
Ιωάννης Φουντούλης
Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Νικόλαος Καβάσιλας ο Μυσταγωγός
Στην αναζήτηση της συμβολικής εννοίας των λειτουργικών τύπων ο Καβάσιλας δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη πρωτοτυπία. Ακολουθεί τους προηγουμένους υπομνηματιστές και ιδίως τον Ανδίδων. Είναι όμως εκλεκτικός. Η επιλογή των ερμηνειών γίνεται από την πλούσια φαρέτρα της παραδόσεως, χωρίς όμως ποτέ να λησμονεί τη δική του κεντρική γραμμή.
Αναζυμώνει όλα με το δικό του φύραμα και δίνει μια στιβαρή και ενιαία θεολογική σύνθεση, ανάλογη με την υψηλή στάθμη της θεολογικής του δεινότητας. Και στον Καβάσιλα το σύμβολο έχει την τετραπλή παραδοσιακή του διάσταση: «Ανακαλεί τις προτυπώσεις της Παλαιάς Διαθήκης, αναπαριστά τη σωτηριώδη οικονομία του Χριστού, σημαίνει την ενέργεια του Θεού μέσα στην Εκκλησία και μέσα στις ψυχές, προαναγγέλλει την εσχατολογική πληρότητα»⁴².
Γίνεται όμως πιο σωτηριολογικό, πιο ανθρωπολογικό και, θα μπορούσαμε να πούμε, πιο λογικό. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι απαραίτητο για την επεξήγηση των ανωτέρω. Αυτό θα το αντλήσουμε από την πρώτη από τις δυο μικρές μυσταγωγικές πραγματείες του Καβάσιλα, για να μας δοθεί έτσι και η ευκαιρία να την παρουσιάσουμε.
Επιγράφεται «Εις την ιεράν στολήν» και αποτελείται από δυο μόλις σελίδες⁴³.
Στην «Ερμηνεία της θείας λειτουργίας» δεν πραγματεύεται για τα άμφια, όπως κάνουν άλλοι υπομνηματιστές (Γερμανός, ψευδο-Σωφρόνιος και αργότερα ο Συμεών). Το υστέρημα αυτό αναπληρώνει εν μέρει στο μικρό αυτό έργο του. Εν μέρει, γιατί ερμηνεύει μόνο το φελώνιο, το επιτραχήλιο, την ζώνη, το ωμοφόριο και το επιγονάτιο.
Στεκόμαστε μόνο στο επιτραχήλιο. Κατά το Νικόλαο [Καβάσιλα] σημαίνει «την επιχεομένην αυτώ (στον ιερέα) χάριν της ιερωσύνης… ήτις αναπαύεται εν τω τραχήλῳ τω δεξαμένῳ τον του Χριστού ζυγόν και διά του στήθους μέχρι των ποδών διήκει, την καρδίαν ημερούσα και παν το σώμα αγιάζουσα»⁴⁴
[«…η οποία [χάρη της ιερωσύνης] αναπαύεται στον τράχηλο που δέχθηκε τον ζυγό του Χριστού και διατρέχει διαμέσου του στήθους μέχρι τα πόδια, γαληνεύοντας την καρδιά και αγιάζοντας ολόκληρο το σώμα»].
Περισφίγγεται δε με τη ζώνη «τη επιμελεία των αρετών και τη κολάσει των σαρκικών επιθυμιών»⁴⁵
[«Με την επιμέλεια των αρετών και τη χαλιναγώγηση των σαρκικών επιθυμιών»].
Κατά την ερμηνεία του Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως το επιτραχήλιο είναι το «φακεώλιον» [σχοινί ή ύφασμα], με το οποίο έσυραν το Χριστό κατά το πάθος, το δεξιό του μέρος σημαίνει τον κάλαμο και το αριστερό τη «βασταγή του σταυρού επί των ώμων αυτού»⁴⁶ [«Το βάσταγμα του Σταυρού πάνω στους ώμους Του»].
Ο Καβάσιλας παραβλέπει τις ομολογουμένως υπερβολικές αυτές χριστολογικές αναγωγές. Χωρίς η ερμηνεία του να πάψει να είναι χριστοκεντρική (ζυγός του Χριστού), γίνεται ανθρωπολογική (καρδιά, σώμα, αρετές του ιερέως) και οπωσδήποτε πιο λογική.
