Σταύρος Μπαλογιάννης: Ο Άγιος Ευστάθιος Θεσσαλονίκης και η ιατρική επιστήμη της εποχής του. Εφέσεις του επί της ψυχιατρικής και ο υπ’ αυτού καθορισμός των βασικών στοιχείων της ψυχιατρικής του μέλλοντος

Άγιος Ευστάθιος αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Πρόθεση καθολικού Μονής Graganica κοντά στην Πρίστινα (1321).

Σταύρος Μπαλογιάννης (1944-2023). Νευρολόγος – ψυχίατρος, καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Η Ιατρική κατά τους βυζαντινούς χρόνους φέρουσα το βάρος της μεγίστης επιστημονικής κληρονομίας της αρχαίας ελληνικής Ιατρικής και της λίαν αξιολόγου Ιατρικής των ελληνιστικών χρόνων, διεμορφώθη λειτουργικώς εντός του πνεύματος της χριστιανικής διδασκαλίας, συμφώνως προς το οποίον ο πάσχων άνθρωπος προσεγγίζετο ουχί μόνον διά της επιστημονικής γνώσεως και εμπειρίας, αλλά και διά της βαθείας εν Χριστώ αγάπης, ήτις συνυφαίνετο μετά του πνεύματος της αδιαλείπτου προσφοράς και της θυσίας.

Ήδη η επιστήμη αύτη ελαμπρύνθη κατά τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνας, διά της παρουσίας διακεκριμένων ιατρών εις τας χείρας των οποίων η επιστήμη κατέστη μέσον διηνεκούς δοξολογίας προς τον Κύριον και τρόπος εκφράσεως της υψίστης προς τον πλησίον αγάπης.

Κατά τον πρώτον μετά Χριστόν αιώνα διέλαμψεν ο Άγιος Λουκάς ή Λουκιανός ο Αντιοχεύς, λίαν γνωστός διά τας αρτίας επιστημονικάς γνώσεις του, συγγράψας Ευαγγέλιον και τας Πράξεις των Αποστόλων.
Κατά τον δεύτερον αιώνα διεκρίθησαν διά τας επιστημονικάς των γνώσεις και διά την θεραπευτικήν των δεινότητα ο εκ Περγάμου χριστιανός ιατρός Αντύπας και ιδίως ο Άγιος Κοσμάς ως παθολόγος και ο Άγιος Δαμιανός ως χειρουργός, αμφότεροι κληθέντες ανάργυροι, διά την αδιαλείπτως δωρεάν ίασιν των πασχόντων, καταγόμενοι εξ Αιγών της Λυκίας.

Κατά τον τρίτον μετά Χριστόν αιώνα διέλαμψεν ο Άγιος Παντελεήμων εκ Νικομηδείας, λίαν έμπειρος εις την θεραπευτικήν αντιμετώπισιν των παθήσεων των οφθαλμών, μαρτυρικώς τελειωθείς διά την δόξαν του Κυρίου. Κατά τον αυτόν αιώνα ετελειώθη επί του σταυρού εν έτει 284ῳ, ο ιατρός Άγιος Ιουλιανός και ο εκ Κιλικίας θαυματουργός Ιατρός και μάρτυς Θαλλέλαιος.

Κατά τας αρχάς του τετάρτου αιώνος διεκρίθη διά την βαθείαν επιστημονικήν του συγκρότησιν ο εκ Λαοδικίας επίσκοπος Θεόδοτος περί του οποίου ο Ευστάθιος ο Καισαρείας αναφέρει ότι «Ιατρικής μεν σωμάτων απεφέρετο τα πρώτα της Επιστήμης, ψυχών δε θεραπευτικής οίος ουδέ άλλος ανθρώπων ετύγχανεν»
[«Στην ιατρική των σωμάτων κατείχε τα πρωτεία της επιστήμης, ενώ στη θεραπευτική των ψυχών ήταν τέτοιος που κανένας άλλος άνθρωπος δεν υπήρξε όμοιός του].
Κατά τον αυτόν αιώνα βαθείαν επιστημονικήν συγκρότησιν εις τον χώρον της Ιατρικής, παραλλήλως προς την ευρυτάτην και βαθείαν συγκρότησιν εις όλα τα πεδία του επιστητού, εκέκτητο ο Μέγας Βασίλειος, επίσκοπος Καισαρείας, ο οποίος εις τα πλαίσια της εφηρμοσμένης κλινικής ιατρικής ίδρυσεν την παρά την Καισάρειαν πλήρη νοσοκομειακήν μονάδα εις την γνωστήν «Βασιλειάδα».

