
Παναγιώτης Χρήστου
Καθηγητής πανεπιστημίου
Η εκκλησία Θεσσαλονίκης κατά την εισβολή των Νορμανδών
Η πόλις καταπατήθηκε από τους πολιορκητές έπειτα από πολιορκία εννέα ημερών, στις 24 Αυγούστου 1185, αφού εδημιουργήθηκε ρήγμα στον πύργο του Χαμαιδράκοντος, που ευρισκόταν πίσω από το ναό των Ασωμάτων.
Πολλοί από τους υπερασπιστές της εγκατέλειψαν την πόλη, αφού άλλωστε δεν ήταν δυνατό να την σώσουν πλέον. Έμειναν όμως και πολλοί. Κι’ εδώ ευρίσκουμε ένα στοιχείο για κάποιον άλλο θεσμό.
Πράγματι ανάμεσα σ’ αυτούς που έμειναν διέπρεψε με τη γενναιότητά του ο Βολέας, που ήταν «των της εκκλησιαστικής ξυνοικίας». Και σ’ αυτή την περίπτωση δεν είναι εύκολο να ορίσουμε τον χαρακτήρα του όρου. Ξυνοικία εκκλησιαστική μπορεί να σημαίνει συνοικία ανήκουσα στην Εκκλησία όπου έμεναν πτωχοί, ξενώνα, εκκλησιαστική κοινότητα.
Ό,τι και αν είναι, ο Βολέας αυτός πολεμώντας μόνος του κατώρθωσε να φονεύση τριάντα εισβολείς με αξίνα και άλλα μέσα πριν φονευθή ο ίδιος. Αν η κοινότης ήταν μοναστική, ο Βολέας, σαν σκληρός πολεμιστής δεν θα μπορούσε να είναι ο ίδιος μοναχός. Θα ήταν ίσως κάποιος φύλακας της κοινότητος, του ξενώνος ή της συνοικίας.
Οι βάρβαροι, που εισέβαλαν από το ρήγμα, άνοιξαν τις ανατολικές πύλες και από αυτές ξεχύθηκαν τα στίφη των πολιορκητών κι επλημμύρισαν την πόλη. Οι βανδαλισμοί και οι λεηλασίες περιγράφονται με εναργέστατο τρόπο από τον Ευστάθιο.
Περιτρέχοντας στην πόλη εθέριζαν σαν στάχυα τον ελληνικό πληθυσμό και απέθεταν τους νεκρούς σε σωρούς στις άκρες των δρόμων. Επτά χιλιάδες ήταν οι νεκροί Θεσσαλονικείς από τις κινήσεις αυτές των μαινομένων εισβολέων. Τα σπίτια επιτάχθηκαν και τα τρόφιμα αρπάχθηκαν, ώστε όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της πόλεως έμειναν άστεγοι και πειναλέοι.
Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και πολυάριθμοι κληρικοί και μοναχοί, που κατακόπηκαν, άλλοι μέσα στα ιερά και άλλοι έξω απ’ αυτά, όπου ετύχαινε να ευρεθούν. Γυναίκες, έγγαμες, άγαμες και νύμφες του Χριστού, εβιάσθηκαν αλύπητα από τους βαρβάρους εισβολείς.
Από την περιγραφή του Ευσταθίου εύκολα συνάγουμε το συμπέρασμα ότι η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης διέθετε ένα καλώς οργανωμένο νοσοκομείο, το καλύτερο της πόλεως. Οι βάρβαροι εισώρμησαν σ’ αυτό ακάθεκτοι και δεν άφησαν τίποτε μέσα.
Αφού πρώτα εφόνευσαν με ξίφη όλους τους τροφίμους, τους γηροκομουμένους γέροντες, τους παραλύτους, και τους βαριά ασθενείς, αφήρεσαν έπειτα και όλα τα όργανα, τα σκεύη και τα σκεπάσματα. Όσοι ετύχαινε έπειτα να ασθενήσουν και να επισκεφθούν για περίθαλψη το νοσοκομείο, βλέποντάς το γυμνό, σαν καταγώγιο του θανάτου, επέστρεφαν στα σπίτια τους, εξάπλωναν εκεί απέλπιδες και παραδίδονταν στο θάνατο.
