
Από το βιβλίο του σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Βεροίας και Ναούσης, κ. Παντελεήμονος Καλπακίδη, «Μεθ’ ημών ο χαριτόβρυτος Δημήτριος, 25 χρόνια από την επανακομιδή των ιερών λειψάνων του Μεγαλομάρτυρος Αγίου Δημητρίου του Θεσσαλονικέως», Βέροια 2005.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που αντλούμε από το Μαρτύριο του αγίου Δημητρίου ο Άγιος θανατώθηκε διά λογχισμού μέσα στον χώρο του λουτρού, όπου ήταν φυλακισμένος. Το σώμα του παρέμεινε εκεί, όπου θανατώθηκε, και την ίδια ή την επόμενη νύκτα οι χριστιανοί το έθαψαν πρόχειρα μέσα στο λουτρό, καθώς δεν είχαν τη δυνατότητα να το μεταφέρουν εκτός του λουτρού.
«Οι των τότε αδελφών ευλαβέστεροι άνδρες … εν αυτοίς οις έρριπτο χώμασι διαμησάμενοι της γης, όσον τε οίον τε ην, έκρυψαν».
Στο χώρο αυτό, μέσα στο ρωμαϊκό λουτρό, οι χριστιανοί της Θεσσαλονίκης ανήγειραν μετά το τέλος των διωγμών «οικίσκον» στον οποίο τιμούσαν τον μάρτυρα.
Η θαυματουργική ίαση του επάρχου του Ιλλυρικού Λεοντίου τον οδήγησε το 412 να ιδρύσει στη θέση του «οικίσκου» μία μεγαλοπρεπή Βασιλική προς τιμήν του αγίου Δημητρίου. Αν και δεν έχουμε πληροφορίες για τη θέση του μαρτυρικού λειψάνου στη βασιλική αυτή, γνωρίζουμε από το Συναξάριο της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως ότι όταν ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, θέλοντας να καθαγιάσει τον ναό της αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, προσπαθούσε να συγκεντρώσει μαρτυρικά λείψανα, ζήτησε και από τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης να του στείλει τμήμα του λειψάνου του αγίου Δημητρίου.
Ο αρχιεπίσκοπος έδωσε εντολή να γίνει εκσκαφή στο σημείο όπου «υπό γην έκειτο το πανάγιον λείψανον», αλλά η εκσκαφή σταμάτησε καθώς από το όρυγμα βγήκε φωτιά και ακούσθηκε φωνή που τους καλούσε να σταματήσουν την προσπάθεια. Η φωνή που έλεγε «παύσατε περαιτέρω πειράζοντες» θεωρήθηκε ως η φωνή του Αγίου και ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης έστειλε στον αυτοκράτορα μόνο χώμα από τον τάφο του αγίου Δημητρίου.
Το περιστατικό αυτό αναφέρεται και από τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Ιωάννη, ο οποίος κατέγραψε στις αρχές του 7ου αιώνος τα θαύματα του αγίου Δημητρίου. Σύμφωνα με τον αρχιεπίσκοπο Ιωάννη, όταν στο τέλος του 6ου αιώνος ο αυτοκράτορας Μαυρίκιος ζήτησε από τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Ευσέβιο τμήμα του ιερού λειψάνου του μάρτυρος, ο Ευσέβιος του απάντησε ότι δεν μπορεί να του στείλει παρά μόνο χώμα από τον τάφο του αγίου Δημητρίου χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα το περιστατικό που συνέβη επί Ιουστινιανού.
Από τις περιγραφές των θαυμάτων του αγίου Δημητρίου και από δύο ψηφιδωτές εικόνες του ναού γνωρίζουμε την ύπαρξη αργυρού Κιβωρίου, το οποίο εσωτερικά ήταν πιθανότατα κατασκευασμένο από ξύλο, γεγονός που δικαιολογεί τους εμπρησμούς που μαρτυρούνται στα θαύματα του αγίου Δημητρίου, και εξωτερικά ήταν επενδεδυμένο με φύλλα αργύρου που έφεραν ανάγλυφες παραστάσεις. Στην εποχή αυτή το Κιβώριο δεν φαίνεται να περιέχει όμως τα λείψανα του αγίου Δημητρίου.
Αναφορές στην προσκύνηση του λειψάνου του Αγίου γίνονται στις αρχές του 9ου αιώνος σε πολλά υμνογραφικά και αγιολογικά κείμενα, ενώ η αρχαιότερη σαφής μαρτυρία για το μύρο του αγίου Δημητρίου προέρχεται από τον ιστορικό Ιωάννη Σκυλίτζη, στα μέσα του 11ου αιώνος.
Έναν αιώνα περίπου αργότερα, το 1149, σύμφωνα με τη διήγηση του μοναχού Νοιασίου της μονής Παντοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α’ Κομνηνός ζήτησε να του στείλουν στην Κωνσταντινούπολη το κάλυμμα της σορού του αγίου Δημητρίου που βρισκόταν επάνω στον τάφο του και, σύμφωνα με τον Ανδρέα Ξυγγόπουλο, την εποχή εκείνη ήταν αργυρό και απεικόνιζε τον Άγιο όρθιο με εκτεταμένες παλάμες. Ο ίδιος ερευνητής υποστηρίζει ότι το κάλυμμα αυτό αντικαταστάθηκε αργότερα από άλλο που ήταν υφασμάτινο, κεντημένο με χρυσό και ασήμι.
