Άγιος Ευστάθιος αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, Η ποιμαντορία του στην Θεσσαλονίκη (α’ μέρος)

Άγιος Ευστάθιος Θεσσαλονίκης. Τοιχογραφία Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου.

Από το βιβλίο του Ι.Μ. Χατζηφώτη, «Από το Βυζάντιο στο Νέο Εληνισμό» (εκδόσεις Κάδμος), κεφάλαιο, «Ευστάθιος Θεσσαλονίκης ο Κατάφλωρος, Σχολιαστής και διδάσκαλος Ομήρου, Πινδάρου κ./ά. αρχαίων συγγραφέων στην Πατριαρχική Ακαδημία τον 12ο αι.

Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/agios-efstathios-archiepiskopos-thessalonikis-mia-apo-tis-koryfaies-pnevmatikes-morfes-tou-vyzantiou/?preview_id=10835&preview_nonce=9b6ca3778b&post_format=standard&_thumbnail_id=10526&preview=true

Ο Ποιμενάρχης 

Το έτος 1174, μετά την εκδημία του Επισκόπου Μύρων, η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στράφηκε με έμπιστοσύνη στον Άγιο Ευστάθιο, για να του αναθέσει τη διαποίμανση της επισκοπής αυτής. Ώσπου όμως να μεταβεί για να αναλάβει τα πνευματικά ηνία της, χήρευσε και η Αρχιεπισκοπή Θεσσαλονίκης. 

Τότε ο Αυτοκράτορας Μανουήλ. Κομνηνός (1143-1180), που τιμούσε ιδιαίτερα τον Άγιο Ευστάθιο και τον περιέβαλλε με προσωπική φιλία, κάλεσε την Αγία και Ιερά Σύνοδο με διάταγμα που εξέδωσε, να τον εκλέξει Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης. 

Έτσι το 1175 ο επιφανής διδάσκαλος και λόγιος ανερχόταν στον ιστορικό αυτό θρόνο σε μια εποχή που πολλοί κίνδυνοι απειλούσαν την Αυτοκρατορία και την πόλη, για να αποβεί ο στοργικός πατέρας, ο αντιλήπτορας, ο συμπαραστάτης, ο ανύστακτος ποιμένας των κατοίκων της.

Aπό τα βαθιά χαράματα, το σπίτι του, που σύμφωνα με τον αείμνηστο Καθηγητή Παν. Χρήστου, «πρέπει να ευρισκόταν κάπου κοντά στον καθεδρικό ναό», –ο ίδιος ο Άγιος Ευστάθιος μας πληροφορεί ότι επρόκειτο για τον παλαιό οίκο του Αγίου Δημητρίου-, γέμιζε από κόσμο, που μετέβαινε εκεί με διάφορα αιτήματα, όπως ο ίδιος σημειώνει:

«Τοσούτος όχλος φροντίδων αμφέπει με ως από φυλακής πρωίας έως και εις ήλιον ου καταδύοντα μόνον, αλλά και τοις υπό γην εμβαθύνοντα, τρίβεσθαι εις εντυχίας πραγματικάς, ων αμελήσαι μεν ουκ αρχιερατικόν, επιμεληθήναι δε καλόν μεν, αλλά απογείης ου μόνον αναγνώσεως, αλλά και της επί τους φιλούντας προσφωνήσεως».

Μεταφορά στην νεοελληνική: «Με περιβάλλει τόσο μεγάλο πλήθος φροντίδων, ώστε από τα χαράματα μέχρι τη δύση του ήλιου, ακόμη και το βράδυ, είμαι αναγκασμένος να ασχολούμαι με διάφορα πρακτικά ζητήματα. Όλα αυτά δεν μπορώ να τα παραμελήσω ως αρχιερέας και είναι καλό να ασχολούμαι με αυτά. Παρ’ όλα αυτά με εμποδίζουν από τη μελέτη και από την συναναστροφή με όσους με αγαπούν».

Ζούσε ασκητικά, περιέθαλπε τους φτωχούς, βρισκόταν στο πλευρό των αδυνάτων. Προκαλεί εντύπωση γι’ αυτό η πληροφορία που καταχωρίζει ο Ράνσιμαν:

«Ακόμα όμως και στο τέλος του 12ου αιώνα ο επίσκοπος Ευστάθιος Θεσσαλονίκης είχε μεγάλο αριθμό δούλων, που έδωσε εντολή να τους ελευθερώσουν μετά το θάνατό του, γιατί η δουλεία είναι κάτι το αφύσικο».

Μεταξύ των θεμάτων που απασχόλησαν τον Άγιο Ευστάθιο ήταν κι εκείνο του μοναχισμού, που του στοίχισε όμως πρόσκαιρη απομάκρυνση από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. 

Στην «Επιστολή προς Θεσσαλονικείς» ο ίδιος περιγράφει την περιπέτειά του αυτή. «Ένεκα των ραδιουργιών της εκεί Τάξεως των Μοναχών, της οποίας επεχείρησε την αναδιοργάνωσιν και ανόρθωσιν εις υψηλόν πνευματικόν και ηθικόν επίπεδον, εξεβλήθη προσωρινώς του Αρχιεπισκοπικού του Θρόνου, αλλά μετ’ ολίγον αποκατεστάθη εις Αυτόν», σημειώνει ο Θεσσαλονίκης Παντελεήμων ο Β’.

