
Ιωάννης Φουντούλης
Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Νικόλαος Καβάσιλας ο Μυσταγωγός
Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/ioannis-fountoulis-agios-nikolaos-kavasilas-o-labros-pnevmatikos-syngrafeas-o-vathynoustatos-theologos-o-aristos-mystagogos/
Ανοικτό παραμένει το πρόβλημα της σχέσεως της μυσταγωγικής θεολογίας του Καβάσιλα προς τον ησυχασμό. Ρητώς δεν κάνει λόγο πουθενά, ούτε αναφέρεται στη νοερή αδιάλειπτη επίκληση του ονόματος του Ιησού ούτε στη θέα του ακτίστου φωτός.
Προσφιλείς όμως στους ησυχαστές φράσεις είναι κατάσπαρτες σ᾽ όλη τη μυσταγωγία του: η ειρηνική και εξομολογουμένη ψυχή, η «προς Θεόν παρρησία» και «παράθεσις», ο «ήρεμος και ησύχιος βίος», η «τήρησις της καρδίας», ο «υπό λήθης συλώμενος νους», η «κάθαρσις του νοός», η μελέτη της «δικαιοσύνης» του Θεού, οι «πρέποντες τοις μυστηρίοις λογισμοί», η «ακμάζουσα μνήμη» του Θεού και η «μεταμόρφωσις» του πιστού «’από δόξης εις δόξαν’ την απασών μεγίστην από της ελάττονος»⁶⁷.
Όλα αυτά και άλλα πολλά δεν είναι δυνατόν να είναι τυχαία, να οφείλονται μόνο στο κοινό βιβλικό και πατερικό υπόβαθρο. Ίσως ο Καβάσιλας, απευθυνόμενος προς λαϊκούς πιστούς και μάλιστα σε ανθρώπους που βρίσκονται σε υψηλή μορφωτική στάθμη (αυτό είναι σαφές σ’ όλη την έκθεσή του), θεληματικά τους προσανατολίζει προς μια πιο βατή και πιο κατάλληλη για μη μοναχούς ησυχαστική οδό.
Ζώντας στον «κόσμο» και καλλιεργώντας το πνευματικό κλίμα της «ησυχίας», της «άνωθεν ειρήνης» και της «εν Χριστώ ζωής», τους προτείνει αντί της «ευχής» τη λογική λατρεία και αντί της θέας του «ακτίστου φωτός» τη θεωρία του φωτός του Χριστού διά της μετοχής στα μυστήρια και ιδιαίτερα στη θεία ευχαριστία.
Τέλος ας μας επιτραπεί μια σύντομη αναφορά στο επίμαχο θέμα αν ο Καβάσιλας ήταν κληρικός ή λαϊκός. Καμμιά άμεση πληροφορία δε δίνει για τον εαυτό του ο σεμνός αυτός άνθρωπος στα μυσταγωγικά του έργα. Συγκαλύπτει το πρόσωπό του με τον πέπλο μιας βαθειάς εν Χριστώ ταπεινώσεως.
Τα μυσταγωγικά του υπομνήματα είναι τα μόνα που γράφηκαν από μη επίσκοπο. Κατά συγκυρία όλα τα άλλα γράφηκαν ή αποδίδονται μόνο σε επισκόπους. Η διαφορά προς εκείνα είναι ιδιαίτερα εμφανής. Οι λειτουργικές εξ άλλου γνώσεις του Καβάσιλα είδαμε πως ταιριάζουν απόλυτα σ’ έναν λαϊκό θεολόγο. Εσωτερικές ενδείξεις υπάρχουν λίγες και ασθενείς. Για τον ιερέα μιλά πάντοτε σε τρίτο πρόσωπο.
Για το λαό στο ΙΓ΄κεφάλαιο της «Ερμηνείας» σε πρώτο πληθυντικό: «Διά τούτο και ο ιερεύς περί της ειρήνης εκείνης πρώτης ημίν διαλέγεται της εφ’ ημίν, της υφ’ ημών κατορθουμένης και μετ’ αυτής κελεύει προς τον Θεόν ποιείσθαι δεήσεις…»⁶⁸
«Γι’ αυτό και ο ιερέας μιλάει σε εμάς πρώτα για την ειρήνη αυτή που εξαρτάται από εμάς, η οποία επιτυγχάνεται από εμάς, και μαζί με αυτήν μας προστάζει να αναπέμπουμε δεήσεις προς τον Θεό…».
Και συνεχίζει κατά τον ίδιο τρόπο, συγκαταλέγοντας και τον εαυτό του μέσα σ’ εκείνους προς τους οποίους απευθύνει ο ιερεύς τις παραινέσεις.
