
Παναγιώτης Χρήστου
Καθηγητής πανεπιστημίου
Η εκκλησία Θεσσαλονίκης κατά την εισβολή των Νορμανδών
Ο ίδιος ο Ευστάθιος υποβλήθηκε σε φοβερές ταλαιπωρίες [κατά τη διάρκεια της άλωσης και κατοχής της Θεσσαλονίκης] που του προσέδωσαν τον χαρακτήρα του ομολογητού. Αφού στην αρχή της πολιορκίας κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να επηρεάση τον διοικητή Δαβίδ σε μια αποτελεσματικώτερη αντιμετώπιση των επιδρομέων και να εμψυχώση τα πλήθη, είχε ετοιμασθή, σε περίπτωση που οι Νορμανδοί θα εισπηδούσαν στην πόλη, ν’ αποσυρθή στην ακρόπολη, όπου ήλπιζε ότι θα συνεχιζόταν η άμυνα.
Ετοίμασε λοιπόν τα απαραίτητα για τη συντήρηση τη δική του και των συνοδών του. Όταν όμως, εξ αιτίας απροσέκτων ενεργειών του διοικητού της πόλεως και των οργάνων του, η δεξαμενή της ακροπόλεως καταστράφηκε, κι’ έπειτα από αυτό ήταν αδύνατη η έγκλειση του στρατεύματος και των πολιτών στην ακρόπολη, αφού δεν θα υπήρχε νερό, τότε και ο Ευστάθιος παραιτήθηκε από αυτό το σχέδιο και διένειμε τα εφόδια.
Για μια στιγμή σκέφθηκε να αποχωρήσει από την πόλη, όπως με ταπείνωση ομολογεί αλλά αισθάνθηκε τη θύρα της θελήσεώς του κλειστή για τη φυγή, βλέποντας τους εγκαταλελειμμένους πολίτες.
Επίσης ο Ευστάθιος παραιτήθηκε από τη σκέψη να καταφύγει στο ναό του Μυροβλήτου ή σε οποιονδήποτε άλλον ναό, διότι σε τέτοιες περιπτώσεις όλοι αναζητούν καταφύγιο στους ναούς κι έτσι παρατηρείται εκεί αφόρητος συνωστισμός, που ακόμη και θανάτους προκαλεί.
Αποφάσισε λοιπόν έτσι να παραμείνει στον οίκο, ο οποίος κατά την παράδοση είχε «θεραπεύσει», είχε υπηρετήσει, τον άγιο, όταν αυτός εζούσε, που σημαίνει ότι ήταν η κατοικία του Δημητρίου. Αφού είδε και έπαθε εκεί πολλά δεινά, συνελήφθηκε τέλος αιχμάλωτος και οδηγήθηκε ανάμεσα σε σωρούς εκτελεσθέντων πολιτών από βαρβάρους πολεμιστές, που είχαν σε όλη τη διαδρομή προτεταμένα τα ξίφη, με ύβρεις και κτυπήματα στο πολιτικό ιπποδρόμιο, που ευρισκόταν στο σημείο που και σήμερα φέρει αυτό το όνομα [πλατεία Ιπποδρομίου].
Στο ιπποδρόμιο τον παρέλαβε ο αρχιπειρατής Σίφαντος που ευρισκόταν στην υπηρεσία των Νορμανδών τότε, με ανταλλάγματα φυσικά την αποκόμιση λείας και την σύλληψη αιχμαλώτων. Είναι φανερό ότι ο χώρος όπου ήταν η κατοικία του Ευσταθίου δεν ήταν πολύ μακριά από το ιπποδρόμιο και ότι επίσης οι άνδρες που τον συνέλαβαν ανήκαν στις συμμορίες του Σιφάντου.
Ο πειρατής τον οδήγησε στο πλοίο του, που δεν ήταν πολύ μακριά και του εζήτησε ως λύτρα 4.000 χρυσά νομίσματα, ισχυριζόμενος ότι κατά τους υπολογισμούς του ο Ευστάθιος έπρεπε να έχει ετήσια έσοδα 10.000 χρυσών νομισμάτων.
Βέβαια οι υπολογισμοί του πειρατή στηρίζονταν στα συμβαίνοντα στη Δύση, όπου οι αρχιεπίσκοποι είχαν φέουδα, από τα οποία εισέπρατταν υπέρογκα ποσά. Αν η πληροφορία περί των 10.000 χρυσών προερχόταν από εντοπίους, τότε κατά το ένα μέρος ήταν υπερβολική και κατά το άλλο αναφερόταν σε έσοδα της μητροπόλεως γενικά και όχι προσωπικά του Ευσταθίου.
Κι όπως είδαμε, η Εκκλησία Θεσσαλονίκης συντηρούσε ολόκληρο νοσοκομείο, που πιθανώς θα ήταν και το μοναδικό τότε στην πόλη, πλην άλλων μικρότερας σημασίας φιλανθρωπικών ιδρυμάτων.