Η αφήγηση του μοναχού Νικασίου, σύμφωνα με τον Άρ. Μέντζο, αποτελεί την Κωνσταντινουπολίτικη εκδοχή για το θαύμα που περιγράφει με διαφορετικό τρόπο γύρω στα 1300 τόσο ο χαρτοφύλακας της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης Ιωάννης Σταυράκιος όσο και ο λόγιος Κωνσταντίνος Ακροπολίτης.
Οι δύο συγγραφείς αναφέρουν ότι στις αρχές της βασιλείας του Μανουήλ ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να του ετοιμάσουν μία λαμπρή βασιλική αλουργίδα, πιο λαμπρή από κάθε άλλη, για την εορτή του Πάσχα. Κατά τη διάρκεια όμως της νύκτας και ενώ ο αυτοκρατορικός αξιωματούχος την είχε ετοιμάσει για να τη φορέσει ο αυτοκράτορας την επόμενη ημέρα, η εσθήτα εξαφανίσθηκε και βρέθηκε να κοσμεί τη σορό του αγίου Δημητρίου.
Το Κιβώριο του Αγίου, στο οποίο φαίνεται ότι είχαν μεταφερθεί τα λείψανα του Αγίου, καταστράφηκε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ευσταθίου Θεσσαλονίκης κατά την κατάληψη της πόλεως από τους Νορμανδούς το 1185, αλλά αντικαταστάθηκε από άλλο, μαρμάρινο αυτή τη φορά. Τμήμα της βάσεως αυτού του Κιβωρίου βρέθηκε από τον Γ. Σωτηρίου κατά τις ανασκαφές μετά την πυρκαγιά του 1917.
Πότε ακριβώς το λείψανο του αγίου Δημητρίου απομακρύνθηκε από τον ναό δεν είναι γνωστό. Είναι όμως πολύ πιθανό να αφαιρέθηκε από τους Λατίνους σταυροφόρους κατά τη διάρκεια της κατοχής της πόλεως μεταξύ των ετών 1204-1223. Η υπόθεση αυτή στηρίζεται τόσο στο γεγονός ότι οι Λατίνοι απομάκρυναν δεκάδες λείψανα αγίων από τους ναούς της βυζαντινής αυτοκρατορίας όσο και από τα δεδομένα που σχετίζονται με την ανεύρεση του ιερού λειψάνου του αγίου Δημητρίου.
Το San Lorenzo in Campo, όπου βρέθηκαν τα λείψανα του Αγίου, είναι μία κωμόπολη στην επαρχία του Pesaro, κοντά στην Ανκόνα, βρίσκεται στον δρόμο που συνδέει τη Θεσσαλονίκη με την πατρίδα του βασιλικού οίκου που κυβερνούσε την πόλη στις αρχές του 13ου αιώνος. Έτσι είναι πιθανό ότι το λείψανο του αγίου Δημητρίου, όπως και αυτό του οσίου Δαβίδ που βρέθηκε στην Παβία, στάλθηκε από τους Λατίνους στην πατρίδα τους, αλλά παρέμεινε για άγνωστους λόγους στην Ιταλία.
Το λείψανο του αγίου Δημητρίου τοποθετήθηκε στο Αββαείο της πόλεως του San Lorenzo in Campo. Το Αββαείο είχε ιδρυθεί γύρω στον 10ο αιώνα αλλά κατά τη διάρκεια των αιώνων υπέστη πολλές μετατροπές, που είχαν ως συνέπεια να λησμονηθεί η ύπαρξη του αγίου λειψάνου.
Σύμφωνα με το αρχείο του Αββαείου το ιερό λείψανο αποκαλύφθηκε θαυματουργικά στις 20 Ιουνίου του 1520, όταν κατά τη διάρκεια της θείας Λειτουργίας οι πιστοί άκουαν θορύβους που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν. Μετά από έρευνες που έγιναν με πρωτοβουλία του επισκόπου Marco Vigerio, στη δικαιοδοσία του οποίου ανήκε η μονή, αποκαλύφθηκε κάτω από την κεντρική αγία Τράπεζα, κτισμένη μέσα στον τοίχο, ξύλινη ερυθρόχρωμη λάρνακα που περιείχε ιερά λείψανα. Μέσα στη λάρνακα βρισκόταν μία μολύβδινη πλάκα με την επιγραφή «hic requiescit corpus sancti Demetrii» (εδώ αναπαύεται το σώμα του αγίου Δημητρίου).
Η αποκάλυψη αυτή αναθέρμανε τη λατρεία του αγίου Δημητρίου στο San Lorenzo in Campo. Οι μοναχοί του Αββαείου παρήγγειλαν με την ευκαιρία αυτή στον ζωγράφο Agapiti του Sassoferrato ένα ζωγραφικό πίνακα, που ολοκληρώθηκε το έτος 1530 και σώζεται μέχρι σήμερα. Ο πίνακας παρουσιάζει την Παναγία ένθρονη και βρεφοκρατούσα να προσφέρει στους παριστάμενους δεξιά και αριστερά της μάρτυρες Δημήτριο και Λαυρέντιο, πολιούχο της μικρής πόλης, τον στέφανο του μαρτυρίου.
Συνεχίζεται
Επιμέλεια: Στ.Κ.