Η κυριαρχία του λόγου, της λογικής, στην όλη πορεία της μυσταγωγικής εκθέσεως του Καβάσιλα είναι τόσο εμφανής και χαρακτηριστική, ώστε θα μπορούσαμε να την υπογραμμίσουμε σαν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ερμηνείας του.
Η σκέψη του είναι καθαρή και διαυγής. Η πορεία των νοημάτων ομαλή και αταλάντευτη. Το λεξιλόγιό του πλούσιο και σεμνό, χωρίς διακοσμητικούς φόρτους και βαρύγδουπες κενές από περιεχόμενο εκφράσεις. Όλα αυτά οφείλονται ασφαλώς στα προσωπικά του συγγραφικά χαρίσματα, αλλά και στην αρτία φιλοσοφική, γλωσσική και θεολογική κατάρτιση.
Είναι άνθρωπος, φαίνεται καθαρά από τα γραφόμενά του, μεγάλης «θύραθεν» παιδείας, «ανθρωπιστής» με την ειδική έννοια του όρου. Αν δεν είναι εύκολος στη κατανόηση, αυτό οφείλεται στην αττικίζουσα γλώσσα του και στην πυκνότητα και βαθύτητα των νοημάτων του.
Και σε κάτι άλλο ακόμα· τα έργα του δεν έχουν εκλαϊκευτική μορφή· δεν πέρασαν από το κήρυγμα ή τη διδασκαλία για να φθάσουν σε μια φιλολογική διακρισιακή διατύπωση. Γι’ αυτό και δε μπορούν, δεν είναι στη φύση τους, να διαβαστούν επιτροχάδην σαν ένα θελκτικό ανάγνωσμα.
Είναι φανερό πως τα αποσταγματοποίησε ένας ώριμος και σοφός κατά Θεόν και κατά κόσμον άνθρωπος σε ώρες ησυχίας, αποτυπώνοντας στο χαρτί και διηγούμενος με γεροντική ηρεμία όσα η προσωπική και μακρά πνευματική του μελέτη και εμπειρία του δίδαξε.
Ήδη είδαμε δυο παραδείγματα, που μαρτυρούν την κυριαρχία του λόγου στο θέμα του: την κεντρική κατευθυντήρια ιδέα του και την εκλεκτική χρήση της αλληγορίας.
Για το υπόμνημά του ισχύει απόλυτα εκείνο, που ο ίδιος εμφαντικά διατυπώνει για τη λειτουργία: «Και έστιν η πάσα μυσταγωγία καθάπερ τι σώμα εν ιστορίας, απ᾽ αρχής άχρι τέλους την συμφωνίαν και ολοκληρίαν φυλάττον, ώστε έκαστον των τελουμένων ή λεγομένων ιδίαν τινά συντέλειαν τη ολότητι παρέχειν»⁴⁷
[«Και ολόκληρη η μυσταγωγία είναι σαν ένα σώμα μέσα στην ιστορία, που διατηρεί τη συμφωνία και την ακεραιότητα από την αρχή ως το τέλος, ώστε κάθε τι από αυτά που τελούνται ή λέγονται να προσφέρει μια δική του ιδιαίτερη συντέλεια στο όλο»].
Αυτή η γερή λογική δομή χαρακτηρίζει και το έργο του.
Η λογική του τον οδηγεί και στην αναζήτηση και επισήμανση όχι μόνο της μυστικής εννοίας των ιερών πράξεων, αλλά και της πρακτικής τους αφετηρίας. Έτσι, «γίνεται μεν έκαστον της χρείας ένεκα της επισταμένης»⁴⁸ [«γίνεται μεν έκαστον της χρείας ένεκα της επισταμένης»], όπως η κοπή του άρτου κατά την προσκομιδή, η μεταφορά των δώρων στο θυσιαστήριο και η ανάγνωση των Γραφών⁴⁹.