Αποδείχθηκε πολύ σύντομα ότι ο Ευστάθιος προσωπικά ήταν πολύ πτωχός και δεν μπορούσε να πληρώσει τίποτε απολύτως για λύτρα.
Έπειτα από σειρά διαβουλεύσεων μεταξύ αξιωματικών των βαρβαρικών στρατευμάτων, των οποίων το χαρακτήρα δεν φαίνεται να αντιλήφθηκε ο Ευστάθιος, οδηγήθηκε στους κόμητες, τους στρατηγούς, που ήσαν και ηγέτες του εκστρατευτικού σώματος των Νορμανδών.
Και αυτοί τελικά έδωσαν την εντολή να αφεθεί ελεύθερος χωρίς λύτρα. Όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, ο ένας από τους κόμητες, ο Αλδουίνος, έτρεφε συμπάθεια προς τον ελληνικό πληθυσμό και την ορθόδοξη Εκκλησία.
Ο Ευστάθιος έπειτα από αυτή την περιπέτεια επέστρεψε στον οίκο του αγίου, τον οποίο ευρήκε γεμάτον από Λατίνους πολεμιστές και άλλα πρόσωπα και στον άνω και στον κάτω όροφο. Εγκαταστάθηκε, λοιπόν στον κήπο, όπου υπήρχε ένα μικρό λουτρό κι έμεινε εκεί με συνεχή στέρηση των αναγκαίων, έως ότου ελευθερώθηκε η πόλις στις 10 Νοεμβρίου 1185.
Αυτός ο οίκος του αγίου ήταν η μητρόπολις, δηλαδή τα γραφεία και η κατοικία του μητροπολίτου, που φυσικά πρέπει να ήταν πολύ κοντά στον καθεδρικό ναό.
Ποιος όμως ναός ήταν τότε καθεδρικός αμφιλέγεται. Για πολύν καιρό επικρατούσε η γνώμη ότι μητρόπολις της Θεσσαλονίκης ήταν ανέκαθεν η Αγία Σοφία έως την ώρα που καταπατήθηκε από τους Τούρκους και μετατράπηκε σε τέμενος, το 1525.
Ο Γ. Θεοχαρίδης όμως διετύπωσε την άποψη ότι κατά την εποχή που μας ενδιαφέρει μητρόπολις της Θεσσαλονίκης ήταν ο ναός Ασωμάτων, η Ροτόντα. Επειδή οι ιστορικές τοπογραφικές έρευνες του Θεοχαρίδη για τη Θεσσαλονίκη είναι γενικώς καλά κατοχυρωμένες, έγιναν δεκτές χωρίς πολλές αντιρρήσεις, μαζί δε με αυτές έγινε δεκτή και η άποψή του για το ναό Ασωμάτων ως μητρόπολη.
Σ’ αυτήν την περίπτωση όμως ο ερευνητής δεν παρουσιάζει αποδεικτικά στοιχεία, αλλά απλούς υπολογισμούς και ισχυρισμούς.
Πράγματι, όπως βεβαιώνει ο Leake, οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης αποκαλούσαν κατά την εποχή του τη Ροτόντα παλαιά μητρόπολη και οι Τούρκοι Eski Metropoli [παλαιά μητρόπολη]. Επομένως η Ροτόντα πρέπει να διετέλεσε κάποτε μητρόπολις. Πότε διετέλεσε, λέγει ο S. Gerlach, όταν διηγείται ότι ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, προφανώς ο Ιωάσαφ Αργυρόπουλος, τον οποίο συνάντησε στην Κωνσταντινούπολη το 1576, τον επληροφόρησε ότι είχε την έδρα του στην Εκκλησία των Αγίων Αγγέλων.
Επειδή όμως ο γραμματεύς της Βενετικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη σημειώνει στο Ημερολόγιό του ότι κατά την διάβασή του από τη Θεσσαλονίκη, τον Μάιο του 1591, επισκέφθηκε πρώτα την Εκκλησία των Αγγέλων, και προσθέτει ότι αυτή η εκκλησία είχε μετατραπεί σε τέμενος πριν από επτά μήνες, δηλαδή τον Οκτώβριο του 1590, χωρίς να αναφέρει ότι αυτή ήταν έως τότε μητρόπολις, ο Θεοχαρίδης δεν αποδέχεται ότι ο ναός Ασωμάτων κατέστη μητρόπολις μετά την από τους Τούρκους κατάληψη του ναού της Αγίας Σοφίας, το 1525.
Δηλαδή θεωρεί ότι η σιωπή του Βενετού διπλωμάτη έχει μεγαλύτερη ισχύ από την ρητή μαρτυρία του Gerlach. Έτσι πιστεύει ότι η Ροτόντα υπήρξε μεν κάποτε μητρόπολις, αλλά πολύ παλαιότερα.
Συνεχίζεται
Η μνήμη του Αγίου Ευσταθίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τιμάται στις 20 Σεπτεμβρίου.
Από το βιβλίο της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, «Άγιος Ευστάθιος, Πρακτικά Θεολογικού συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών Ευσταθίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (7-9 Νοεμβρίου 1988)», Θεσσαλονίκη.
