη ζωοποιό συμβουλή έκαμε εντολή και διεκήρυξε φανερά ότι η αθέτησις της ζωούσης εντολής είναι θάνατος, και μάλιστα θάνατος όχι ακόμη ο σωματικός, αλλά ο της ψυχής, λέγοντας προς εκείνο το ζεύγος των προπατόρων μας ότι, «όποια ώρα φάγετε από το δένδρο της γνώσεως καλού και πονηρού, θ’ αποθάνετε». 

Βλέπετε· δεν είπε προστακτικώς, την ημέρα που θα φάγετε, ν’ αποθάνετε· διότι το δικό του πρόσταγμα είναι γένεσις όλων των όντων, και αυτός παρήγγειλε τα πάντα και εκτίσθηκαν, τον δε θάνατο δεν τον παρήγγειλε αλλά προκατήγγειλε ότι θα συμβή λόγω παραβάσεως, λέγοντας, να μη φάγετε από το ξύλο, διότι την ημέρα που θα φάγετε, θα αποθάνετε, ώστε, δεχόμενοι τη συμβουλή και αποφεύγοντας την παράβασι, να μη περιπέσωμε στον θάνατο. 

Ότι δε τότε δεν είπε τον σωματικό θάνατο, αλλά τον της ψυχής, είναι φανερό· διότι δεν απέθαναν σωματικώς την ημέρα που εγεύθηκαν το απηγορευμένο δένδρο.

3. Αλλά ποιος είναι ο θάνατος της ψυχής; Είναι η εγκατάλειψις του Θεού. Όπως δηλαδή, όταν είναι το φως παρόν, δεν είναι δυνατό να υπάρχει συγχρόνως και σκότος, αλλά αν το φως εγκαταλείψει τον τόπο, γίνεται σκότος, που δεν έχει από το φως τη γένεσι, αλλά από το διάφραγμα, από τη σκιά, έτσι και όταν ο Θεός, που είναι αυτοζωή και ζωή όλων των ζώντων, και μάλιστα των θείως ζώντων, είναι παρών στην ψυχή μας, είναι αδύνατο να είναι σ’ αυτή παρών και ο θάνατος. 

Όταν δε την εγκαταλείψει ο Θεός, επέρχεται σ’ αυτήν ο θάνατος, που δεν έχει από τον Θεό τη γένεσι, αλλά από το αίτιο της θείας εγκαταλείψεως, που είναι η αμαρτία. Βλέπετε, πώς ο θάνατος δεν είναι από τον Θεό, αλλά από την αμαρτία.

4. Αλλά πώς εγκαταλείπει την ψυχή αυτός που είναι πανταχού παρών και πουθενά απών; Το πράττει για τον λόγο ότι αυτή τον εγκατέλειψε προηγουμένως εκουσίως και, επειδή εκτίσθηκε από αυτόν αυτεξουσίως, δεν την εβίασε· ώστε και της εγκαταλείψεώς μας από τον Θεό εμείς είμαστε αίτιοι στους εαυτούς μας, αλλά όχι ο Θεός που μας κατεσκεύασε. 

Εμείς λοιπόν, αλλοίμονο, είμαστε οι γεννήτορες του θανάτου μας, επειδή εγκαταλείψαμε εκουσίως τον Δεσπότη που μας έκτισε για να ζούμε και είναι πάντοτε παρών και ζωοποιεί αφ’ εαυτού, σαν εκείνοι που κατά το μεσημέρι ακριβώς κλείουν τους οφθαλμούς και απέχουν εκουσίως του φωτός, μολονότι αυτό είναι παρόν και λάμπει. 

Πραγματικά, αφού αθετήσαμε τη ζωοποιό συμβουλή και δια της αθετήσεως εγκαταλείψαμε τον Θεό και αποστατήσαμε εκουσίως από τη ζωή, εδεχθήκαμε τη θανατηφόρο συμβουλή του Σατανά και δι’ αυτής εφέραμε μέσα μας αυτόν τον ίδιο, ενώ είναι νεκρό πνεύμα, διότι πρώτα αυτό εγκατέλειψε τον Θεό κι έγινε ο ίδιος σ’ εμάς πρόξενος νεκρώσεως, και εννοώ πάλι νέκρωσι κατά την ψυχή, η οποία όταν είναι χωρισμένη από τον Θεό, για να ομιλήσω κατά τον Παύλο, έχει αποθάνει ζωντανή. 

Μάλλον δε η ζωή της είναι και χειρότερη θανάτου· διότι, καθώς είναι αργή προς κάθε αγαθό, γίνεται ενεργής προς κάθε πονηρό, επιβουλευομένη τον εαυτό της και με αυτοφθονερά κακία συνωθώντας τον εαυτό της συνεχώς προς τα χειρότερα.

Συνεχίζεται

*Εκφωνήθηκε στη λιτανεία κατά την πρώτη Αυγούστου.

1. Κατά την πρόοδο του Σταυρού, τελουμένη την 1η Αυγούστου κατ’ έτος.

2. Σοφ. Σολ. 1,13. 

Απόσπασμα από το βιβλίο, «Γρηγορίου Παλαμά έργα 10», των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Παναγιώτης Χρήστου.

Επιμέλεια: Στ.Κ.

Κύλιση στην κορυφή