Εις τα ψυχικά κυρίως νοσήματα ιδιαίτεραν εμπειρίαν έσχεν ο εκ Ταρσού καταγόμενος Ιατρός άγιος Διομήδης και ο ιερεύς Ζηνόβιος, ζήσας έναν αιώνα πρότερον και μαρτυρήσας κατά τους διωγμούς επί Διοκλητιανού.

Εις τον χώρον της Ψυχιατρικής και της Φιλοσοφίας διέπρεψεν αργότερα κατά τον έβδομον αιώνα ο εξ Αλεξανδρείας καταγόμενος ιερεύς και φιλόσοφος Ααρών, ο οποίος εδίδασκεν την Ιατρικήν επιστήμην παραλλήλως προς την φιλοσοφίαν.

Ιδιαιτέραν αξίαν έχει κατά τους Βυζαντινούς χρόνους η οργάνωσις της νοσηλείας των ασθενών, η οποία εγένετο εντός αρτίων νοσοκομειακών μονάδων, των καλουμένων ξενώνων, εντός των οποίων εξειδικευμένοι εις τας επί μέρους παθήσεις ιατροί προσέφεραν κατά κανόνα αφιλοκερδώς τας υπηρεσίας των, ενώ εκ παραλλήλου ιερείς επελαμβάνοντο των πνευματικών αναγκών των πασχόντων.

Εις εκ των αρτιοτέρων ξενώνων ήτο ο εν Θεσσαλονίκη ιδρυθείς το 850 μ.Χ., ο οποίος ενισχύθη υπό του αυτοκράτορος Θεοφίλου διά πλουσίων δωρεών και χορηγήσεων τη προτροπή του φιλοσόφου και πανεπιστήμονος Λέοντος, όστις εγένετο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.

Επί της εποχής του Μητροπολίτου Ευσταθίου κατά την κατάληψιν της Θεσσαλονίκης υπό των Νορμανδών, ο εν λόγω ξενών εγένετο κατ’ αρχάς μεν καταφύγιον των Θεσσαλονικέων, αργότερα δε εγκατελείφθη πλήρως, λόγω της εν αυτώ ανηλεούς σφαγής των καταφυγόντων.

Η περιγραφή του αγίου Ευσταθίου εκφράζει πλήρως το δράμα των νοσηλευομένων ασθενών κατά την κατάληψιν της πόλεως. «Τον γουν εκκλησιαστικόν ξενώνα εισδραμόντες οι δεινοί και κατά σκιών ανδρίζεσθαι, πρώτον εις αυτούς απησχόλησαν τα ξίφη μετά δε κενόν το παν αφήκαν, ων εντός έστεγε των τε προς ιατρείαν και οις οι τληπαθείς εσκέποντο. Και νυν το τοιούτον καλόν ουκ έχει τινά ξεναγωγείν.

Άλλοι προς νοσοκομίαν απονεύοντες ερχόμενοι και το κένωμα βλέποντες, και το προς υγείαν βοήθημα, ωσεί και θανάτου καταγώγιον, αποτροπιαζόμενοι, τύπτοντες τας αυτών κεφαλάς και οιμώζοντες ως επιτελεύτια, επιστρέφουσι οίκαδε και κείνται, θανάτῳ επιτρέψαντες εαυτούς»
[«Αφού λοιπόν εισέβαλαν στον εκκλησιαστικό ξενώνα (νοσοκομείο) εκείνοι οι δεινοί πολεμιστές, που ξέρουν να δείχνουν την ανδρεία τους ακόμη και απέναντι σε ανίσχυρους [σκιές του εαυτού τους], άρχισαν να χρησιμοποιούν τα σπαθιά τους πρώτα πάνω στους ασθενείς. Έπειτα, άφησαν το κτίριο εντελώς άδειο από όλα όσα υπήρχαν μέσα, τόσο από τα ιατρικά εργαλεία όσο και από τα κλινοσκεπάσματα με τα οποία καλύπτονταν οι δυστυχισμένοι πάσχοντες.

Και τώρα, αυτό το λαμπρό ίδρυμα δεν έχει πια τη δυνατότητα να φιλοξενήσει κανέναν ξένο ή άρρωστο. Άλλοι πάλι, που έρχονται αναζητώντας νοσηλεία και βλέπουν την ερήμωση, αντιλαμβάνονται ότι αυτό που άλλοτε ήταν βοήθημα για την υγεία έχει γίνει πλέον σαν καταφύγιο θανάτου. Αποστρέφονται το μέρος με φρίκη, χτυπούν τα κεφάλια τους και θρηνούν σαν να είναι η τελευταία τους στιγμή· επιστρέφουν στα σπίτια τους και μένουν εκεί κατάκοιτοι, αφήνοντας πλέον τον εαυτό τους στην τύχη του θανάτου»].