Η πρακτική όμως σκοπιμότητα δεν εμποδίζει την απόδοση σ’ αυτά και χριστολογικής εννοίας: «σημαίνει δε και τι των του Χριστού έργων ή πράξεων ή παθών»⁵⁰ [«Σημαίνει όμως και κάποιο από τα έργα ή τις πράξεις ή τα πάθη του Χριστού»].
Η χριστολογική εξ άλλου αναφορά δεν αντιστρατεύεται προς την παράλληλη πνευματική αξιοποίηση του λειτουργικού τύπου: «Ουδέν κωλύει τούτο κακείνο δύνασθαι και τα αυτά τους τε πιστούς εις αρετήν ενάγειν και την του Χριστού οικονομίαν σημαίνειν»⁵¹
[«Τίποτε δεν εμποδίζει να μπορούν να κάνουν και το ένα και το άλλο, και τα ίδια να οδηγούν τους πιστούς στην αρετή και να σημαίνουν την οικονομία του Χριστού].
Το σύμβολο αποκτά, κατά τον τρόπο αυτόν, ευλυγισία και πλαστικότητα, συνδυάζοντας δόγμα και ήθος, χριστολογία και σωτηριολογία.
Και πάλι όμως, λογικά σκεπτόμενος, αναγνωρίζει την ύπαρξη τύπων χωρίς πρακτική σκοπιμότητα, γεννήματα καθαρά των συμβολισμών: «Εισί δε και των ενταύθα τελουμένων ένια χρείαν μεν ουδεμίαν πληρούντα, σημασίας δε τινος ένεκα μόνον τελούμενα, ως η του άρτου κέντησις και η εν αυτώ γραφή του σταυρού· και τούτο αυτόν τον κεντούντα σίδηρον εν είδος λόγχης είναι πεποιημένον, και το τελευταίον η εις τά άγια εμβολή του θερμού ύδατος»⁵²
[«Υπάρχουν δε και μερικά από τα τελούμενα εδώ, τα οποία δεν ικανοποιούν καμία χρηστική ανάγκη, αλλά γίνονται μόνο για χάρη κάποιας σημασίας· όπως το τρύπημα του άρτου και η χάραξη σε αυτόν του σταυρού, καθώς και το να έχει κατασκευαστεί το ίδιο το σίδερο που τον τρυπάει σε σχήμα λόγχης, και τέλος η προσθήκη του θερμού ύδατος στα Άγια].
Και αλλού: «Και πάντα όσα ποιεί (ο ιερεύς), τα μεν κατά χρείαν, τα δε επίτηδες εις την σημασίαν ταύτην βιάζεται και έστι τα γινόμενα τηνικαύτα των σωτηρίων παθών και του θανάτου πρακτική διήγησις»⁵³
[«Και όλα όσα κάνει, άλλα μεν τα στρέφει προς αυτή τη σημασία εξαιτίας της ανάγκης, άλλα δε επίτηδες, και τα γινόμενα τότε είναι πρακτική διήγηση των σωτηρίων παθών και του θανάτου»].
⁴² R. Bornert, *Les commentaires…*, σελ. 243.
⁴³ Έκδ. R. Bornert εις *Sources Chrétiennes* 4 bis, σελ. 364-366.
⁴⁴ § 2, σελ. 364.
⁴⁵ § 2, σελ. 364.
⁴⁶ *Ιστορία εκκλησιαστική…* PG 98, 393 C-D.
⁴⁷ ΙΖ΄ 4. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 98-100.
⁴⁸ Α΄ 9. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 38.
⁴⁹ Ε΄ 2. ΚΕ΄ 2. Α΄ 9. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 54, 130, 38.
⁵⁰ Α΄ 9. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 38.
⁵¹ Α΄ 9. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 38.
⁵² Α΄ 9. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 38-40.
⁵³ ΣΤ΄ 2. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 54.
Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τιμάται στις 20 Ιουνίου.
Απόσπασμα από τα «Πρακτικά Θεολογικού συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του σοφωτάτου και λογιωτάτου και τοις όλοις αγιωτάτου Οσίου πατρός ημών Νικολάου Καβάσιλα του και Χαμαετού». Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε προνοία του παναγιωτάτου μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος β’, (17-20 Ιουνίου 1982). Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης 1984.