Εισβάλλοντας στους ναούς, κατέρριπταν τις εικόνες, ξέσχιζαν όσες από αυτές δεν είχαν επάνω τους επενδεδυμένα πολύτιμα υλικά, ενώ εξεγύμνωναν από τα πολύτιμα στολίδια τους τις άλλες που τις ετραυμάτιζαν χωρίς δισταγμό. Παρουσιάσθηκε το φαινόμενο ακόμη και να ουρούν οι βάρβαροι επάνω στην αγία Τράπεζα.
Εσύλησαν τον τάφο ο οποίος ευρισκόταν σε περίβλεπτο μέρος του αγίου Δημητρίου. Αφού πρώτα έκοψαν τα κοσμήματα που υπήρχαν γύρω του με πελέκεις, αφήρεσαν έπειτα τον χρυσό στέφανο, που ευρισκόταν επάνω στο κεφάλι, καθώς και τον άλλο στέφανο, που ήταν στα πόδια, για να γλυτώσουν ίσως από την ταχύτητα της εκδικήσεώς του, όπως τους ειρωνεύεται ο Ευστάθιος.
Οι ιερόσυλοι θα ολοκλήρωναν το έργο της καταστροφής μέσα στο ναό του αγίου Δημητρίου, αν δεν συνέβαινε ένα απροσδόκητο γεγονός, που προεκάλεσε το Θείον, οδηγώντας τους εντίμους των βαρβάρων στον τερματισμό του κακού.
Ένας από τους άνδρες του βασιλέως της Σικελίας, που είχε το αξίωμα του εμίρη, του τοπάρχη, ταχύς και θερμός στις ενέργειές του, εισέβαλε στο ναό του Μυροβλύτη έφιππος μαζί με μερικούς ακολουθούς του. Πολλοί ενόμισαν ότι είχε σκοπό να επιδείξη καταφρόνηση προς τα ιερά, όπως κάποιος άλλος υβριστής που είχε εισβάλλει έφιππος στη μητρόπολη και τελικά καταπατήθηκε με τον ίππο του.
Αλλά ο Σικελός εμίρης εχρησιμοποίησε τη δύναμή του εναντίον των βαρβάρων συμπολεμιστών του με τη βοήθεια ενός σιδερένιου ροπάλου, εμπόδισε πολλούς φόνους και απογυμνώσεις ανδρών και γυναικών μέσα στο ναό και απεμάκρυνε τους ιεροσύλους από τον τάφο του αγίου.
Ο ίδιος ο Ευστάθιος υποβλήθηκε σε φοβερές ταλαιπωρίες που του προσέδωσαν τον χαρακτήρα του ομολογητού. Αφού στην αρχή της πολιορκίας κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να επηρεάση τον διοικητή Δαβίδ σε μια αποτελεσματικώτερη αντιμετώπιση των επιδρομέων και να εμψυχώση τα πλήθη, είχε ετοιμασθή, σε περίπτωση που οι Νορμανδοί θα εισπηδούσαν στην πόλη, ν’ αποσυρθή στην ακρόπολη, όπου ήλπιζε ότι θα συνεχιζόταν η άμυνα.
Ετοίμασε λοιπόν τα απαραίτητα για τη συντήρηση τη δική του και των συνοδών του. Όταν όμως, εξ αιτίας απροσέκτων ενεργειών του διοικητού της πόλεως και των οργάνων του, η δεξαμενή της ακροπόλεως καταστράφηκε, κι’ έπειτα από αυτό ήταν αδύνατη η έγκλειση του στρατεύματος και των πολιτών στην ακρόπολη, αφού δεν θα υπήρχε νερό, τότε και ο Ευστάθιος παραιτήθηκε από αυτό το σχέδιο και διένειμε τα εφόδια.
Συνεχίζεται
Η μνήμη του Αγίου Ευσταθίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τιμάται στις 20 Σεπτεμβρίου.
Από το βιβλίο της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, «Άγιος Ευστάθιος, Πρακτικά Θεολογικού συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών Ευσταθίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (7-9 Νοεμβρίου 1988)», Θεσσαλονίκη.