Εις την Κωνσταντινούπολιν διεκρίνετο διά την οργάνωσιν και την ευρείαν προσφοράν του ο «Ξενών της Μονής του Παντοκράτορος», ο οποίος εθεωρείτο ο μεγαλύτερος και τελειότερος της εποχής του, παγκοσμίως. Ούτος ανηγέρθη το 1136 υπό της βασιλίσσης Ειρήνης, συζύγου του αυτοκράτορος Ιωάννου του Β΄ του Κομνηνού και εις την περίοδον της ακμής του ελειτούργει διά της προσφοράς υπηρεσιών υπό 53 ιατρών όλων των ειδικοτήτων.

Το εν λόγω νοσοκομείον είχεν αρτίως ωργανωμένον εξωτερικόν ιατρείον, εις το οποίο ηργάζοντο 16 Ιατροί προσφέροντες τας γνώσεις και την εμπειρίαν των εις τους πολυαρίθμους περιπατητικούς ασθενείς, οι οποίοι καθημερινώς προσέτρεχον. Το νοσοκομείον εκάλυπτεν τας πνευματικάς ανάγκας των ασθενών διά της παρουσίας πολλών ιερέων, οι οποίοι παρείχον πλουσίαν ψυχικήν και πνευματικήν υποστήριξιν εις τους πάσχοντας.

Εκ παραλλήλου κοινωνικοί λειτουργοί επελαμβάνοντο των κοινωνικών και οικονομικών αναγκών των απόρων ασθενών.

Γνωστή διά τας ιατρικάς γνώσεις της ήτο κατά την εποχήν ταύτην η Άννα Κομνηνή, η οποία προήδρευεν πολλάκις και του ιατρικού συνεδρίου. Εις τον ασθενούντα πατέρα της ηδύνατο διά της ψηλαφήσεως του σφυγμού να κρίνη την εκάστοτε κατάστασιν της υγείας του και να διαγνώση την επισυμβαίνουσαν επιδείνωσιν αυτού.

Εκ των διαλαμψάντων κατά τα έτη του Βυζαντίου ιατρών οι πλέον γνωστοί είναι: Ο Αέτιος ο Αμιδινός, καταγόμενος εκ της Μεσοποταμίας σπουδάσας την ιατρικήν εις την Αλεξάνδρειαν, ασκήσας δε αυτήν κυρίως εις την Κωνσταντινούπολιν, ένθα εγένετο αρχίατρος του αυτοκράτορος Ιουστινιανού. Συνέγραψεν ιατρικόν εγχειρίδιον εις τέσσαρας τόμους την καλουμένην «Τετράβιβλον», εις το οποίο συνεκέντρωσεν όλας τας ιατρικάς γνώσεις της εποχής του. Εις το «Περί των εν τη μήτρα παθών» βιβλίον του περιέγραψεν την αμφίχειρον ψηλάφησιν της μήτρας, ως την πλέον αντικειμενικήν κλινικήν εξέτασιν εις τον χώρον των εν λόγω παθήσεων.

Ο Αλέξανδρος ο Τραλλιανός, αδελφός του αρχιτέκτονος Ανθεμίου, θεωρούμενος εις εκ των μεγαλυτέρων ιατρών της εποχής του, συνέγραψεν λίαν εκτενές έργον την καλουμένην «Δωδεκάβιβλον» ή «Βιβλία ιατρικά δύο καίδεκα», εις το οποίο περιλαμβάνονται γνώσεις αναφερόμεναι εις όλα τα πεδία της ιατρικής επιστήμης. Το έργον τούτο περιγράφει τας ασθενείας κατά χώρας του ανθρωπίνου σώματος και δίδει ιδιαίτεραν βαρύτητα εις τας μεθόδους θεραπείας.

Συνέχεια εδώ: https://agiatheodora.gr/?p=11853&preview=true

Από το βιβλίο της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, «Άγιος Ευστάθιος, Πρακτικά Θεολογικού συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών Ευσταθίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (7-9 Νοεμβρίου 1988), Θεσσαλονίκη.

Επιμέλεια: Στ.Κ.

Κύλιση στην κορυφή