Στην επιστολή αυτή σταλμένη από τη Φιλιππούπολη στα τέλη του βίου του (εκεί μετέβη τη Μεγάλη Σαρακοστή του 1191) με πόνο γράφει ο Άγιος Ευστάθιος:

«Ιδού ουν σήμερον ξενηλατούμαι υπό του μίσους και αυτού είτε μεν εκ πολλών και περιβλέπτων, ίνα μαθών παμμίσητος είναι η διωρθωσάμην ή διεξέφυγον εκ μέσου λαβών, μήπου δε και αμφαδόν. Νυν δε άνθρωποι ουδένες επανίστανται επ’ εμέ και λέγουσι τη ψυχή μου “ουκ εστι σωτηρία αυτώ ούτε εν τω Θεώ αυτού ούτε εν τω βασιλεί”. Ακουέτω μου, ο βασιλεύς μου και ο Θεός μου, οις εγώ πέποιθα, τω μεν κατά πρώτον και καθ’ αυτό και φύσει, τω δε μετ’ αυτόν και δι’ αυτόν».

Μεταφορά στη νεοελληνική: «Ορίστε λοιπόν, σήμερα με εξορίζει το μίσος πολλών επιφανών ανθρώπων της πόλης το οποίο με πληροφορεί πως είμαι πραγματικά μισητός ενώπιον τους και έτσι ή να διορθωθώ ή να απομακρυνθώ από ανάμεσά τους γιατί έτσι έχουν τα πράγματα. Τώρα, όμως, κανείς δεν ξεσηκώνεται για να με υποστηρίξει, και αυτό μου λέει στην ψυχή πως: «Δεν υπάρχει σωτηρία γι’ αυτόν, ούτε στον Θεό του ούτε στον βασιλιά». Ας με ακούσει ο βασιλιάς μου και ο Θεός μου, τους οποίους εγώ εμπιστεύομαι – πρωτίστως, βεβαίως, στον Θεό από τον οποίο εγώ προσδοκώ τα κατ’ εμέ, και έπειτα στον βασιλιά». 

Ο Άγιος Ευστάθιος χτύπησε όλες τις παρεκτροπές και τη χαλάρωση του ηθικού βίου, που παρετηρείτο στη σύγχρονή του κοινωνία. Τα έβαλε με τους ισχυρούς παράγοντες της Πολιτείας, με το παρηκμασμένο ιερατείο, με τις αθλιότητες που διέκριναν την εποχή του. Ο Παπαγεωργίου με παραστατικότητα αποδίδει την κατάσταση που επικρατούσε στον καιρό του:

«Έζησε και έδρασε σ’ ένα κλίμα όχι και τόσο καλό για την Εκκλησία των Θεσσαλονικέων της εποχής εκείνης (3ο τέταρτο του 12ου αιώνος). Όπου επικρατούσαν ίντριγκες, συκοφαντίες, “δάκτυλοι”, στενοκεφαλιές ζηλωτών, ημιεπαγγελματίες του Ναού, ερασιτέχνες θεολογούντες και άλλοι ημιμαθείς και …εμπαθείς! Οικονομικές διεκδικήσεις, προνόμια κατοχυρωμένα, κεκτημένα δικαιώματα, προς το ιερατείον (τους “παπάδας”) των τριών μεγάλων Ναών Αγ. Σοφίας, Αχειροποιήτου, Αγ. Δημητρίου, συγκλονίζουν την Εκκλησία της Θεσσαλονίκης. “Διανέμησις του νομισματικού κατακερματισμού” θα πει… κατανομή πιστώσεων, χορηγίες, “ρόγες”».

Με το κατεστημένο αυτό τα βάζει ο Αρχιεπίσκοπος Ευστάθιος, ιδίως με την κοινωνική σήψη και διαφθορά και μάλιστα τους εκμεταλλευτές, εκείνους που απομυζούν τον ιδρώτα των φτωχών, αλλά και με οποιονδήποτε δεν διάγει ηθικό βίο και μετέρχεται τρόπους αντίθετους με τις επιταγές του ευαγγελικού νόμου, άσχετα αν είναι ισχυρός και αξιωματούχος. 

Τον στενοχωρεί η καταπίεση των αδύνατων οικονομικά τάξεων, οι υπέρμετροι φόροι, οι δραστηριότητες των τοκογλύφων.

Στον μοναχισμό έχει αφιερώσει ειδική ομιλία με τον τίτλο «Επίσκεψις βίου μοναχικού», που περιλαμβάνεται στην «Ελληνική Πατρολογία» του Migne. Σ’ αυτήν με σαφήνεια ο Άγιος Ευστάθιος προσδιορίζει τον υψηλό προορισμό κλήρου και μοναχισμού:

«Θεραπευταί μεν Θεού πάντες κοινώς οι Χριστιανοί, αποτεταγμένως δε οι παπάδες και οι μοναχοί· τούτων δε εις πλέον οι μοναχοί, ως πάντα μεν βίον κατανωτισάμενοι, τον τε λαϊκόν και αυτόν τον παπαδικόν».

Μεταφορά στη νεοελληνική: «Όλοι οι Χριστιανοί είναι υπηρέτες του Θεού, ενώ οι ιερείς και οι μοναχοί  είναι ξεχωριστά αφιερωμένοι σ’ αυτόν. Και από αυτούς βρίσκονται σε ανώτερη θέση οι μοναχοί, επειδή επέλεξαν τον μοναχικό βίο, αφού τον αξιολόγησαν ως ανώτερο από αυτών των λαϊκών, ακόμη και από τον ιερέων».

Συνεχίζεται

Επιμέλεια: Στ.Κ.

Κύλιση στην κορυφή