Προς τα ανωτέρω φαινομενικά αντιλέγει ένα απόσπασμα του Δ΄ λόγου «Περί της εν Χριστώ ζωής». Κατ᾽ αυτό ο Καβάσιλας, μιλώντας πάλι σε πρώτο πληθυντικό, φαίνεται να συγκαταλέγει τον εαυτό του μεταξύ εκείνων που λαμβάνουν «χερσί» το Χριστό⁶⁹, δηλαδή των ανωτέρων κληρικών (επισκόπων, πρεσβυτέρων, διακόνων), οι οποίοι μόνοι και κατά την εποχή του κοινωνούσαν κατά τον αρχαίο παραδοσιακό τρόπο.
Το χωρίο, αν δεν απομονωθεί, οδηγεί σε διαφορετικό αν μη και σε αντίθετο συμπέρασμα.
Ο Νικόλαος στην προηγουμένη παράγραφο μιλά για τη συγγένεια με το Χριστό όλων όσοι φέρουν «το της συγγενείας όνομα», δηλαδή καλούνται Χριστιανοί. Αυτοί είναι, όπως και στη φυσική συγγένεια, «αίματι κοινώ συνημμένοι», είναι «τέκνα Θεού». Η συγγένεια αυτή δεν αποκτάται κατ’ άλλον τρόπο, παρά μόνο με την κοινωνία του σώματος και του αίματος του Χριστού.
Το λέγει η ίδια η Γραφή: «όσοι γαρ έλαβον αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιωάν. α΄ 12). Οι «λαβόντες», όλοι δηλαδή οι πιστοί, δεν εγεννήθησαν εξ ανθρωπίνων αιμάτων. Το ερώτημα γεννιέται πολύ φυσικά: «Πότε αυτόν λαμβάνομεν;». Σ’ αυτό απαντά στην επομένη 24η παράγραφο: Τον «λαμβάνομεν» όταν καλούμεθα στο κυριακό δείπνο με τη φωνή τη δική Του: «Λάβετε».
Τότε τον ίδιο το Χριστό λαμβάνομε αληθινά στα χέρια και στο στόμα τον δεχόμαστε και με την ψυχή τον αναμιγνύουμε και με το σώμα τον συνάπτουμε και με το αίμα μας τον ανακατεύουμε. Η φράση έχει και κάποιο απολογητικό χαρακτήρα.
Ο κατ’ οικονομίαν τρόπος της μεταδόσεως του τιμίου σώματος με τη λαβίδα δεν αίρει τον κυριακό λόγο «Λάβετε».
Στη συνέχεια είναι πιο κατηγορηματικός: «Τοις γαρ ούτω τον Σωτήρα και λαβούσι και κατασχούσι διατέλους, έστι μεν αυτός αρμόζουσα κεφαλή, τούτω δε εκείνοι πρέποντα μέλη… ει δε και η αρχή της ζωής γέννησίς εστιν εκάστω και το την ζωήν άρξασθαι τούτό εστι γεννηθήναι, δι’ ων ζωή των αυτώ προσκειμένων εστίν ο Χριστός, αυτοί γεγέννηνται, του Χριστού τον βίον τούτον εισεληλυθότος και γεννηθέντος»⁷⁰
«Διότι για εκείνους που με αυτόν τον τρόπο δέχθηκαν τον Σωτήρα και τον διακρατούν συνεχώς, Αυτός είναι η αρμόζουσα κεφαλή και εκείνοι είναι τα πρέποντα μέλη γι’ Αυτόν… Κι αν η αρχή της ζωής για τον καθένα είναι η γέννηση και το να αρχίσει να ζει σημαίνει το να γεννηθεί, εκείνοι από τους οποίους ο Χριστός είναι η ζωή των προσκεκολλημένων σε Αυτόν, έχουν πράγματι γεννηθεί, αφού ο Χριστός εισήλθε σε αυτή τη ζωή και γεννήθηκε».
Αν ο Καβάσιλας περιόριζε τη συγγένεια με το Χριστό, που την εξαρτά θεολογικά από το «Λάβετε» – «έλαβον», και την πνευματική γέννηση μόνο στους κληρικούς, τότε θα ήταν αιρετικός. Μη γένοιτο!
Συνεχίζεται
67. R. Bornert, Les commentaires…, σελ. 225-226.
68. ΙΓ΄ 8. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 82.
69. Δ΄ 24. Φιλοκ.-Καβάσ., σελ. 446.
70. Δ΄ 24. Φιλοκ. Καβάσ., σελ. 446.
Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τιμάται στις 20 Ιουνίου.
Απόσπασμα από τα «Πρακτικά Θεολογικού συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του σοφωτάτου και λογιωτάτου και τοις όλοις αγιωτάτου Οσίου πατρός ημών Νικολάου Καβάσιλα του και Χαμαετού». Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε προνοία του παναγιωτάτου μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος β’, (17-20 Ιουνίου 1982). Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης 1984.
